Loading...
ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ

ΧΡ. Δ. ΑΝΤΩΝΙΟΥ: Μια άποψη για τα ερωτικά ποιήματα του Καβάφη

Με το  κείμενο αυτό  επιθυμώ να δείξω ότι τα ερωτικά ποιήματα του Καβάφη εξυπηρετούν, λιγότερο ή περισσότερο, τη  βιοθεωρία του όσο και τα μη ερωτικά του.  Αυτή η βιοθεωρία  σχετίζεται με την έννοια  της  ελευθερίας. Απαντάει δηλαδή στο ερώτημα αν και κατά πόσο  είναι  ελεύθερος  ο άνθρωπος να διαμορφώνει τα γεγονότα της ζωής του. Μήπως δεν είναι, γιατί υπάρχει κάτι άλλο, πάνω από τη θέλησή του, κάτι σαν μοίρα που τον καθορίζει;

Για να γίνει κατανοητό,  θα αναφέρω ότι ο Σολωμός, ζώντας στην εποχή της Επανάστασης του Έθνους μας, θεωρεί ότι ο άνθρωπος είναι ελεύθερος, ακόμη και όταν είναι πολιορκημένος από τα δεινά της ζωής, όπως π.χ. οι  «Ελεύθεροι Πολιορκημένοι» Μεσολογγίτες. Ο Παλαμάς, ζώντας σε μια εποχή που η Ελλάδα, στα πλαίσια της Μεγάλης Ιδέας, επεκτείνεται,  θεωρεί ότι η ελευθερία κατακτιέται με εσωτερικό (ψυχικό-πνευματικό) και εξωτερικό (κοινωνικό-εθνικό) αγώνα.

Στη βιοθεωρία τώρα του Καβάφη, που ζει σε μια συντηρητική αλεξανδρινή κοινωνία που ασφαλώς δεν ανέχεται τις  ομοφυλικές του προτιμήσεις, δεν υπάρχει καθόλου αίσθηση της ελευθερίας, παρά μόνο η αίσθηση της ιστορικής αναγκαιότητας, των κοινωνικών και  εν γένει  των υπαρξιακών δεσμεύσεων. Αυτή η αίσθηση απουσίας της ελευθερίας είναι πανταχού παρούσα στην ποίησή του. Ως παράδειγμα και μόνο υπενθυμίζω το   πολύ γνωστό και εμβληματικό ποίημά του :

Τείχη

Χωρίς  περίσκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ
μεγάλα κ’ υψηλά τριγύρω μου έκτισαν τείχη.

Και κάθομαι και απελπίζομαι τώρα εδώ.
Άλλο δεν σκέπτομαι: τον νουν μου τρώγει αυτή η τύχη·

διότι πράγματα πολλά έξω να κάμω είχον.
Α όταν έκτιζαν τα τείχη πώς να μην προσέξω.

Αλλά δεν άκουσα ποτέ κρότον κτιστών ή ήχον.
Ανεπαισθήτως μ’ έκλεισαν από τον κόσμον έξω.

Καθαρά φαίνεται πως  το υποκείμενο του ποιήματος βρίσκεται εγκλωβισμένο  μέσα σε τείχη  που τα έχτισαν χωρίς να το καταλάβει (ανεπαισθήτως ). Και ασφαλώς εύκολα αντιλαμβάνεται  κανείς ότι τα τείχη αυτά  τα υψώνουν ποικίλοι κοινωνικοί, ηθικοί, οικονομικοί, θρησκευτικοί, βιολογικοί φραγμοί. Συνειδητοποιεί δηλαδή  ο ποιητής  ότι η ελευθερία του δεν είναι δεδομένη. Υπάρχει κάτι σαν μοίρα που του επιβάλλεται.

Στο ποίημα: «Κηδεία του Σαρπηδόνος» (Ο Σαρπηδών είναι,  κατά τον μύθο, γιος του Δία και τον σκότωσε ο Πάτροκλος), ούτε ο Δίας, ο πατέρας του, δεν μπορεί να  σώσει τον γιο του από τον θάνατο. Πάνω κι από τον θεό υπάρχει ο Νόμος της Ανάγκης.   Τέτοια ποιήματα, που δείχνουν εμφαντικά τον αδήριτο αυτό  Νόμο υπάρχουν πάμπολλα  μέσα στην καβαφική ποίηση: « Άγε , ω βασιλεύ Λακεδαιμονίων», «Απολείπει ο θεός Αντώνιον», «Οι Tρώες»,  «Η Πόλις»  κ.ά.

Συμπέρασμα: Κατά τον Καβάφη λοιπόν  ο άνθρωπος δεν είναι ελεύθερος!  Δεν υπάρχει ελευθερία!

Αυτό  που υπάρχει, όπως θα φανεί παρακάτω,  είναι μόνο μια διάσταση ελευθερίας. Δηλαδή, αν και είναι φυσιολογικό ο άνθρωπος μπροστά σ’ ένα κακό  που τον βρίσκει  να μην αντιδρά με θάρρος, με δύναμη, αλλά πιθανόν   θρηνώντας και μένοντας ίσως  άπραγος,  παραδεχόμενος  έτσι την αδυναμία του,  ο Καβάφης  μάς δείχνει έναν άλλο δρόμο:  το μοιραίο κακό  να το αντιμετωπίζουμε όχι με θρήνους, αλλά με ψυχραιμία,  με περηφάνια και με αξιοπρέπεια. Να μη φαίνεται σε καμιά μας κίνηση ότι υποκύψαμε κι ας έχουμε βαθιά επίγνωση του χαμένου παιχνιδιού. Υπενθυμίζω  σ’ αυτό το σημείο πάλι το ποίημα: «Απολείπειν ο θεός Αντώνιον», στο οποίο ο ποιητής συμβουλεύει τον Αντώνιον:  «Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος,/ αποχαιρέτα την , την Αλεξάνδρεια που φεύγει(…)  όχι με των δειλών τα παρακάλια  και παράπονα…».  Το «σαν» μάλιστα αναιρεί αρκετή ουσία από το «θαρραλέος», αφού στη συνείδησή μας  η θαρραλέα στάση εξισώνεται με την ελευθερία. Το «σαν» οριοθετεί την απόσταση ανάμεσα στην ελευθερία και την  καβαφική  διάσταση  ελευθερίας.

Αν μας χρειαζόταν ένα ακόμη παράδειγμα για να φανεί καθαρά αυτή η διάσταση, θα παρέπεμπα πάλι στο «Άγε ω βασιλεύ Λακεδαιμονίων», στο οποίο η Κρατησίκλεια, μητέρα του Κλεομένη, βασιλιά της Σπάρτης, αντιμετωπίζει το μοιραίο κακό, να πάει δηλαδή στην Αλεξάνδρεια ως όμηρος, με περισσή αταραξία: «Τίποτε δεν απόδειχνε η ατάραχη μορφή της απ’ τον καημό και τα τυράννια της».  Συμβουλεύει μάλιστα τον γιο της, με λόγια παρμένα από τον Πλούταρχο, όταν η  συγκινητική μέχρι δακρύων σκηνή του αποχωρισμού τους έπαιρνε τέλος μέσα στον ναό του Ποσειδώνα:

«‘Αγε ω βασιλεύ Λακεδαιμονίων, όπως, επάν έξω/γενώμεθα, μηδείς ίδη δακρύοντας /ημάς μηδέ ανάξιόν τι τη Σπάρτη/ ποιούντας. Τούτο γαρ εφ’ ημίν μόνον».

Αυτή όμως η αξιοπρέπεια  δεν  είναι καθόλου εύκολο να κατακτηθεί,  χρειάζεται να επιδείξει ο άνθρωπος  γενναιότητα , να την επιλέξει. Αυτή η επιλογή είναι η διάσταση ελευθερίας  που μπορεί να έχει κατά τον Καβάφη ο άνθρωπος. Στις «Θερμοπύλες» του στους πολεμιστές,  σε οποιοδήποτε  βέβαια τομέα της ζωής,

«περισσότερη τιμή τους πρέπει όταν προβλέπουν (και πολλοί προβλέπουν) πως ο Εφιάλτης θα φανεί στο τέλος κ’ οι Μήδοι επί τέλους θα διαβούνε».

Ε, λοιπόν!  Αυτή η γενναιότητα, αυτή η ψυχραιμία κι η αξιοπρέπεια αποτελεί το κέντρο της καβαφικής ηθικής που επιτάσσει να είμαστε  ανδρείοι ζώντας μέσα σ’ ένα κόσμο ανάγκης και ανελευθερίας.

Το κύριο μοιραίο κακό τώρα για τον Καβάφη, όλοι ξέρουμε, ήταν η  ομοφυλοφιλία του. Και το λέω κακό,  σήμερα που τόσες συζητήσεις γίνονται για την επιλογή ταυτότητας του φύλου, γιατί και ο ίδιος έτσι το θεωρούσε ζώντας  μέσα στη συντηρητική αλεξανδρινή κοινωνία του καιρού του. Ξέρει ότι αυτό δεν πρόκειται να αλλάξει. «Ομνύει» κάθε τόσο ν’ αρχίσει μια διαφορετική ζωή,

 «Αλλ’ όταν έλθει η νύχτα με τις δικές της συμβουλές /(…) με τη δική της δύναμι,/

 του σώματος που θέλει και ζητεί, στην ίδια/ μοιραία χαρά, χαμένος ξαναπιαίνει».

Το παιχνίδι είναι χαμένο.  Όμως «ομνύει», ορκίζεται πως θα αλλάξει τη ζωή του, αγωνίζεται στις δικές του Θερμοπύλες.  Αγωνίζεται  επίμονα για την τιμή του. Από μια άλλη παραπλήσια άποψη,  αυτόν τον αγώνα του, σε ορισμένα ποιήματά του, δεν θέλει να τον δείχνει,  δεν θέλει καν  να φαίνεται ότι ενεργεί κάτω από την πίεση του μοιραίου κακού. Αντίθετα, κιόλας,  ωραιοποιεί τα πράγματα, σαν να είναι ελεύθερος, προσπαθώντας  έτσι  να κερδίσει την όποια διάσταση ελευθερίας και αξιοπρέπειας. Στο ποίημά του π.χ. «Επήγα» γράφει:

«Δεν εδεσμεύτηκα. Τελείως αφέθηκα κ’ επήγα./Στες απολαύσεις(…)επήγα μες στην φωτισμένη νύχτα./Κ’ ήπια από δυνατά κρασιά, καθώς που πίνουν οι ανδρείοι της ηδονής».

Αυτή την ειλικρίνεια, την ωραιοποίηση του κακού, την κατά μέτωπο αντιμετώπισή του μπορεί να τη βρει κανείς εμφαντικά σε πολλά καβαφικά ερωτικά ποιήματα: «Θυμίσου σώμα», «Επέστρεφε», «Επιθυμίες» κ.ά., αλλά και σε όλα γενικά τα ερωτικά του ποιήματα. Έτσι, αυτά τα ποιήματα δεν αποτελούν ιστορίες σεξουαλικότητας, αλλά μαρτυρούν τον προσωπικό αγώνα του ποιητή για αξιοπρεπή αντιμετώπιση του μοιραίου κακού που σημάδεψε τη ζωή του. Και συνδέονται με τη βιοθεωρία του το ίδιο ακριβώς, όπως και τα μη ερωτικά του ποιήματα. Άλλωστε, λένε ότι ο Καβάφης ένα μόνο ποίημα στην ουσία έγραψε  σε διαφορετικές παραλλαγές.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *