Loading...
ΒιβλίοΒιβλιοπαρουσιάσειςΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ

Χρίστος  Λάνδρος: Γιώργος Βέης, Για ένα πιάτο χόρτα, Ύψιλον Αθήνα 2016

Η νέα ποιητική συλλογή του Γ. Βέη είναι «Για γερούς λύτες» όπως τιτλοφορείται ένα από τα ποιήματα; Ή μήπως ζηλότυπα θαυμάζει τη λιτότητα του Παπαδιαμάντη, όπως υποδηλώνει το «Για ένα πιάτο χόρτα», του οποίου ο τίτλος  επιστέφει όλη τη συλλογή των πενήντα ποιημάτων; Πώς και γιατί στην αρχή η ρήση του Ηράκλειτου και στο τέλος μια στροφή από τις «Βρετανική μούσα» του Κάλβου; Τα ίδια σημεία αρχής και τέλους, δηλαδή Ηράκλειτο και Κάλβο χρησιμοποιεί και στο Βλέπω . Θα μπορούσαν ίσως να διατυπωθούν και άλλα πολλά ερωτήματα για το περιεχόμενο, τη δομή της συλλογής, τη μορφή των ποιημάτων, τις ποικίλες εναλλαγές ρυθμών και μέτρων, για ό, τι  συμπυκνώνει η τέχνη ενός ποιητή στην ωριμότητά του.

Στόχος του Γ. Βέη και σ’ αυτή την ποιητική συλλογή, όπως και στην προηγούμενη είναι νομίζω η ανάδειξη των μεγάλων αρετών του λόγου, της απλότητας και της λιτότητας στην ποίηση. Δεν είναι μόνο το ομότιτλο ποίημα, αλλά το σύνολο των ποιημάτων που ενισχύει την άποψη αυτή, ακόμα και ο πίνακας της Κλάρας που κοσμεί το εξώφυλλο.Τις ανωτέρω αρετές έχουν υμνήσει και άλλοι ποιητές παλιότερα, ο Σεφέρης και ο Ρίτσος για παράδειγμα. «Θέλω να μιλήσω απλά, να μου δοθεί ετούτη η χάρη …» ο πρώτος. Και ο δεύτερος περίπου τα ίδια διατυπώνει  στο «Καπνισμένο τσουκάλι». Ο Γ. Βέης στην προηγούμενη συλλογή του αρθρώνει μια παρόμοια ιδέα με το ποίημα «Ενθύμιον», έστω κι αν αναιρείται αμέσως μετά. Για ένα πιάτο χόρτα, λοιπόν, τόσο απλά, τόσο λιτά και με τόση σαφήνεια και ευθυκρισία, με το πάθος ζωής, γραφής και ενόρασης του Παπαδιαμάντη θα αναδυθεί ή τείνει να οικοδομηθεί η ποίηση του Γιώργου Βέη, ξεκινώντας από την απορία του πρώτου ποιήματος «Είσοδος» και καταλήγοντας στη λύτρωση του τελευταίου «Έξοδος»:  Ακούμε πάλι τον αυλό…/ανταύγειες μέσα στη νύχτα του νου/λίγα βήματα ακόμα μπροστά//πίσω. Στην «Είσοδο» είναι σαφής η ερώτηση: πότε και πώς τα βουνά, οι λίμνες και τα όνειρα μετατράπηκαν σε λέξεις; Πότε και πώς και με ποια διαδικασία η πραγματικότητα που μας περιβάλλει μετατρέπεται με το λόγο σε κάτι άλλο που έχει την ικανότητα να συγκινεί και να κινητοποιεί εσωτερικές δυνάμεις του ανθρώπου;

Το ποιητικό σύμπαν του Γ. Βέη παρουσιάζεται ανάγλυφο στα πρώτα ποιήματα της συλλογής, όπου αποκαλύπτονται σταδιακά τα υλικά του ποιητικού του λόγου. Το περιβάλλον με την ευρύτερή του έννοια στην παγκόσμια αλλά και στη μικροτοπική του διάσταση, ο κόσμος των ονείρων, η τάξη και το κάλλος, το πάθος με τις ποικίλες παραμέτρους του, η μουσική, η αστραπή και τα φυσικά φαινόμενα, η έκταση του ελληνισμού από τη Φολέγανδρο στη Νέα Υόρκη, από την πλατεία Αμερικής στο Χάρλεμ , από μια ορεινή πολίχνη στην Αιθιοπία, αλλά και ο μύθος, η ιστορία, η χαρά της ζωής, η καθαρότητα του ουρανού, το αναπόφευκτο του θανάτου συγκροτούν όντως ένα σύμπαν, όπου η υλική και άυλη πραγματικότητα μετουσιώνονται σε ποιητικό λόγο. Ο τρόπος με τον οποίο επιτυγχάνεται αυτό αποτελεί ένα μυστήριο με πολλά αινίγματα και απαντήσεις όπως για παράδειγμα στα δυο ποιήματα που ανέφερα στην αρχή.

Ωστόσο, δεν αρκούν τα υλικά. Χρειάζεται γνώση, ευαισθησία και τέχνη. Ο Γ. Βέης «πολλών ανθρώπων ίδεν άστεα και νόον έγνω». Από τα ταξίδια αυτά απέκτησε εμπειρίες ζωής, έγινε πολίτης του κόσμου, των μεγάλων μητροπόλεων, αλλά και εραστής των μικρών τόπων και των παραδόσεων, μελετητής της φιλοσοφίας και της ιστορίας και ικανός τεχνίτης στο να μεταστοιχειώνει τα πράγματα και να στοχάζεται για το παρόν και το μέλλον, τη ζωή και το θάνατο. Στην ποίηση του Γ. Βέη είναι εμφανής, νομίζω, αυτή η μετουσίωση των γνώσεων και η σύμπραξη ποιητικού λόγου με τον φιλοσοφικό στοχασμό. Από αυτή τη σύμπραξη ξεκινά και ο εσωτερικός και ουσιώδης  διάλογος που διατρέχει πολλά ποιήματα της συλλογής ανάμεσα στον σύγχρονο δημιουργό Γ. Βέη και πολλούς ομοτέχνους του στο χώρο της λογοτεχνίας και της φιλοσοφίας. Από τον Όμηρο και τον Βιργίλιο μέχρι τον Κάλβο, τον Σεφέρη, τον Ελύτη, τον Παπαδιαμάντη, τον Ουίτμαν, από τον Ηράκλειτο μέχρι την Αποκάλυψη του Ιωάννη, τον Κίρκεγκωρ και πολλούς άλλους. Εικόνες, συναισθήματα, εμπειρίες, γνώσεις, σκέψεις σε μια «κάλλιστη»  αρμονία, όπως προαναγγέλλει το μότο της συλλογής, απόφθεγμα του Ηράκλειτου, όπου τα «πάντα κατ’  έριν»  γίνονται. Η δύναμη των αντιθέτων, οι διαφορές που συγκλίνουν, ο νους που συλλαμβάνει πρώτα, όπως  με σαφήνεια το διατύπωσε ο Σολωμός στους «Στοχασμούς»  του, κινούν την ποιητική τέχνη του Γ. Βέη. O παραπάνω στοχασμός,«σχεδόν καντιανός», κατά τον  μελετητή του Κάλβου Μιχάλη Τσιανίκα, διατρέχει και το ποιητικό έργο του Βέη, ενώ η επιλογή των φιλοσοφικών και ποιητικών αποσπασμάτων δηλώνει την πνευματική τους συγγένεια.

Αλλά και οι ποιητικοί στοχασμοί του Γ. Βέη απολήγουν σε φιλοσοφικές και υπαρξιακές αναζητήσεις. Το ίδιο πιστεύω και οι αναφορές του σε κατάλοιπα περασμένων χρόνων ή  οι εντυπώσεις από τόπους όπως η Αγία ΆνναΕυβοίας, το Πωγώνι Ηπείρου ή ο Δρυμός Θεσσαλονίκης τον 19ο αιώνα. Τρία ποιήματα που αποτελούν μια καταβύθιση στα ανείπωτα δράματα της ζωής και στη μοίρα των ανθρώπων: εκείνοι να χάνονται ως θνητοί και να μένουν πίσω τα αντικείμενα-κοσμήματά τους που κάποτε έζησαν μαζί τους.Ο ποιητής μεταφέροντας την ευαισθησία του σ’ αυτά επικοινωνεί με τους ανθρώπους και εκφράζει τις απόψεις του.  Αστραπές του νου σ’ ένα σύμπαν πραγματικό και νοητικό τα ποιήματα του Γ. Βέη μας ταξιδεύουν,τονίζοντας το εφήμερο της ζωής αλλά και τη δύναμή της, τη βεβαιότητα του θανάτου και την ανακούφιση του ποιητή στη χαρά της δημιουργίας. Σ’ αυτή τη δημιουργία αναπαύεται προσβλέποντας στην αιωνιότητα. Κάπως έτσι σκιαγραφείται η «Βιοπάλη» του ποιητή: Γιατί περνάει καλά/μέσα σ’ αυτούς τους στίχους/… σήματα λυγρά είναι κατά βάθος/ αλλά τον ζεσταίνουν/… και παίρνει πάνω του το χρόνο/ πούπουλο του φαίνεται και ξεγελιέται/ μέσα στη δόξα.

Ανάλογη με την ποικιλία των θεμάτων είναι και η μορφή των ποιημάτων. Άλλα σε ελεύθερο στίχο και άλλα σε έμμετρο – παραδοσιακό με ομοιοκατάληκτους στίχους διόλου όμως όμοιους με της παραδοσιακής ποίησης, βαδίζουν παράλληλα αλλά με πολύ διαφορετικούς ρυθμούς. Ανάμεσά τους και επτά σονέτα που αναφέρονται σε τόπους: Κέρκης, Βιετνάμ, Χαλκίδα, Νάυπλιο, Ναύπακτος κ. ά.

Η νέα ποιητική συλλογή του Γ. Βέη έχει «είσοδο» και «έξοδο». Αυτοί είναι οι τίτλοι του πρώτου και τελευταίου ποιήματος . Το σχήμα θυμίζει δομή δράματος. Ωστόσο η είσοδος μας εισάγει στον ωραίο, απλό και δύσκολο συνάμα κόσμο της ποίησης και η έξοδος υπαινίσσεται την πορεία προς την αθανασία. Μέσα σ’ αυτό το όλον γεννιέται με τρόπο μυστηριακό το ποίημα, που δεν μας γεμίζει με την πρώτη το μάτι/ μικροκαμωμένο/ εύθραυστο μοιάζει, λυγίζει από λέξεις/ του αέρα παιδί/ μαζί του όμως μεγαλώνουμε … «Τα άνθη μιλούν … Αυτή η εκδρομή δεν έχει τέλος» όπως θα έλεγε και ο Εμπειρίκος.

 

 Ο Χρίστος Λάνδρος είναι φιλόλογος, τέως προϊστάμενος των Γενικών Αρχείων του Κράτους Νομού Σάμου, συνεκδότης και μέλος της συντακτικής ομάδας του περιοδικού Απόπλους.  Έχει γράψει μελέτες και δοκίμια για την τοπική ιστορία, την αρχειονομία και τη λογοτεχνία.

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.