You are currently viewing Κλεονίκη Δρούγκα:  ένα διήγημα

Κλεονίκη Δρούγκα:  ένα διήγημα

ΧΑΙΡΕ, Ω ΧΑΙΡΕ

 

Ο Θωμάς έχει επηρεαστεί από την άνοιξη και δεν το κρύβει. Βγάζει το ποδήλατο από την αυλή του σπιτιού, ένα μικρό χωριατόσπιτο που νοικιάζει η οικογένεια εδώ και δέκα χρόνια και φεύγει βολίδα για τα χωράφια.  Τρέχει με φόρα στο χωματόδρομο, αριστερά και δεξιά από τα πράσινα στάρια κι αισθάνεται κυρίαρχος του κόσμου, ελεύθερος και Έλληνας. Το ‘χει μεγάλο καμάρι το Έλληνας. Στο Λύκειο τον φωνάζουν Αλβανέ, κάθε που του ζητούν να φέρει την μπάλα, στο κυλικείο Αλβανέ, όταν του δίνουν την τυρόπιτα και στην τάξη Αλβανέ, κάποιοι καθηγητές, γιατί το επίθετό του είναι μάλλον δύσηχο.

Η μόνη που τον φωνάζει Θωμά είναι η καθηγήτρια της ιστορίας. Κάθε φορά που μπαίνει η μέσα στην τάξη ο Θωμάς κατεβάζει το κεφάλι, την κοιτάζει κλεφτά, πιάνει το μολύβι και σημειώνει ό,τι αυτή λέει. Μεγάλο πράγμα ο έρωτας. Κι ακόμη μεγαλύτερο ο κρυφός. Κι ακόμη μεγαλύτερο ο ανέφικτος. Καίγεται ο Θωμάς μέσα του, ιδρώνει, πονάει, χάνει τα λόγια του και δείχνει τέτοια στοχοπροσήλωση που κι ο ίδιος εντυπωσιάζεται. Το τελευταίο άγχος μαζί της είναι η εργασία που τους ανέθεσε: να βρουν έναν αφανή ήρωα της επανάστασης του 21. Είναι τα 200 χρόνια από την επανάσταση, είναι και ό έρωτας που κινεί τα νήματα, είναι και ο Θωμάς σε ρήξη με την προσφώνηση «Αλβανέ» που του σφίγγει το στομάχι κι αποφασίζει να γράψει κάτι. Χώνεται στο δωμάτιο του και κλείνει την πόρτα. Ξαπλώνει ανάσκελα στο μονό του κρεβάτι, κλείνει τα μάτια τυ, βάζει τα ακουστικά που είναι συνδεδεμένα με το κινητό και επικεντρώνεται στις σκέψεις του.

Μπαίνει μέσα η μάνα του, κρατώντας ένα μικρό βιβλιαράκι και το αφήνει πάνω του. Της το έδωσε η κυρία του σπιτιού που καθαρίζει. Ο Θωμάς ανοίγει τα μάτια του και ρίχνει μια κλεφτή ματιά στο βιβλίο. Το πετάει στο πάτωμα. Ο Θωμάς ξαναφοράει τα ακουστικά. Η μάνα του δυσανασχετεί και φεύγει.  Ο Θωμάς δεν αποκρίνεται. Η μάνα του κλείνει την πόρτα. Ο Θωμάς σηκώνεται από το κρεβάτι, σκύβει και σηκώνει το βιβλίο. Διαβάζει τον τίτλο: «Δημήτριος Μεσθενεύς, Ο Θεσσαλονικιός τυπογράφος του 1821 και του Σολωμού».

Ο Θωμάς κάθεται στο κρεβάτι του, φορώντας ακουστικά και ακούγοντας μουσική. Ανοίγει το βιβλιαράκι. Το διαβάζει. «Σεπτέμβρης του 1821. Ένας νεοδιορισμένος ανώτερος δικαστής, ο Χαϊρουλλάχ, ανακρίνει έναν Έλληνα, ονόματι Μεστανέ. Τον συνέλαβαν και τον βασάνιζαν στις φυλακές του Λευκού Πύργου, γιατί μάθαινε στα παιδιά του τον “Θούριο” του Ρήγα Φεραίου. Λίγοι κατάφεραν να δραπετεύσουν από εκεί μέσα. Ο Μεστανεύς ήταν σ΄ αυτούς. Κατέβηκε στη νότια Ελλάδα ν΄ αγωνιστεί με τους επαναστάτες. Έφτασε στο Μεσολόγγι και ίδρυσε ένα τυπογραφείο. Τον Οκτώβρη του 1825 τύπωσε και κυκλοφόρησε για πρώτη φορά στην Ελλάδα τον “Ύμνο εις την ελευθερία” του Σολωμού. Στην έξοδο του Μεσολογγίου σκοτώθηκε».

Ο Θωμάς κλείνει τα μάτια και βλέπει το Λευκό Πύργο να αναδύεται μέσα από τη φουρτουνιασμένη θάλασσα. Από ένα παράθυρο περίπου στη μέση του πύργου, ένας άνδρας πέφτει στη θάλασσα. Κολυμπάει με όλες του τις δυνάμεις, φτάνει στη στεριά, κλέβει ένα άλογο και απομακρύνεται από τον πύργο. Το άλογο καλπάζει αριστερά στο χωματόδρομο, αριστερά και δεξιά από τα πράσινα στάχια. Τα ρούχα και τα μαλλιά του άντρα ανεμίζουν. Λίγο μετά τα χέρια του κατεβάζουν την πρέσα ενός πιεστηρίου. Έπειτα την σηκώνουν και από μέσα βγάζουν μια σελίδα. Ποδοβολητά, βοές και πλήθος κόσμου, καπνοί από κανόνια και τουφέκια, μάχες σώμα με σώμα με μαχαίρια. Έξοδος. Ο άντρας ορμάει στα σώματα των Οθωμανών. Το σώμα του πεσμένο στο έδαφος ποδοπατείται από το πλήθος.

Η τάξη χειροκροτεί. Ένας μαθητής γελώντας, φωνάζει. Από σήμερα θα τον λέμε Μεσθανεύ τον Αλβανό!

 

 

 

 

 

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.