Loading...
Γραφή & ΑνάγνωσηΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ

Χρ. Δ. Αντωνίου: Το μυστικό ενός σεφερικού στίχου.

Το κάλεσμα του περιοδικού μας για γραφή «νανοδιηγήματος» μου έφερε συνειρμικά στο μυαλό μου το μυστικό που κρύβει ένας σεφερικός στίχος από το Μυθιστόρημα Ι’. Η αποκάλυψή του όμως απαιτεί, όχι βέβαια διήγημα, αλλά φιλολογικό δοκίμιο. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα που περιέχει τον περί ου πρόκειται στίχο:

Μας φαίνεται παράξενο που κάποτε μπορέσαμε να χτίσουμε

τα σπίτια τα καλύβια και τις στάνες μας.

Κι οι γάμοι μας, τα δροσερά στεφάνια και τα δάχτυλα

γίνονται αινίγματα ανεξήγητα για την ψυχή μας.

Πρόκειται για το μυστικό του 3ου στίχου του αποσπάσματος. Σε ολόκληρο το ποίημα ο ποιητής Σεφέρης κάνει λόγο για τις δυσκολίες του ελληνισμού στην ιστορική του πορεία. Θεωρεί ότι: Ο τόπος μας είναι κλειστός, όλο βουνά/που έχουν σκεπή το χαμηλό ουρανό μέρα και νύχτα./Δεν έχουμε ποτάμια δεν έχουμε πηγάδια δεν έχουμε πηγές, μονάχα λίγες στέρνες, άδειες κι αυτές, που ηχούν και τις προσκυνούμε.(…) Ο τόπος μας είναι κλειστός. Τον κλείνουν/ οι δυο μαύρες συμπληγάδες…

Την ένταση όμως στο ποίημα δίνουν οι  στίχοι του παραπάνω ποιητικού αποσπάσματος που μας μιλούν για το κουράγιο της ελληνικής ψυχής  απέναντι στη δύσκολη μοίρα του.

Τι υπαινίσσεται ο μεγάλος ποιητής; Ποιο είναι το κρυφό νόημά του στίχου: Κι οι γάμοι μας, τα δροσερά στεφάνια και τα δάχτυλα;  Ποιο είναι το μυστικό του; Ποια είναι τα δροσερά στεφάνια του γάμου; Κι αφού δεν μπορούμε με κανένα τρόπο να εκλάβουμε το επίθετο «δροσερά» σαν κοσμητικό, όπως θα λέγαμε π.χ. τα τίμια στεφάνια, τι μπορούμε να υποθέσουμε;

Ο λαογράφος Μ.Γ. Μερακλής γράφει: «Αν δεν κάνω λάθος, το έξοχο επίθετο «δροσερά» έρχεται από το λαό. Σχετίζεται με τα στεφάνια του γάμου, όπως ακόμα, ως πριν από μερικά χρόνια, συνήθιζαν να φτιάχνουν οι νησιώτες του Αιγαίου: Τα στεφάνια ήταν από κλήμα, από καρπερή αμπελιά, ώστε και το ανδρόγυνο να είναι καρπερό» (Περ. Νέα Πορεία, τ. 1973). Η άποψη αυτή δεν πρέπει να είναι λανθασμένη, γιατί σύμφωνα και πολλές άλλες λαογραφικές μαρτυρίες το έθιμο των στεφανιών από κληματόβεργες ήταν διαδεδομένο σε ολόκληρη την Ελλάδα. Στη διδακτορική διατριβή της Ευρυδίκης Αντζουλάτου-Ρετσίλα: «Τα στέφανα του γάμου στη νεώτερη Ελλάδα» (1980) υπάρχει λεπτομερής εξέταση των υλικών των στεφάνων μεταξύ των οποίων και του κλήματος (σ. 13-30). «…η κληματόβεργα αποδείχνεται- όπως συμπεραίνουμε από τη συχνότητα των παραδειγμάτων-το περισσότερο δημοφιλές, με παράδοση που κρατάει τουλάχιστον από τη βυζαντινή εποχή και συνεχίζεται στην Τουρκοκρατία» (ό.π. σ.13).

Υπήρχαν βέβαια και άλλοι τρόποι κατασκευής στεφάνων γάμου, όπως από σύρμα που το στόλιζαν με άνθη πορτοκαλιάς, αλλά το επίθετο «δροσερά» δεν ταιριάζει σε τέτοιο είδος στεφάνια. Κατά τον Νικόλαο Πολίτη  θα μπορούσε να είναι καμωμένα, σύμφωνα με την παλαιά συνήθεια του ελληνικού λαού και από κλάδους ελαίας: «Τοιούτοι φαίνεται ότι είναι μόνοι εκ κλάδων ελαίας ή εκ κλήματος στέφανοι» (Παραδόσεις Β’, σ. 307-311).

Ο γάμος αποτελεί πάντοτε ένα εξαιρετικά χαρμόσυνο γεγονός, πολύ περισσότερο στην εποχή των εθίμων αυτών, όταν σε ορισμένα μέρη κι αυτή η κοπή των κλάδων κλήματος μεταβαλλόταν σε πανηγύρι, όπου όλο το χωριό πήγαινε «εν πομπή» στο αμπέλι με τραγούδια, χαρές και πυροβολισμούς. Αυτή η χαρά γίνεται στον ποιητή «αίνιγμα ανεξήγητο», αφού, όπως φαίνεται από τους προηγούμενους και τους επόμενους στίχους του ποιήματος, ο τόπος μας είναι σημαδεμένος από τη στέρηση και τη συμφορά. Τα «δροσερά στεφάνια» που νοηματικά και αισθητικά κατέχουν το κέντρο του ποιήματος, αυτή τη χαρά της ζωής θέλουν να συμβολίσουν, η οποία όμως καταντά για τον ποιητή αίνιγμα ανεξήγητο.

Αυτό όμως είναι μόνο το μισό μυστικό του στίχου και γίνεται ευκολότερα ανακοινώσιμο εν μέσω των θαλερών αμπελιών του Σεπτεμβρίου. Το άλλο μισό που σχετίζεται με τα «δάχτυλα» ποιο είναι; Ποιο είναι το μυστικό που κρύβει αυτή  η λέξη; Μήπως πρόκειται για  υπαινιγμό  άλλης γαμήλιας συνήθειας;  Θα προσφύγω πάλι στη Λαογραφία. Έχω επισημάνει τέσσερις περιπτώσεις εθιμικής σηματοδότησης της χρήσης των δαχτύλων:

α. Στα προξενιά του παλιού καιρού η προξενήτρα έχει τα δάχτυλα του χεριού της  κολλημένα με αγιοκέρι και φτύνοντας στον τοίχο λέει: «όπως κολλάει το σάλιο μου στον τοίχο, να κολλήσει κι ο λόγος που θα πω» (Γ. Α. Μέγας: Ζητήματα Ελληνικής Λαογραφίας, Β’., σ.118-119). Προφανώς το κόλλημα των δαχτύλων είναι μια  αναλογική μαγική πράξη –κατά το σχήμα  pars pro toto -, για να πετύχει το προξενιό. Τα δάχτυλα μάλλον συμβολίζουν τους νεονύμφους και η προξενήτρα τα κολλά, για να προδικάσει το μέλλον ευνοϊκά.

β. Παλαιότερα, όταν  έβγαιναν από το σπίτι να πάνε στην εκκλησία, «συνήρμοζον τους δακτύλους των νεονύμφων και εκάλυπτον αυτούς διά μανδηλίου, ούτω δε δια των κεκαλυμμένων δακτύλων κρατούμενοι εβάδιζον μέχρι ενός σημείου, ένθα ευρίσκοντες ‘ριζάκι’, λίθον αυτοφυή, επάτουν επ’ αυτού(…). Πατούντων των νεονύμφων επί του λίθου, ο πατήρ ή ο αδελφός της νύμφης πλησιάζων αφήρει το μανδήλιον και εχώριζε τους μέχρι τότε συνηνωμένους δακτύλους» (Α. Κουτσιλιέρης: «Γαμήλια έθιμα της Μάνης», Λαογραφία 19, σ. 175).

γ. Κατά τη στέψη η «συμπλοκή των δεξιών» γινόταν από τον ιερέα. Ακόμη και σήμερα ο ιερέας ενώνει τα δεξιά χέρια, που φέρουν ήδη τους δακτυλίους του αρραβώνα, ή ενώνει αγκιστροειδώς τα μικρά δάχτυλά τους και τα ξεχωρίζει στο τέλος της τελετής (Ν.Γ.Πολίτου, ό.π., σ.266).

δ. Τέλος, αφού ο παπάς αλλάξει τις βέρες, τα στεφάνια, ενώνει τα δάχτυλα των νεονύμφων, ενώ μια συγγενής τα σκεπάζει με ένα μαντήλι «έτσι, επειδή είναι ντροπή να  φαίνονται» (Αικατερίνη Χρυσουλάκη: «Έθιμα των Σφακιών της Κρήτης», Λαογραφία 17, σ.398).

 Τα έθιμα αυτά έχουν κατά βάση μαγικό-αναλογικό χαρακτήρα . Ο Σεφέρης που ασφαλώς είχε προσέξει αυτές τις χειρονομίες, θα κράτησε το καθαρό συγκινησιακό τους στοιχείο και οπωσδήποτε το αισθησιακό: τα δάχτυλα, που συμβολίζουν, καθαρά  για τους παρευρισκόμενους, τα δυο κορμιά των νεονύμφων που με το μυστήριο του γάμου ενώνονται μεταξύ τους. Γι’ αυτό και τα σκέπαζαν με το μαντήλι, «επειδή είναι ντροπή να φαίνονται». Εξάλλου η λέξη δάχτυλα είναι αισθησιακά φορτισμένη και για έναν άλλο λόγο, αφού δηλώνει ξεκάθαρα τον τόσο ευαισθητοποιημένο στην «αφή» ποιητή, μάλιστα πολύ συχνά  στην αφή του άλλου, του ερωτικού σώματος. (Και ποιος μπορεί να αποκλείσει για τον «απτικό» Σεφέρη πως, καθώς φανταζόταν τον ιερέα να βάζει και να βγάζει πολλές φορές στα τεντωμένα δάχτυλα των νεονύμφων τις βέρες, δεν σκεφτόταν και τη σεξουαλική πράξη). Έτσι μέσα από μια και μόνο λέξη (η ars poetica  του Σεφέρη επιδιώκει τη μεγάλη πυκνότητα του λόγου) ξεπηδά μια μεγάλη ερωτική χαρά, που ζευγαρώνει με τα «δροσερά στεφάνια», για να καταλήξει ωστόσο στη συνέχεια, μέσα στο όλο πεσσιμιστικό  χαρακτήρα του ποιήματος, στον σκεπτικισμό του «αινίγματος».

Με όλα τα παραπάνω αποκαλύφτηκε ολόκληρο το μυστικό του στίχου.

 

Το κείμενό μου αυτό βασίζεται στη διδακτορική μου διατριβή για τον Σεφέρη: Ο Κόσμος της Γοργόνας (Ε.Λ.Ι.Α.).

 

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.