Loading...
Βιβλίο

Χρ. Δ. Αντωνίου: Γιάννης Παπακώστας, Πού μας πάει αυτό το αίμα; ( Αναπαραστάσεις αυτοδικίας και βίας στη νέα ελληνική λογοτεχνία), Εκδόσεις Πατάκη, σ. 420.

Τον Δεκέμβριο του 2017 κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Πατάκη ένα βιβλίο του πολυγραφότατου και χαλκέντερου ερευνητή των νεοελληνικών γραμμάτων  Γιάννη Παπακώστα, ομ. Καθηγητή Πανεπιστημίου, με τίτλο: Πού μας πάει αυτό το αίμα; και υπότιτλο: Αναπαραστάσεις αυτοδικίας και βίας στη νέα ελληνική λογοτεχνία. Αποτελεί μια πολύ σπουδαία και πρωτότυπη μελέτη που έχει ως κέντρο της την αυτοδικία και γενικότερα τη βία, όπως παρουσιάζονται στην νέα ελληνική λογοτεχνία. Ο όρος «αυτοδικία» έχει την έννοια της ανταπόδοσης ενός αδικήματος από το αδικηθέν άτομο προς αυτό που αδίκησε, χωρίς να ακολουθήσει τη νόμιμη δικαστική οδό. «Παίρνει», όπως λέγεται, «το δίκιο στα χέρια του» χωρίς προσφυγή στη δικαιοσύνη. Πρόπλασμα για το βιβλίο αυτό αποτελεί μια παλαιότερη μελέτη του συγγραφέα για την αυτοδικία στο μυθιστόρημα της Ιωάννας Καρυστιάνη: Κοστούμι στο χώμα, που δημοσιεύτηκε στον αφιερωματικό τόμο της Νομικής Σχολής προς τιμήν του τότε πρύτανη του Πανεπιστημίου Αθήνας Μιχάλη Σταθόπουλου.

Και με τέτοια γεγονότα βίας και αυτοδικίας  είναι ασφαλώς γεμάτη η ιστορία και δε θα εκλείψουν όσο καιρό ο άνθρωπος δεν κατορθώνει να δαμάσει τον μέσα του «ανθρωπίδη», όσο καιρό ακόμη το ένστικτο της αυτοσυντήρησής του θα τον οδηγεί στο «οδόντα αντί οδόντος και οφθαλμόν αντί οφθαλμού», όσον καιρό η «φύση» του ανθρώπου θα παραμένει, κατά τον Θουκυδίδη, αμετάβλητη. Η εμπειρία του Σεφέρη θα μας πει ότι «το αίμα φέρνει το αίμα κι άλλο αίμα», γιατί, εκτός των άλλων,  ανέκαθεν  ο πολιτισμός των κοινωνιών του, μέχρι και σήμερα, δεν τον βοήθησε να νιώσει ασφάλεια και δικαιοσύνη, ότι οι θεσμοί θα λειτουργήσουν αμερόληπτα. Έτσι υιοθετεί  βίαιες συμπεριφορές και καταφεύγει στη βία και την αυτοδικία.

Στον πρόλογο κιόλας ο συγγραφέας διευκρινίζει ότι ο τίτλος του βιβλίου «αποτελεί φράση από ημερολογιακή εγγραφή του Γιώργου Θεοτοκά (1η Φεβρουαρίου 1944, Τετράδια Ημερολογίου, 1939-1953), όπου συμπυκνώνεται ο σπαραγμός ενός λαού έως τη λήξη του αδελφοφάγου εμφύλιου σπαραγμού». Αυτή η διευκρίνιση μας οδηγεί αμέσως να συνδέσουμε «αυτό το αίμα» με το αίμα που χύθηκε σ’ αυτή την εμφύλια αλληλοσφαγή. Αν και πράγματι αυτή η περίοδος είναι το κεντρικότερο θέμα, στο οποίο αφιερώνει τις περισσότερες σελίδες του βιβλίου του ο συγγραφέας, ωστόσο «οι αναπαραστάσεις αυτοδικίας και βίας στη νέα ελληνική λογοτεχνία» ανιχνεύονται σε μια ευρύτερη χρονική περίοδο που αρχίζει με τη «Φόνισσα» Του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη και φτάνει ως το «Γκιακ» του σύγχρονου Δημοσθένη Παπαμάρκου.

Στο βιβλίο λοιπόν εξετάζονται κατ’ επιλογήν  μελέτες, μυθιστορήματα, νουβέλες, διηγήματα «με βασική θεματολογία την αυτοδικία και τη βιαιότητα υπό την προϋπόθεση τη δημιουργική τους μετάπλαση, τη μυθοπλασία». Τα διερευνώμενα έργα συνοδεύονται από αντιπροσωπευτικά αποσπάσματα, για να διευκολύνεται ο αναγνώστης στην κατανόηση του θέματος χωρίς να είναι υποχρεωμένος να έχει διαβάσει όλα τα έργα του 20ού αι, στα οποία αναφέρεται ο συγγραφέας. Πολύ περισσότερο μάλιστα να διευκολύνεται ο αναγνώστης, όταν ο συγγραφέας συσχετίζει τα κείμενα αυτά με άλλα του νεοελληνικού αφηγηματικού και ποιητικού λόγου, αλλά και με κείμενα της αρχαίας γραμματείας.

Πιο συγκεκριμένα: Ο συγγραφέας μελετά  κείμενα σε 5 ενότητες στις οποίες εξειδικεύεται η αναζήτηση: α) Ύβρις και τίσις, β) Η μνήμη, γ)  Από την Κατοχή στην Αντίσταση και τον Εμφύλιο, δ) Για λόγους τιμής και ε) Βεντέτες και άλλα.  Σ αυτές τις ενότητες ξεδιπλώνεται η ερευνητική προσπάθεια του Γιάννη Παπακώστα  σε 20 λογοτέχνες και 30 περίπου έργα, κυρίως πεζογραφήματα. Ανάμεσά τους βρίσκουμε στις δύο πρώτες ενότητες έργα γνωστά σε όλους όπως είναι Η Φόνισσα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, Ο Βασίλης ο Αρβανίτης  του Στρατή Μυριβήλη, Η ιστορία ενός αιχμάλωτου του Στρατή Δούκα.

Στην ενότητα: Κατοχή-Αντίσταση-Εμφύλιος εξετάζονται τα έργα των Νικηφόρου Βρεττάκου (Το αγρίμι, Οδύνη), Δημήτρη Χατζή (Το τέλος της μικρής μας πόλης, Μαργαρίτα Περδικάρη και άλλα διηγήματα, Ανυπεράσπιστοι, Μικρό σχόλιο για την Ιφιγένεια εν Αυλίδι) και Θανάση Βαλτινού (Η κάθοδος των εννιά, Ορθοκωστά).

Σ’ αυτό το κεφάλαιο οι αναλύσεις γίνονται πολύ απαιτητικές ως προς το διερευνώμενο θέμα και περιέχουν και φιλολογικές επισημάνσεις για τις αλλαγές που υπάρχουν στα κείμενα διαφορετικών εκδόσεων των ίδιων βιβλίων. Αυτές  οι αλλαγές που επιφέρει ο Βρεττάκος πχ στο έργο του Το αγρίμι φανερώνουν, όπως επισημαίνει ο Γιάννης Παπακώστας, τις ιδεολογικές περιπέτειες  του χρόνου των εκδόσεων και τη συναισθηματική φόρτιση του συγγραφέα. Στην Α’ έκδοση  τους συνεργάτες των Γερμανών και τα «Τάγματα Ασφαλείας» ο συγγραφέας τους χαρακτηρίζει ως καταδότες, μισθοφόρους, προδότες, πληροφοριοδότες, μίσθαρνα όργανα και ακόμη γράφει: «Το αίμα που πίνουνε δεν θα τους θρέψει, οπωσδήποτε θα καούν». Στην  κατά είκοσι χρόνια μεταγενέστερη έκδοση οι χαρακτηρισμοί «μίσθαρνα όργανα» και τα παρόμοια ο συμφιλιωτικός Βρεττάκος απαλείφει  για λόγους εθνικής συμφιλίωσης και επούλωσης των τραυμάτων. Για τους Γερμανούς όμως οι χαρακτηρισμοί και η οργή του δεν αλλάζουν: «Σκέφτομαι πως μέσα στις γοτθικές εκκλησίες του Γ’ Ράιχ ψέλνουν μελωδίες του Μπαχ και ξέρεις ότι ψέλνοντας διασκεδάζουν, όπως όταν σκοτώνουν έναν άνθρωπο».

Και για τα έργα του Δημήτρη Χατζή  ο Γιάννης Παπακώστας δίνει πάλι  εκδοτικές και άλλες πληροφορίες πλαισίου και ανιχνεύει διαφοροποιήσεις μεταξύ των διαδοχικών εκδόσεων αυτών των έργων, που, όπως ειπώθηκε, αποκαλύπτουν και τις ιδεολογικές διαφοροποιήσεις των συγγραφέων τους. Αν και ο Χατζής δέχτηκε από κριτικούς της εποχής (Φούλα Χατζηδάκη, Τάκης  Αδάμου) επαινετικά σχόλια, ιδίως για τη Μαργαρίτα Περδικάρη, που με το «Καληνύχτα  ντε!….» της  έθετε «τελεία και παύλα στον κόσμο της ψευτιάς και της ανομίας», ωστόσο ο κομματικός μηχανισμός αντιμετώπισε τελείως αρνητικά τον συγγραφέα για αποκλίσεις από τον σοσιαλιστικό ρεαλισμό.

Το ίδιο αρνητικά αντιμετώπισε και το έργο του Ανυπεράσπιστοι. Το βιβλίο αναφέρεται στη συμφιλίωση ανταρτών του ΔΣΕ και στρατιωτών του Κυβερνητικού  Στρατού (Και οι δύο αντίθετες ομάδες είναι οι «Ανυπεράσπιστοι») τον Απρίλιο του 1947 στη Νιάλα, ορεινή τοποθεσία των Αγράφων. Συμφιλιώνονται καθώς είναι αποκαμωμένοι από τις μάχες, από το αφόρητο κρύο, και οι λέξεις που συνέθεταν το πιστεύω τους (δίκιο, τιμή, νίκη) δεν έχουν πλέον μέσα του την ίδια δύναμη. «Οπότε οι μεν και οι δε, με κοινή μοίρα την ανεμοθύελλα-θάνατο, αμίλητοι, αποδέχονται σιωπηρά την αδόκητη συγκυρία και συσπειρώνονται εναντίον του κοινού εχθρού, που είναι το κρύο». Άνθρωποι της Αριστεράς, όπως ο Ανδρέας Φραγκιάς και ο Γιάννης Ρίτσος υποδέχτηκαν πολύ θετικά το βιβλίο. Ο Ρίτσος μάλιστα έγραψε στον Χατζή: «Δεν μπορώ να πω λέξη. Πνίγομαι από τη συγκίνηση και θαυμασμό. Θέλω να σε φιλήσω δυνατά και να φωνάξω: Είσαι μεγάλος, είσαι εξαίσιος, είσαι ανθρώπινος».   Παρά ταύτα ο Λογοτεχνικός Κύκλος (έτσι είχε μετονομαστεί η Επιτροπή Διαφώτισης του Κόμματος) αποφάνθηκε ότι το εν λόγω διήγημα «φανερώνει υποχώρηση του συγγραφέα στην πίεση της αστικής ιδεολογίας».

Οι αναλύσεις του Γιάννη Παπακώστα  συνεχίζονται και ίσως, κατά τη γνώμη μου,  αποτελούν   τις  αξιολογότερες που υπάρχουν γι’ αυτά τα έργα. Η κάθοδος των εννιά και Ορθοκωστά του Θανάση  Βαλτινού είναι τα δύο επόμενα έργα που σχολιάζονται. Στο πρώτο η δραματική αφήγηση του Βαλτινού αποδίδει τις κακουχίες των «εννέα» ανταρτών, τη δίψα, την πείνα, την κούραση από τις ατέλειωτες πορείες στα βουνά, τις ενέδρες που τους έστησαν οι αντίπαλοι, το θάνατο. Στην Ορθοκωστά, μερικές δεκαετίες μετά τον Εμφύλιο, κάτοικοι της  ευρύτερης περιοχής Κυνουρίας δίνουν τη δική τους μαρτυρία, ο καθένας από τη δική του πλευρά, για τα τραγικά γεγονότα που συνέβησαν στην περιοχή τους κατά τη διάρκειά του. Κατά τις  μαρτυρίες θύτες και θύματα αλληλοσπαράσσονται για ιδεολογικούς, προσωπικούς ή άλλους λόγους  χρησιμοποιώντας άλογη βία και αυτοδικία.  «Το κακό φέρνει κακό, και αυτό, με τη σειρά του, οδηγεί σ’ άλλο κακό. Μια ατελεύτητη σειρά αντεκδικήσεων, μια διελκυστίνδα ανάμεσα σε άτομα στρατολογημένα, ενίοτε και με τη βία, σε τούτο ή στο αντίθετο στρατόπεδο».

Είναι πολλά ακόμη τα έργα που μελετά  ο Γιάννης Παπακώστας, για να μας περιγράψει και αναλύσει τις αναπαραστάσεις αυτοδικίας και  βίας και τα περιθώρια μιας παρουσίασης βιβλίου αρκετά στενά. Να αναφέρω τους τίτλους μόνο λίγων από αυτά: Κοστούμι από χώμα της Ιωάννας Καρυστιάνη, Ανωφελές διήγημα του Γιώργη Γιατρομανωλάκη, Φωτιές του Ιούδα της Ρέας Γαλανάκη κ.ά.

Τελειώνοντας,  να προσθέσω ότι το Πού μας πάει αυτό το αίμα; είναι μια εξαντλητική μελέτη που μας αναλύει πολύ σπουδαία έργα της νεοελληνικής λογοτεχνίας, τα οποία σχετίζονται με τα σπουδαιότερα γεγονότα της ιστορίας μας. Οι αναλύσεις του Παπακώστα γίνονται με βαθιά γνώση της λογοτεχνίας μας και έμπειρη κριτική ματιά. Η διακειμενικότητα στις αναλύσεις του φωτίζουν κάθε φορά το θέμα πρισματικά. Η γλώσσα που χρησιμοποιεί είναι απλή, ουσιαστική, χωρίς καμιάν εκζήτηση, ώστε να εξυπηρετεί τον δοκιμιακό του λόγο με σαφήνεια και αισθητική. Μπορεί να αποτελέσει μάλιστα για τον απλό αναγνώστη αλλά  και τον φιλόλογο και μια βάση για την ουσιαστική μελέτη όλων αυτών των έργων που διερευνώνται μέσα σ’ αυτό το βιβλίο.

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.