Loading...
ΒιβλιοπαρουσιάσειςΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ

Χρύσα Βλάχου : Νίκος Τακόλας – Οι 32 ώρες της Θεάς, Εντύποις, 2018  

 

Διαβάζοντας τη νουβέλα του Νίκου Τακόλα «Οι 32 ώρες της Θεάς», δυο πράγματα αυτόματα έρχονται στο νου. Πρώτον οι πίνακες των ιμπρεσιονιστών Μονέ και Μανέ με την υποβλητική ατμόσφαιρα των χρωμάτων, αποπνέοντας μια εκλεπτυσμένη αρχοντιά από τα ενδύματα, μέχρι  τη περπατησιά και το στήσιμο του κορμιού των γυναικών. Έπειτα τα έργα του Τουλούζ Λωτρέκ με την πολυφωνική έκρηξη των ενστίκτων και των παθών στα μπαρ της Θεσσαλονίκης και την περίτεχνη μυθωδία, που συνέκρουε κατάβαθα τα κορμιά και τις αισθήσεις.

1915, Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος. Η πόλη ζει μια τρυφηλή ζωή,σε εμπύρετηαναμονή, ενώ κοντά της διεξάγονται αιματηρές μάχες. Και δω ένας καταδικασμένος έρωτας προσπαθεί επίμονα να ανθίσει. H παράξενη Αυγερινή Γιαννακού, καθηγήτρια Γαλλικών και πιάνου, γόνος αριστοκρατίας στα τριάντα της, πολιορκείται από τον Μορίς Ντιμόν, Γάλλο αξιωματικό, που είναι ερωτευμένος μαζί της, μα εκείνη δεν ενδίδει. Μια άλλη μοιραία γυναίκα, η Σιμόν, το πιο παράξενο κορίτσι των μπαρ, διεκδικεί τον Μορίς. Πολεμικός κλοιός στην πόλη και μια ερωτική εκκρεμότητα,συνυπάρχουν ως στοιχεία ενδυνάμωσης ενός αμφίσημου αερικού πάθους.

…Αγαπημένε, όταν διαβάσεις το σημείωμα αυτό,

Τι άραγε θα έχει απομείνει από μας σ΄ αυτή τη γη;

Σκόνη στα δάχτυλα κάποιου θεού που θα φυσήξει…

Είναι στίχοι από την πρόσφατη ποιητική συλλογή της Χλόης Κουτσουμπέλη, «Το σημείωμα της οδού Ντεσπερέ» και προλογικό σημείωμα του βιβλίου. Οι στίχοι δένουν άρτια και σημειολογούν σταδιακά το σώμα αυτής της νουβέλας.

Ο Νίκος Τακόλας μας εισάγει, μοναδικά, στο ανθρώπινο μωσαϊκό της Θεσσαλονίκης πόλης – σκηνικού, που την κατοικούν φυλές από τόπους κάθε χρώσης και απόχρωσης, Σεφαραδίτες Εβραίοι, Τούρκοι Οσμανλήδες, δυτικοί Φραγκολεβαντίνοι, Βαλκάνιοι, πρόσφυγες και ντόπιοι Έλληνες. Τώρα ενσκήπτουν και οι ξένοι στρατοί.

«Ο τόπος είναι κάτι το μητρικό», μας λέει η Τζούλια Κρίστεβα, «είναι ο χώρος της γέννησης, της παραγωγής του υποκειμένου και των προγλωσσικών λειτουργιών του. Είναι ο τόπος και το σώμα που το υποκείμενο θα εγκαταλείψει, για να μπορέσει να μιλήσει από τη θέση μιας απουσίας, ενός αποχωρισμού. Έτσι φτιάχνεται ένας κόσμος συνάντησης ρόλων και πράξεων», όπως σ’ αυτό το σύμφυρμα φυλών, κύριων και δευτερευόντων χαρακτήρων στο βιβλίο. Ο  Καν,  είναι Ινδός υπηρέτης στη δούλεψη του Εγγλέζου αξιωματικού Γκόρντον Στάθαμ, φίλου του Μορίς Ντιμόν. Κρύβει στον κόρφο του μια μικρή κόμπρα. Ο Σλόμπονταν, υπηρέτης του Σέρβου Νούρε Πέτροβιτς, καταπίνει στιλέτα και όλοι μαζί δημιουργούν μια αντιστικτική πραγματικότητα στα μεγάλα αλλά οδυνηρά του πολέμου. Κάποια βράδια μαζεύονται οι υπηρέτες των αξιωματικών και πηγαίνουν στα μπορντέλα της Μπάρας και της οδού Ειρήνης, ενώ τα αφεντικά τους γλεντάνε με τα ακριβά κορίτσια της χαράς στα καφε-αμάν και στα καφε–σαντάν, εδώ στη Θεσσαλονίκη, τη «βαλκανική Μασσαλία», «μαργαριτάρι της Ανατολής», ορμητήριο της Αντάντ.

 Παράλληλα στη Θεσσαλονίκη του υπερπληθυσμού και των υπερβολών,  μεγεθύνονται αθόρυβες μυστικιστικές συναρμογές, όπως το τι είναι ον και τι όχι; Τι είναι υπαρκτό και τι ανύπαρκτο; Και όταν το ερώτημα αυτό αφορά την κεντρική ηρωίδα του βιβλίου γίνεται καίριο, αφού τελειώνοντας το βιβλίο, νιώθεις πως η ηρωίδα Αυγερινή δεν υπήρξε ποτέ. Πως ήταν πλάσμα της φαντασίας και μόνον του Μορίς Ντιμόν, παρά τη φαινομενικά ρεαλιστική γραμμή της αφήγησης και κάποια ενισχυτικά μυθοπλαστικά στοιχεία. Μόνο το τέλος του βιβλίου αποκαλύπτει την παράξενη ζωή της.

  «Δια του μη όντος συλλαμβάνουμε το μυστικό του Σύμπαντος», λέει ο Κίρκεγκωρ, «δια του όντος πλησιάζουμε στην πρόσβασή του». O ΝΤ, όμως, επιμένει στην παρουσία του δικού του όντος υπαρκτού ή ανύπαρκτου στη δράση, στο πάθος, στον έρωτα των ανθρώπων ακόμα και μέσα στον πόλεμο.  Θα λέγαμε πως στην κλιμάκωση της  αγωνίας  σ’ ένα πολεμικό περιβάλλον, που απηχεί στην πόλη και τα προάστιά της, αφουγκραζόμαστε τους τριγμούς του πάθους στην πιο καταγωγική του μορφή. Αθωότητα, δυνατότητα, αμαρτία, συστολή, έξαρση, υπέρβαση και προσκόλληση στις παγίδες της πόλης.

Κι αν δεν ήταν η Αυγερινή αερικό, πως περπατούσε ανάλαφρα στη γη σα να πετούσε, μ’ αυτόν τον εσωτερικό άνεμο, όπως η Φεγγαροντυμένη του Σολωμού στα αρυτίδωτα νερά της θάλασσας, όπως η αινιγματική γυναίκα οπτασία στο ποίημα του Καββαδία – πούσι – ή ακόμα και στο ποίημα του Πωλ Ελυάρ για τη Γκαλά,

Έλα, γρήγορα τρέξε

Και το σώμα σου πάει πιο γρήγορα

απ΄ τις σκέψεις σου αλλά τίποτα, ακούς;

 Τίποτα δεν μπορεί να σε ξεπεράσει.

Υπήρξε τελικά ή όχι η Αυγερινή; Ον ή μη ον;

Πολλές φορές στη λογοτεχνία, άνθρωποι που βρίσκονται σε ένταση, φόβο ή δοκιμασία εφευρίσκουν  οράματα ή φαντάσματα προκειμένου να λυτρώσουν την ψυχή τους που υποφέρει. Τρανταχτό παράδειγμα ο Άμλετ του Σαίξπηρ ή ακόμα και το φάντασμα του Δαρείου στον γιο του ή οι αερικές μορφές  στα ποιήματα του  ρομαντικού Σάμιουελ Κόλεριτζ.

Ωστόσο, όσο γυρίζεις πίσω στις σελίδες του έργου, η παρουσία κάποιας γυναίκας – Θεάς είναι φωναχτή. Ο συγγραφέας, με μαεστρία μας αφήνει περιθώριο να αναπαράγουμε, να φωτίσουμε ή να σβήσουμε ένα πρόσωπο με την ίδια αίγλη πεποίθησης κάθε φορά.

 Θα μπορούσε κανείς να μιλήσει για πολλά θέματα, που ανασύρει αυτό το βιβλίο, σαν τη διακειμενικότητα. Για  περιγραφές που ταιριάζουν μ’ αυτές, όπως από τη μεγάλη πλατεία του  Ν. Μπακόλα, από το βιβλίο με τίτλο «Θεσσαλονίκη ού μ΄εθέσπισεν» του  Ντίνου Χριστιανόπουλου,   από τη συλλογή διηγημάτων «για ένα φιλότιμο» του Γιώργου Ιωάννου, ή περιγραφές  από το βιβλίο του Ν. Πεντζίκη «Μητέρα Θεσσαλονίκη». Όμως, εδώ μας ενδιαφέρει αυτή η εκκρεμότητα, αυτό το πάθος, το άγγιγμα που εκλιπαρεί να δώσει φως, η παρουσία ως πλάνη, ως δέσμευση και αποδέσμευση ταυτόχρονα. Αυτό το μυστικιστικό παρόν- απόν που αναστατώνει και θεριεύει  τα αισθήματα  σ’ ένα πολεμικό κλοιό που αναβράζει,  σε μια πόλη που εκδηλώνεται πυρκαγιά, για 32 εφιαλτικές ώρες, που πυρπολούν το ιστορικό παρελθόν της και ορίζουν για πάντα το μέλλον της. 

Ο Νίκος Τακόλας μας δίνει το πλαίσιο μιας αναπαραστατικής συνθήκης, που μας πηγαίνει αυτόματα στην αρχή της ενσάρκωσης. Δηλαδή την ολοκληρωτική συγκέντρωση μιας δύναμης σε μια οντότητα, που όμως μέσα από το θάνατο εκτονώνεται σε μια αίσθηση πνευματικά ανώτερη. Μια θέωση….

 

H Χρύσα Βλάχου είναι φιλόλογος, ποιήτρια και ζωγράφος. Εργάζεται στη Μέση Εκπαίδευση

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.