Loading...
ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΠεζογραφία

Χρίστος Δάλκος: Νεραντζούλα φουντωμένη

οἴαν τὰν ὐάκινθον ἐν ὤρεσι ποίμενες ἄνδρες πόσσι καταστείβοισι, χάμαι δέ τε πόρφυρον ἄνθος
(ἔτσι ὅπως τήν ὑάκινθο τσοπάνηδες στά ὄρη  τσαλαπατοῦν καί κείτεται χάμω τό κόκκινο ἄνθος)
Σαπφώ

Ἡ τύχη τά ᾿φερε καί τόν Αὔγουστο τοῦ ἔτους 201.. παραθέριζα σ᾿ ἕνα γραφικό παραλιακό χωριουδάκι τῆς Φθιώτιδος. Τό ἀπόγευμα τῆς 1ης Αὐγούστου, στίς 7 ἡ ὥρα, πῆγα κατά τήν συνήθειά μου στήν ἐκκλησία νά παρακολουθήσω τήν παράκληση στήν Παναγία, καί ἐνδεχομένως νά ψάλω, ἄν βεβαίως ὁ ντόπιος ψάλτης δέν ἔχῃ ἀντίρρηση. Ὁ ντόπιος ψάλτης, ἕνας ἑξηντάχρονος τραχύς ἐπιπλοποιός ὀνόματι Χριστόφορος, λίαν προσφάτως εἰσελθών εἰς τήν συμπαθῆ τάξιν τῶν ψαλτῶν καί μή ἐξοικειωμένος ἰδιαιτέρως μέ τά μυστικά τοῦ ἐπαγγέλματος, δέν εἶχε ἀντίρρηση· μέ καλοδέχτηκε καί μοῦ παρεχώρησε ὄχι μόνο τό στασίδι τοῦ ἀναλογίου στά δεξιά του ἀλλά καί τό ἄτυπο δικαίωμα ἐκτελέσεως χρεῶν οἱονεί ἀριστεροῦ ψάλτου.
Εἴχαμε ἀρχίσει ἤδη νά ψάλλουμε τίς πρῶτες ὠδές τοῦ μικροῦ παρακλητικοῦ κανόνος, οἱ ὁποῖες κακοπάθαιναν οὐκ ὀλίγον εἰς τό στόμα τοῦ συμπαθοῦς ἐπιπλοποιοῦ, κατά μέλος καί λόγον -ἀρκεῖ νά σημειώσω ὅτι ἡ ἐνδεχομένως ὑπογείως δρῶσα μνήμη τοῦ ἐπαγγελματικοῦ του βιώματος μετέτρεψε τό «ἐμπιπλῶσαί μου τὴν ψυχήν» εἰς «ἐπιπλῶσαί μου τὴν ψυχήν»- ὅτε αἴφνης ἀνέβη εἰς τό ἀναλόγιον καί ἐστάθη ἐνώπιόν μου μιά περιποιημένη ὑπερεβδομηκοντοῦτις κυρία, κρατοῦσα τήν βεντάλιαν της.
Ἡ ἀρχοντική κυρία μοῦ ἔκανε ἕνα νεῦμα μέ ἕνα κίνημα τῆς διπλωμένης βεντάλιας της, τοῦ ὁποίου τό νόημα εἰς τήν εὐγενεστέραν ἐκδοχήν τῶν χειρονομιῶν μετεφράζετο ὡς «κατεβῆτε γιά νά ἀνέβω», σέ λαϊκώτερον δέ ἰδίωμα «ξεστρί!»
Ἐννοεῖται ὅτι συμμορφώθηκα ἀμέσως πρός τήν ἀπαίτησή της, διότι θεώρησα –καί ὀρθῶς ὅπως ἀπεδείχθη- ὅτι ἐδικαιοῦτο τήν ἐπίζηλη θέση λόγῳ ἐντοπιότητος. Εἶναι ἀλήθεια ὅτι στίς ὀρθόδοξες ἐκκλησίες δέν συνηθίζεται νά ἀνεβαίνουν γυναῖκες στό ἀναλόγιο, καί ὅτι τόσο οἱ παππᾶδες ὅσο καί οἱ ψαλτᾶδες, καθώς καί ἕνα τμῆμα τοῦ εὐσεβοῦς πληρώματος, δυσανασχετοῦν μέ αὐτήν τήν κατά τήν γνώμην των θρασεῖα εἰσβολή τοῦ ἀσθενοῦς φύλου εἰς τά ἔργα τῶν ἀνδρῶν. Πρέπει ὅμως νά ὁμολογήσω ὅτι ἡ συγκεκριμένη ἐδικαιοῦτο ὄχι ἁπλῶς νά ψάλλῃ ἀλλά νά κατέχῃ τήν θέση χοράρχου. Ἐνῷ ξεδίπλωνε σά βεντάλια σέ οὐράνια ὕψη τήν βεργολυγερή φωνή της, συνεπαίρνοντας τό κατά συντριπτικήν πλειοψηφίαν γυναικεῖο ἐκκλησίασμα, ὁ καημένος ὁ ἐπιπλοποιός, ἔν τινι δέ μέτρῳ καί ὁ καημένος ἐγώ, ἱδρωκοπούσαμε μέσ᾿ στά χαμαιπετῆ μας ψελλίσματα, πού μοῦ ᾿φερναν στό μυαλό τήν κρίση ἑνός ξένου ποιητῆ γιά ἕναν μεγαλοφάνταστο δικό μας: Ἐμεῖς εἴμαστε κορυδαλλοί, ἀηδόνια… ὅμως αὐτός εἶναι ἀητός!
Γύρισα στόν ἐπιπλοποιό καί τόν ρώτησα ψιθυριστά: Ποιά εἶναι αὐτή;
-Ἡ Σαπφώ Κ…., ἀπάντησε ὁ Χριστόφορος, καί στή φωνή του μποροῦσες νά διακρίνῃς ἕναν ζηλότυπο θαυμασμό ἀναμεμιγμένο μέ δύσκολα ἀποκρυπτόμενη ἐπαγγελματική δυσαρέσκεια.
Ἡ Σαπφώ Κ…! Τό ἀηδόνι τῆς Ρούμελης! Αὐτή πού θρηνοῦσε τό «κρεμασμένο μπόι» τοῦ Σελήμπεη καί ράγιζαν οἱ καρδιές στά πανηγύρια καί τά μαγαζιά τοῦ δευτέρου ἡμίσεος τοῦ παρελθόντος αἰῶνος!

Ἐπιστρέφοντας μετά τό πέρας τῆς παράκλησης στό δωμάτιο τοῦ ξενοδοχείου ἀναζήτησα στό διαδίκτυο παλιές ἐκτελέσεις τῆς Σαπφῶς Κ…, κι ἐνῷ ἀνατρίχιαζα γιά μιά ἀκόμη φορά μ᾿ ἐκεῖνο τό σπαρακτικό «πού κρέμασαν τό μπόι σου τό μαργαριταρένιο…» διέτρεχα μέ τό βλέμμα μιά νεανική της φωτογραφία πού συνώδευε τίς ἀναρτήσεις. Δέν θά μποροῦσες νά τήν πῇς ὡραία, μέ τήν κλασική ἔννοια τῆς λέξης, ὅμως τά ἀφράτα της νιάτα καί τά λαμπερά της μάτια, ξεδιπλωμένα στήν ὀθόνη σάν τήν ἀρχοντική της ποικιλόχρωμη βεντάλια, μοῦ ᾿φερναν γιά κάποιον ἀνεξήγητο λόγο στόν νοῦ τήν λέξη «ἀνθισμένη»…
Μπορεῖ νά ᾿παιξε ρόλο καί τό τραγούδι πού ἄκουγα τώρα, πού νομίζω τό λένε στ᾿ ἀρρεβωνιάσματα ἤ τούς γάμους, καί πού πάντα μέ συγκινοῦσε, εἰδικά οἱ πρῶτοι τρεῖς στίχοι:
-Νεραντζούλα φουντωμένη, ποῦ ᾿ναι τ᾿ ἄνθη σου;
-Φύσηξε βορριᾶς κι ἀέρας καί τά τίναξε.
-Σέ παρακαλῶ, βορριᾶ μου, φύσα ταπεινά,
γιά ν᾿ ἀράξουν τά καράβια τά Σπετσιώτικα…


Κάτι μέ ἐνωχλοῦσε πάντα σ᾿ αὐτά τά Σπετσιώτικα καράβια πού μπλέκονταν παράταιρα μέ τά ἀνεμοδαρμένα κλαδιά τῆς νεραντζούλας, ἀλλά ἀκούγοντας τό τραγούδι ἀπό τό στόμα τῆς Σαπφῶς Κ… κατάλαβα τό γιατί. Ἡ φωνή της σταμάτησε στό «φύσα πιό σιγά…» καί μετά τό κλαρίνο σήμανε λήξη. Μά βέβαια, δέν χρειαζόταν τίποτ᾿ ἄλλο· αὐτό τό τρίστιχο ἀριστούργημα, ἐφάμιλλο κατ᾿ ἐμέ πρός παρόμοια ἐπιθαλάμια τῆς Σαπφῶς, τά ᾿λεγε ὅλα μέσα σέ τρεῖς κουβέντες: στήν πρώτη πέφταν τ᾿ ἄνθη τῆς νεραντζούλας, στήν δεύτερη ὑποδεικνυόταν ὁ βάρβαρος ἔνοχος, καί ἡ τρίτη γύρευε ν᾿ ἁπαλύνη τή βία τοῦ βορριᾶ, γιατί τήν ἔτρωγε ἡ ἔγνοια γιά τήν κακοπαθημένη νεραντζούλα. Ἤτανε σάν ἡ τραγουδάρισσα -δέν εἶχα καμμιά ἀμφιβολία πώς ὁ δημιουργός ἦταν γυναίκα- νά σύσταινε στόν βίαιο ἀρσενικό, ἀντιπροσωπευόμενο διόλου τυχαῖα ἀπό τόν ἀρσενικοῦ γένους βορριᾶ, νά μεταχειριστῇ τήν ἀνθοστόλιστη νεραντζούλα μέ μεγαλύτερη τρυφερότητα.
Ὁπότε, τί δουλειά εἶχαν τά καράβια, καί μάλιστα τά σπετσιώτικα; Φανταζόμουν ἕναν ἀγροῖκο ραψωδό, κάτι σάν τόν ἐπιπλοποιό τῶν παρακλήσεων, ἀνίκανο νά καταλάβῃ τόν ὑπαινικτικό χαρακτήρα τῆς ἐπίκλησης στόν βάναυσο βορριᾶ, νά στρυμώχνῃ τό τρυφερό ἀριστούργημα στήν μέγγενη τῆς πλάνης του, νά μετράῃ μέ τό χοντροκομμένο του ἀλφάδι τήν χρησιμότητα τῶν στοιχείων τῆς φύσεως, καί, ἀδιαφορῶντας παντελῶς γιά τήν τύχη τῆς νεραντζούλας, νά σκαρώνη ἐκειπέρα μερικά καράβια, καί μάλιστα σπετσιώτικα, γύρευε ποιά ἐκδούλευση σέ τοπικιστικές ἀπαιτήσεις ἐκπληρώνοντας! Τραγικό!
Ἀκόμα δέ πιό τραγικό, ὅτι μιά τάση τῆς λογοτεχνικῆς κριτικῆς πού ἀποσπᾷ ἐντελῶς τήν λογοτεχνική «ἀλήθεια» ἀπό τήν πραγματικότητα, παρασυρμένη ἀπό τόν δίκαιο θαυμασμό γιά τήν ποιητική σύλληψη τῶν τριῶν πρώτων στίχων, θά συμπεριλάμβανε στό ποιητικό σῶμα καί τόν τέταρτο, ὁ ὁποῖος δέν εἶναι ποίηση ἀλλά παρα-ποίηση, τουτέστιν μιά μεγαλοπρεπής μπούρδα! Ἄν ὅμως ἀντιμετωπίζῃς τήν σύνολη ποιητική δημιουργία ὑπό τό γενικευτικό πρίσμα τῆς ἄποψης ὅτι ἔχει τήν ἀποκλειστικά δικιά της ἀλήθεια πού ὑπερβαίνει τήν πραγματικότητα, ἐπιτρέπεις σέ κάθε παρέμβλητη πραγματική κουτσουλιά πού ἀφήνει ὁ κάθε ἄσχετος ἤ ὑστερόβουλος πάνω στό τρυφερό σῶμα τοῦ αὐθεντικοῦ πρωτογενοῦς ποιήματος νά διεκδικῇ τό δικαίωμά της στήν «ἀλήθεια», καί μέ τή βούλα τῆς λογοτεχνικῆς κριτικῆς! Κοντολογίς, πλάι στήν ἀλήθεια τῆς ποίησης, καί δή τῆς προφορικῆς, θά ᾿πρεπε νά λογαριάζουμε καί τά μικρά ἤ μεγάλα ψευτίσματά της.

Τήν πόνεσα λοιπόν τήν νεραντζούλα, κι ὅταν τήν εἶδα στήν ἑπόμενη παράκληση νά κάθεται σ᾿ ἕνα στασίδι –τῶν ἀνδρῶν, σημειωτέον- μέ τήν ἀνθισμένη βεντάλια της νά γέρνῃ μαραμένη στό δεξί της χέρι, ἀνήσυχος πώς κάτι τρέχει κατέβηκα ἀπό τό ἀναλόγιο, τήν πλησίασα καί τῆς εἶπα μέ τόν προσήκοντα σεβασμό «κυρία Σαπφώ, ἐλᾶτε πάνω νά ψάλετε». Τί τό ᾿θελα; Ὄχι μόνο δέν ἀνέβηκε ἡ κυρία Σαπφώ –δέν ξέρω ἄν εἶχε προκύψει παρεξήγηση μέ τόν ἐπιπλοποιό ἤ κάτι ἄλλο- ἀλλά βρῆκε τήν εὐκαιρία ἕνας καραδοκῶν «ἐρασίμολπος» (εὐφημισμός γιά τίς χυδαϊστί ἀποκαλούμενες «ψαλτόλυσσες») καί κατσικώθηκε στή θέση μου στό ἀναλόγιο!
Τέλος πάντων, εἶδα κι ἀπόειδα πώς ἡ κυρία Σαπφώ ὡς ἄλλος μηνίων Ἀχιλλεύς δέν ἐπρόκειτο νά ἀνέβῃ στό ψαλτήρι, τοὐλάχιστον ἐκείνη τή στιγμή, καί ἐπέστρεψα, ἀρκούμενος σέ μιά περιθωριακή θέση στό ἀνυψωμένο βάθρο.
Δέν θά διεκτραγωδήσω τά πάθη τοῦ λιναριοῦ, στά ὁποῖα ὑπέβαλλε τό βυζαντινό μέλος καί τήν ἐκκλησιαστική γλῶσσα ὁ κατά τά ἄλλα συμπαθής ἐπιπλοποιός, θά σημειώσω μόνο πώς ἡ κυρία Σαπφώ ἀπεφάσισε τελικῶς νά ἀνέβῃ λίγο πρίν τά Ἐξαποστειλάρια τοῦ τέλους. Ἦταν φανερό πώς ἤθελε νά κάνῃ ἕνα θεαματικό «κλείσιμο» μέ τό «Ἀπόστολοι ἐκ περάτων…», ἐνδεχομένως καί μέ τό «Χρυσοπλοκώτατε πύργε…», ἄν ὁ ἐπιπλοποιός ἔδειχνε μιά ἐλάχιστη κατανόηση καί σεβασμό γιά τό ἀηδόνι τῆς Ρούμελης.
Δέ βαριέσαι· ἡ βεργολυγερή φωνή δέν εἶχε προλάβει ν᾿ ἀνθίσῃ κι ἕνα βίαιο μαραγκούδικο φύσημα ἀπό «Γεσθημανῆ τό χωριό» μεριά σκόρπισε τά τρυφερά πέταλα τῆς νεραντζούλας. Ὁ βορριᾶς συνέχισε νά φυσάῃ σφοδρός σέ ὅλα τά Ἐξαποστειλάρια, ὁ δέ ἐρασίμολπος παραμέρισε μέ μιά νευρική κίνηση κάποια ἱπτάμενα νεραντζάνθια, καθώς προσπαθοῦσε μέ ἐξεζητημένο βυζαντινοπρεπῆ στόμφο νά εἰσδύσῃ στό πνεῦμα τοῦ ἤχου: Γά, νή-γά, κέ-δή-γά, νή-πά-βοῦ-γά!

Ἡ φυλλορροημένη νεραντζούλα, βαρειά τώρα πιά καί σκυφτή νεραντζιά, κατέβηκε σιωπηλή ἀπό τό ἀναλόγιο καί ἔσυρε τήν πληγωμένη της ἀξιοπρέπεια πρός τήν πλάγια ἔξοδο, κατά τή μεριά τῆς θάλασσας. Καθισμένος στό ξεφλουδισμένο παγκάκι, παρακολουθοῦσα μέ θολό βλέμμα τά κουρασμένα της πόδια καθώς ξεμάκραινε μέ φόντο τό ταραγμένο θαλασσινό τοπίο, ἡ ρημαγμένη βεντάλια ριγμένη στό πλάι, κι ἐκεῖνο τό λυγμικό κλαρίνο νά σκούζῃ στά μηλίγγια μου «Νεραντζούλα φουντωμένη ποῦ ᾿ναι τ᾿ ἄνθη σου…»
-Τί ἔπαθες μάστορα; ἀστειεύτηκε ὁ ἐπιπλοποιός.
-Τίποτα, μοῦ μπῆκε στό μάτι ἕνα ἄνθος ἀπό τίς νεραντζιές.
-Τώρα νεραντζιές; Δέν εἶναι ἡ ἐποχή τους.
Καί εἶχε δίκιο.

Αὔγουστος τοῦ 2018

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.