Loading...
Γραφή & ΑνάγνωσηΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣΠρωτοσέλιδο

Χρ. Δ. Αντωνίου:  Το «Πάρθεν» του Κ.Π.Καβάφη  επ’ αφορμή της επετείου της Άλωσης της Κωνσταντινουπόλεως (Τρίτη, 29 Μαΐου 1453).  

Αυτές τις μέρες με αφορμή τη θλιβερή επέτειο της Άλωσης της Κωνσταντινούπολης (Τρίτη, 29 Μαΐου 1453) διάβασα μερικούς  θρήνους για την Άλωση που διέσωσε η λαϊκή μούσα και συνειρμικά οδηγήθηκα στο ποίημα «Πάρθεν» του Καβάφη, που το έγραψε αντλώντας την έμπνευσή του απ’ αυτούς τους θρήνους, και έχει ως θέμα του την Άλωση της Πόλης.

Το «Πάρθεν», αν και ανήκει στα «Κρυμμένα» από τον ίδιο τον ποιητή στο Αρχείο του ποιήματα, έχει ωστόσο γίνει ήδη πολύ γνωστό, όχι μόνο γιατί ο Γ.Π. Σαββίδης τα δημοσίευσε στα 1968 (Κ.Π. Καβάφης, Ανέκδοτα ποιήματα 1882-1923) και σε δεύτερη έκδοση με νέο τίτλο (Κ. Π. Καβάφης, Κρυμμένα ποιήματα 1877;-1923), αλλά κυρίως γιατί αυτό το ποίημα κίνησε την προσοχή των φιλολόγων, μελετητών αλλά και αναγνωστών του Καβάφη, καθώς δεν μοιάζει με τ’ άλλα ποιήματά του. Κατά τον Ζήσιμο Λορεντζάτο το ποίημα «γενετικά δεν ανήκει πουθενά…είναι κάτι άλλο, ένα νέο ‘φασούλι’ που φύτρωσε ξαφνικά» και αποτελεί «ένα άνοιγμα στον καβαφικό ορίζοντα που τον θεωρούσαμε ουσιαστικά και τυπικά κλεισμένο» (Ζ. Λορεντζάτος: Μικρά αναλυτικά στον Καβάφη).

Πράγματι κάποια υλικά δόμησης του ποιήματος είναι νέα στην καβαφική ποίηση και έχουν από πολύ νωρίς επισημανθεί από τους μελετητές. Τέτοιο νέο υλικό είναι η χρήση παραθεμάτων από δημοτικά τραγούδια, από τους θρήνους για την Άλωση. Αν και ξέρουμε δηλαδή ότι σε κάποια στιγμή, στα 1914, ο ποιητής είχε μια ειδική απασχόληση με το δημοτικό τραγούδι για να γράψει στην αλεξανδρινή «Νέα Zωή» για το βιβλίο του Ν.Γ. Πολίτη «Εκλογαί από τα τραγούδια του Ελληνικού λαού» αλλά και κατά την περίοδο: Αύγουστος 1919-Σεπτέμβριος 1920,  γιατί σ’ αυτή την περίοδο  ετοίμαζε, όπως μας πληροφορεί ο Γ.Π. Σαββίδης στις σημειώσεις των «Κρυμμένων», μια μαθητική ανθολογία δημοτικών τραγουδιών για τον Εκπαιδευτικό Όμιλο της Αιγύπτου, ωστόσο σε κανένα άλλο ποίημά του δεν παραπέμπει σε δημοτικό τραγούδι, παρά μόνο στο «Πάρθεν», το οποίο γράφει τον Μάρτιο του 1921.  Είναι γνωστό άλλωστε ότι οι συνήθεις πηγές έμπνευσης των ιστορικών ποιημάτων του δεν ανήκουν  στα χρόνια της  Άλωσης, αλλά σε αρχαιότερα κείμενα.

Ο τίτλος «Πάρθεν», όπως εξηγεί ο Σαββίδης, είναι «γ’ ενικό παθ. Αορίστου του ποντιακού ρήματος επαίρω=επάρθηκε, αλώθηκε (εάλω)». Το κύριο και συνταρακτικό νόημά του ποιήματος είναι η Άλωση της Πόλης, όπως ήδη ειπώθηκε μόλις παραπάνω, και γενικότερα της Ρωμανίας (της Βυζαντινής δηλαδή Αυτοκρατορίας, της ανατολικής  Χριστιανοσύνης) και πρέπει ν’ απαντηθεί το ερώτημα για ποιο λόγο ο ποιητής χρησιμοποιεί στο «Πάρθεν», έξω από τη συνήθειά του, αποσπάσματα δημοτικών τραγουδιών-θρήνων. Η καταγωγή του από την Κωνσταντινούπολη, ενώ γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια και ανατράφηκε με αγγλικές συνήθειες, δεν μπορεί ν’ αποτελέσουν βασική εξήγηση. Αν αυτό ίσχυε, θα χρησιμοποιούσε στην ποίησή του κι άλλες φορές αποσπάσματα δημοτικών τραγουδιών. Άρα κάπου αλλού πρέπει να αναζητήσουμε την κύρια αιτία που τον οδήγησε στη χρήση τους στο «Πάρθεν».

Το ποίημα ξεκινάει με μια αναφορά στην απασχόλησή του Καβάφη, τις μέρες που έγραψε το ποίημα, με δημοτικά τραγούδια, που αναφέρονται στα κατορθώματα των «κλεφτών» στους πολέμους εναντίον των Τούρκων. Τα βρίσκει πως είναι «συμπαθητικά», όχι βέβαια με τη  συγκατάβαση του λόγιου, του «σοφολογιότατου» του Σολωμού, αλλά με τη θέρμη του πατριώτη, γιατί είναι τραγούδια ελληνικά, «δικά μας», «Γραικικά». Ο συγκινησιακός χαρακτήρας αυτού του στίχου είναι εμφανής. Ο όρος «Γραικοί», που δηλώνει τους Έλληνες κυρίως των προεπαναστατικών χρόνων, διατρέχει σε βάθος τον κάθετο χρονικό άξονα της ελληνικής ιστορίας και πρωτοαναφέρεται από τον Αριστοτέλη στα «Μετεωρολογικά» του. (Για τον όρο Γραικοί δες: Περί ου, Γεωργία Παπαδάκη, Ελλάς – Έλληνες – Γραικοί, 23 Μαΐου 2020). Αυτός ο εκπρόσωπος του ευρύτερου ελληνισμού αισθάνεται,  διαβάζοντας αυτά τα τραγούδια, να προσεγγίζει μιαν αίσθηση φυλετικής περηφάνιας.

ΠΑΡΘΕΝ

Αυτές τες μέρες διάβαζα δημοτικά τραγούδια,

για τ’ άθλα των κλεφτών και τους πολέμους,

πράγματα συμπαθητικά· δικά μας, Γραικικά.

Αντίθετα, διαβάζοντας τα άλλα, «τα πένθιμα για τον χαμό της Πόλης», τα συναισθήματά του ταυτίζονται με εκείνα που διαχέονται στους Θρήνους αρ.CXCIV και CXCV με τίτλο «Άλωσις Κωνσταντινουπόλεως» (Συλλογή του Passow):

Διάβαζα και τα πένθιμα για το χαμό της Πόλης

«Πήραν την Πόλη, πήραν την· πήραν την Σαλονίκη».

Και την Φωνή που εκεί που οι δυο εψέλναν,

«ζερβά ο βασιλιάς, δεξιά ο πατριάρχης»,

ακούσθηκε κι είπε να πάψουν πια

«πάψτε παπάδες τα χαρτιά και κλείστε τα βαγγέλια»

πήραν την Πόλη, πήραν την· πήραν την Σαλονίκη.

Μόνο η μεγάλη συγκίνηση από τον χαμό της Πόλης (1953) και από την κατάληψη της Θεσσαλονίκης (1930) οδηγούν, κατά τη γνώμη μου, τον ποιητή να χρησιμοποιήσει τόσο εκτενείς  φράσεις από τους θρήνους, γιατί ίσως θεωρεί πως  η δική του φωνή δεν αρκεί για να εκφράσει το τόσο οδυνηρό για όλον τον ελληνισμό συναίσθημα απ’ αυτή τη διπλή  Άλωση, η οποία είχε τόσο καταστρεπτικές συνέπειες για τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Ο τελευταίος στίχος αυτής της στροφής, που δεν βρίσκεται μέσα σε εισαγωγικά (Πήραν την Πόλη, πήραν την· πήραν την Σαλονίκη) γίνεται φωνή του ίδιου του συμμετέχοντος στον θρήνο ποιητή κι ακούγεται σαν ηχώ της κλαίουσας λαϊκής μούσας.

Απ’ όλα όμως τα τραγούδια, τους θρήνους, περισσότερο τον συγκίνησε, όπως ο ίδιος ομολογεί μέσα στο ποίημα, ένα «Τραπεζούντιον άσμα» (αρ. CXCVIII “Τραπεζούς»). (Να σημειώσουμε εδώ ότι ο πατέρας της μητέρας του ποιητή καταγόταν από την Τραπεζούντα):

Όμως απ’ τ’ άλλα πιο πολύ με άγγιξε το άσμα

το Τραπεζούντιον με την παράξενή του γλώσσα

και με την λύπη των Γραικών των μακρινών εκείνων

που ίσως όλο πίστευαν που θα σωθούμε ακόμη.

Μ’ αυτούς τους στίχους επιχειρεί ο ποιητής να ενώσει παρά την απόσταση, γεωγραφική και χρονική, τον κόσμο της καταποντισμένης Βυζαντινής Αυτοκρατορίας από τον οποίο βγήκαμε όλοι εμείς. Οι μακρινοί εκείνοι Γραικοί, δηλαδή οι Πόντιοι, αναλαμβάνουν μέσα στο ποίημα όλο το συναισθηματικό βάρος, όλη τη θλίψη που αισθάνονταν και οι Έλληνες του κυρίως ελληνικού χώρου για την Άλωση της Πόλης και τρέφουν την ελπίδα για τη σωτηρία τού τότε και του μετέπειτα ελληνισμού (που ίσως όλο πίστευαν που θα σωθούμε ακόμη). Ελπίδα που στα χρόνια γραφής του ποιήματος (1921) διαψεύστηκε, αφού ήδη είχε αρχίσει από τους Νεότουρκους η γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου. Η καβαφική συνείδηση με αγάπη αγκαλιάζει όλους τους Έλληνες, όπου κι αν βρίσκονται σε χρόνο και σε τόπο και νομίζω ότι χρησιμοποιεί το Τραπεζούντιον άσμα, που παρά «την παράξενή του γλώσσα» είναι ελληνικότατο, όχι τόσο για να ξαναθυμίσει τον πόνο για την Άλωση, αλλά για να στηλιτεύσει τους εκτοπισμούς και τις σφαγές των Ελλήνων του Πόντου της εποχής εκείνης. Αυτή λοιπόν είναι η απάντηση, πάντοτε κατά τη γνώμη μου, για τον λόγο που ο Καβάφης καταφεύγει σ’ αυτά τα τραγούδια. Ενώνει τη δύναμη της  φωνής του με την σπαρακτική κραυγή των Ελλήνων του Πόντου για το πάρσιμο της Ρωμανίας και το τραγικό παρόν του εξολοθρεμού τους:

Μα αλίμονον μοιραίον πουλί «απαί την Πόλην έρται»

με στο «φτερούλν’ αθε χαρτίν περιγραμμένον

κι ουδέ στην άμπελον κονεύ’ μηδέ στο περιβόλι

επήγεν και εκόνεψεν στου κυπαρίσ’ την ρίζαν».

Οι αρχιερείς δεν δύνανται (ή δεν θέλουν) να διαβάσουν

«Χέρας υιός Γιαννίκας έν» αυτός το παίρνει το χαρτί,

και το διαβάζει κι ολοφύρεται.

«Σίτ’ αναγνώθ’ σίτ’ ανακλαίγ’ σίτ’ ανακρούγ’ την κάρδιαν.

Ν’ αοιλλή εμάς, να βάι εμάς, η Ρωμανία πάρθεν».

 

Στις σημειώσεις του Σαββίδη βρίσκουμε τις απαραίτητες λεξικολογικές διευκρινίσεις:

Περιγραμμένον: που περιέχει γραφή.

Εν ή ένι: είναι.

Ατός: αυτός.

Σιτ’: εκεί (χρον.)

Ανακρούγ’: χτυπάει.

Αοιλλή: αλί, αλίμονο.

Βάι (από το περσικό vay): θρησκευτικό επιφώνημα.

Ρωμανία: η Πόλη· κατ’ επέκταση, η ανατολική Χριστιανοσύνη.

 

Μετά απ’ αυτές τις διευκρινίσεις διευκολύνεται κατά πολύ η κατανόηση  του νόηματος της τελευταίας στροφής του ποιήματος: Τα νέα για την Άλωση φτάνουν στην Τραπεζούντα μ’ ένα πουλί που στη φτερούγα του έχει γραμμένο ένα χαρτί. Σταματά στη ρίζα ενός κυπαρισσιού δημιουργώντας έτσι δυσοίωνες συσχετίσεις όσο αφορά  την είδηση που φέρνει. Κανείς δεν θέλει να διαβάσει το δυσάρεστο  μήνυμα παρά μόνο ο γιος μιας χήρας τολμά να  το διαβάσει θρηνώντας.

Το κεντρικό θέμα, ο βαθύς πόνος του ποιήματος ανακεφαλαιώνεται στον τελευταίο αριστουργηματικό λαϊκό  στίχο που μοιάζει σαν τον τελευταίο σπαραγμό του ψαριού έξω από το νερό:

Ν’ αοιλλή εμάς, να βάι εμάς, η Ρωμανία Πάρθεν.

Όλ’ αυτά για το ποίημα είναι, λιγότερο ή περισσότερο, γνωστά. Νομίζω ότι δεν «εκόμισα» σχεδόν τίποτε στην ερμηνεία του ποιήματος. Είπαμε όμως: Επ’ αφορμή της επετείου της Άλωσης.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Οι γνώμες για την αξία του ποιήματος διχάζονται. Άλλοι το θεωρούν αποτυχημένο, ενώ άλλοι κρίνουν πως είναι ποίημα άρτιο, όσο και πολλά από τα εγκεκριμένα από τον ίδιο τον ποιητή.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.