You are currently viewing Κούλα Αδαλόγλου: Στάθης Ιντζές, Η Μήνα, και άλλες ιστορίες, εκδ. Κίχλη, 2019   

Κούλα Αδαλόγλου: Στάθης Ιντζές, Η Μήνα, και άλλες ιστορίες, εκδ. Κίχλη, 2019  

Η αιώρηση  ανάμεσα στο ρεαλιστικό και στην υπέρβασή του

 

Δέκα μικροαφηγήσεις, σε μια κομψή μικρή έκδοση.

Το κείμενο του οπισθόφυλλου ουσιαστικό και κατατοπιστικό.

Με τη δική μου ανάγνωση, θέλω να τονίσω το τράνταγμα από την εξέλιξη της πλοκής, που αιφνιδιάζει. Που το υποψιάζεσαι μετά το πρώτο διήγημα, το υποδειγματικό «Το πέτρινο σπίτι»,  και το περιμένεις, να ανατρέψει την ηρεμία των πραγμάτων. Ένα ξάφνιασμα τις πιο πολλές φορές δύσκολο ή και τραγικό. Που παίρνει άλλες διαστάσεις, καθώς το πραγματικό μπερδεύεται με το εξωπραγματικό, το υπερ-ρεαλιστικό, το μαγικό.

Σκηνικό δυστοπικό. Μια ύπαιθρος απροσδιόριστη. Όχι του παρελθόντος, αλλά του παρόντος. Που κρατάει πολλά από τα παλιότερα χαρακτηριστικά, αλλά αντανακλά το παρόν. Έτσι, οι καταστάσεις μοιάζουν περισσότερο αντίθετες με την καθημερινότητα που φανταζόμαστε, καθώς το απροσδιόριστο, το παράξενο, το ασυνήθιστο αλλά και το μη ρεαλιστικό εισβάλλουν στην αφήγηση και μπλέκονται με το πραγματικό.

Ακόμη και στο νησί το κλίμα αλλόκοτο, με την παρουσία του εκεί στον χώρο των ζωντανών. Ειδικά στις αφηγήσεις που διαδραματίζονται σε νησί υπάρχει ένας τόνος μυστηριακός, μια ατμόσφαιρα που κυριαρχείται από προλήψεις και δοξασίες που κατάγονται από το παρελθόν. Ένα κλίμα που θα το ονόμαζε κανείς, ως ένα βαθμό, παπαδιαμαντικό, κυρίως για τις διαφορετικές γυναικείες μορφές που δεσπόζουν στις αφηγήσεις – ας πούμε το Χαρουκλό,  ή τη Δημήτρω.

Όταν ήμαστε παιδιά, παίζαμε κυνηγητό στα λιθόστρωτα δρομάκια του χωριού. Υπήρχε όμως ένα μονοπάτι απ’ το οποίο δεν περνούσε ποτέ κανένας – ούτε νέος ούτε γέρος. Ο λόγος ήταν εκείνο το σπίτι που έμενε μια παράξενη γυναίκα, η τρελο-Δημήτρω. […]

Μόλις έφτασα ίσαμε δυο τρεις δρασκελιές μακριά απ’ το παράθυρο, με κάρφωσε με το βλέμμα της, κι εκείνα τα δυο κατάμαυρα μάτια σαν να με μάγεψαν και δεν μπορούσα να κουνηθώ. Τότε είδα καθαρά, μα το Θεό, μες στις κόρες των ματιών της τα μάτια του μικρού κοριτσιού να με κοιτούν εξεταστικά.

(«Η τρελο-Δημήτρω», σ. 19, 21)

 Ο αφηγητής στη συγκεκριμένη περίπτωση πριμοδοτεί το παράδοξο, το αποδέχεται, ενισχύοντας τη μυστηριακή ατμόσφαιρα. Γενικά οι αφηγήσεις της συλλογής συναντούν τον μαγικό ρεαλισμό, χωρίς να περιορίζονται σε αυτόν. Το αλλόκοτο, το περίεργο τέμνονται με το πραγματικό και εισχωρούν σε αυτό. Με τα υπερρεαλιστικά στοιχεία να καθορίζουν συχνά την ατμόσφαιρα των κειμένων.

Στην ομότιτλη με τη συλλογή «Μήνα», εντούτοις, όλη η αλλόκοτη κατάσταση και η δράση της Μήνας, η οποία έχει ένα ράμφος κοφτερό, οριζόντιο και μυτερό σαν σταυρωτό κατσαβίδι και διαπερνά το μάτι και το κρανίο αυτού που θέλει να την παρατηρήσει από την κλειδαρότρυπα στην αποθήκη όπου ζει,  υπονομεύονται από ένα λένε:

Αυτό, λένε, είναι το τίμημα που πληρώνει ο περίεργος ξένος που επισκέπτεται το χωριό για λίγες μόνο μέρες κι έπειτα επιστρέφει στην καθημερινότητα της πόλης, αδιαφορώντας για τη μοναξιά των χωρικών, που ήταν γι’ αυτόν απλώς μέρος ενός ευχάριστου διαλείμματος. (σ. 23)

Η δύσκολη, απροσδόκητη κατάληξη των αφηγήσεων γίνεται περισσότερο ακραία και απρόοπτη από ό,τι περιμένει ο αναγνώστης στην περίπτωση του μικρού Αρθούρου με το ταλέντο στη ζωγραφική, που γίνεται αντικείμενο φθόνου από τους συμμαθητές του λόγω της αδυναμίας που του δείχνει η δασκάλα, για το ταλέντο του. Τα παιδιά είναι συχνά ιδιαίτερα σκληρά, κι έτσι φέρονται εδώ στον Αρθούρο, ανελέητα, ενώ την τραγικότητα της κατάστασης επιτείνει η αθωότητα του μικρού, που το προηγούμενο βράδυ είχε συμμορφωθεί στην απαίτησή τους να κατεβάσει τις ζωγραφιές του που τους ενοχλούσαν:

Μόλις το προηγούμενο βράδυ είχε ζωγραφίσει τα χαρούμενα πρόσωπα των δύο συμμαθητών του, τη στιγμή που εκείνος ξεκρεμούσε τις ζωγραφιές του από τον τοίχο.

(«Αρθούρος», σ. 36)

Η αιώρηση  ανάμεσα στο ρεαλιστικό και στην υπέρβασή του είναι το χαρακτηριστικό στοιχείο στο αφήγημα «Το Χαρουκλό». Η εισβολή του μη ρεαλιστικού γίνεται βαθμιαία αλλά με αυξανόμενο ρυθμό, καθώς προχωρά η αφήγηση. Το αγόρι στην αρχή μιλά ρεαλιστικά και δίνει μια συγκεκριμένη εξήγηση για την οικογενειακή τους κατάσταση: ο πατέρας πνίγηκε πριν από 10 χρόνια, αλλά η μητέρα του δεν θέλει να το αποδεχτεί. Πράγματι, το πλαίσιο ανατρέπεται άρδην από τη μητέρα, που δηλώνει πως περιμένει τον άντρα της από στιγμή σε στιγμή.

Δεν γύρισε ποτέ. Δεν βρέθηκε ούτε εκείνος ούτε η βάρκα. «Από κείνη τη μέρα η μητέρα μου περιμένει πάντα με την πόρτα ανοιχτή να γυρίσει ο πατέρας μου. […] Μερικές φορές η συμπεριφορά της είναι τόσο αλλόκοτη, που με κάνει κι εμένα να πιστεύω ότι θα γυρίσει. Με κυριεύει τότε ένα ανατριχιαστικό αίσθημα ότι θα τον δω να μπαίνει και να μου στύβει το κεφάλι με τα βρόμικα χέρια του». Εκείνη τη στιγμή κατέβηκε τις σκάλες η μητέρα του. «Ελπίζω να μη σας ενοχλεί η πόρτα», είπε στο Χαρουκλό. «Όπου να ’ναι έρχεται ο άντρας μου απ’ το ψάρεμα, βλέπετε». […] («Το Χαρουκλό», σ. 30-31)

Με αποκορύφωμα την εμφάνιση του ίδιου του πατέρα, καθώς έρχεται βρεγμένος και χαμογελαστός από τη θάλασσα.

Στο σκοτάδι που ’χε αρχίσει να πέφτει φάνηκε η φιγούρα ενός άντρα που διέσχιζε τη μικρή προβλήτα και προχωρούσε προς την αυλή του σπιτιού. «Ορίστε, δεν σας είπα ότι δεν προσέχει καθόλου; Σύρε, παιδί μου, να φέρεις στεγνά ρούχα για τον πατέρα σου», πρόσταξε το αγόρι, ενώ ο άντρας της βάδιζε τώρα ανέμελα προς το εσωτερικό του σπιτιού, με έναν χαρούμενο σκοπό στα χείλη. («Το Χαρουκλό», σ. 31-32)

Πιστέυω πως το «κλειδί» σε όλη την αφήγηση είναι το Χαρουκλό. Αυτή που μαζί με τη Δημήτρω ανέφερα πως με γυρίζουν στις μορφές του Παπαδιαμάντη. «Αγαθιάρα» την ονομάζει ο αφηγητής από την αρχή του κειμένου. Κλεισμένη στον εαυτό της, μοναχική, με τη μεγάλη της αγάπη τον κήπο και τα φυτά της. Εκεί βρίσκει διέξοδο, αυτός είναι ο δικός της κόσμος. Κοιτάζει σπίτια στο νησί, όταν λείπουν οι ιδιοκτήτες τους κυρίως, όπως θα γινόταν και στη συγκεκριμένη περίπτωση της οικογένειας. Με τα χρήματα ζει αλλά και πλουτίζει τον μαγικό της κήπο. Εκεί που ονειρεύεται. Πόσο στην πραγματικότητα ζει το Χαρουκλό; Πόσο ευεπίφορη είναι να βιώσει τις αντικρουόμενες εκδοχές;

«Ποια ήταν αυτή που στεκόταν μπροστά στην πόρτα και σου μιλούσε;» ρώτησε εκείνος. «Μια παράξενη χωριάτισσα που μου ’βαλε τις φωνές γιατί παραμελώ τον κήπο μας. Άλλο και τούτο πάλι!» απάντησε εκείνη. Ο άντρας μπήκε στο σπίτι κι έκλεισε την πόρτα πίσω του.

(«Το Χαρουκλό», σ. 32)

Έτσι κλείνει η αφήγηση. Με το Χαρουκλό να μην «ακούγεται» ως αντίδραση. Αποσβολωμένη; Δίβουλη; Ποια συζήτηση έγινε; – έγινε η συζήτηση; Ο αναγνώστης αιωρείται ανάμεσα στο πραγματικό και στο μη ρεαλιστικό. Και ίσως να θέλει να μείνει εκεί, σ’ αυτή την αιώρηση.

Το διήγημα «Το πέτρινο σπίτι» οργανώνεται με αξιοπρόσεχτη οικονομία και ισορροπία στην πύκνωσή του. Η αποκάλυψη και ανατροπή του τέλους γίνεται αριστοτεχνικά, καθώς μπλέκονται αξεδιάλυτα η ζωή με τον θάνατο, το πραγματικό με το φανταστικό. Και οι φωνές, ο αφηγητής, που μιλά σε α΄ πληθυντικό πρόσωπο, αφηγείται σε δύο επίπεδα, το πραγματικό και το μη ρεαλιστικό, με μια ομαλότητα που εντυπωσιάζει.

Είπαμε ν’ αφήσουμε το αυτοκίνητο και να συνεχίσουμε πεζή. Πήραμε μια κατηφόρα, χωρίς να ξέρουμε πού πηγαίναμε. Έπειτα περπατήσαμε για λίγο – το χιόνι τσιτσίριζε παρθένο κάτω από τα πόδια μας. […]

Ξαφνικά πρόβαλε μπροστά μας ένα πέτρινο σπίτι με ξύλινη στέγη. Χτυπήσαμε την πόρτα και μια γυναίκα με γκρίζα μαλλιά μας προσκάλεσε μέσα. Καθίσαμε γύρω από το τζάκι και απολαύσαμε γλυκό του κουταλιού και ζεστό ρόφημα.

Αμέσως μετά έρχεται η προσγείωση στην πραγματικότητα, η αφήγηση μιας άλλης εκδοχής για την έκβαση αυτής της διαδρομής. Μόνο που ο αφηγητής, που συνεχίζει να αφηγείται σε α΄ πληθυντικό πρόσωπο, μας συναντά πλέον από ένα άλλο επίπεδο, πέρα από την πραγματικότητα και τη ζωή.

Το αμάξι μας βρέθηκε καρφωμένο στα πεύκα του γκρεμού – δεν επέζησε κανείς. Μην αναρωτηθείτε αν ο θάνατος υπήρξε οδυνηρός. Η ζεστασιά γύρω από το τζάκι ήτανε τόσο γλυκιά. («Το πέτρινο σπίτι», σ. 14, 15)

Ας προσεχθούν οι εικόνες που ξεπηδούν από τη λιτή αφήγηση και διαμορφώνουν την ατμόσφαιρα.

Ελάχιστο χαμόγελο παρεισφρέει στις «Παιδικές αμαρτίες», και πάλι με την έννοια της αγάπης, όχι της ευτυχίας. Η μητέρα που φυλάγει, λιγοστά, κέρματα σε ένα κουτί. Δύο αγόρια, σε μικρή ηλικία, ο πατέρας από καιρό πεθαμένος. Δύσκολα τα βγάζουν πέρα. Τα παιδιά γνωρίζουν την ύπαρξη του κουτιού και το περιεχόμενό του. και υποκύπτουν κάποιες φορές στον πειρασμό να αφαιρέσουν μερικά κέρματα, για μικροχαρές. Η μητέρα κρατάει ένα ρόλο αυστηρό στο σπίτι. Και μια μέρα πιάνει τον μεγάλο στα πράσα, την ώρα του «αμαρτήματος». Εκείνος παγώνει. Οπότε, καταλυτική έρχεται η απάντηση της μητέρας, που φωτίζει εντελώς διαφορετικά τις σχέσεις μέσα σ’ αυτή την οικογένεια.

«Και γιατί νομίζετε ότι αφήνω εκεί αυτά τα χρήματα;». και βγήκε στην αυλή μη δούμε τα δάκρυα που έτρεχαν απ’ τα μάτια της. (σ. 25)

Είναι η μοναδική φορά που η συγκίνηση φθάνει στον αναγνώστη άμεσα, χωρίς άλλη επεξεργασία, και πετυχαίνει τον στόχο της.

Η έμφαση ωστόσο παραμένει πάντα στη ζοφερή πλευρά της ανθρώπινης ψυχής, της ανθρώπινης μοίρας.

Κάποιες φορές στους αφηγητές των ιστοριών συνυπάρχουν δύο φωνές: η φωνή ενός παιδιού που «βλέπει» τα γεγονότα και ενός ενήλικα που αφηγείται με συγκεκριμένη οπτική αλλά και χρονική απόσταση. Η μείξη των φωνών και των οπτικών δημιουργεί το ιδιαίτερο κλίμα των αφηγήσεων.

Η συμπυκνωμένη ένταση στην αφήγηση είναι το κύριο χαρακτηριστικό στη γραφή του Στάθη Ιντζέ, μαζί με τη θεματολογία που επιλέγεται και το ύφος γενικότερα. Οι επιλογές δηλαδή των λέξεων, η αποστασιοποιημένη αφήγηση, οι φωνές των αφηγητών, η λιτότητα της αφήγησης, οι εκφραστικοί τρόποι που πετυχαίνουν το δέσιμο του πραγματικού με το μη ρεαλιστικό, το υπερβατικό, το μαγικό. Οι εικόνες επίσης που υποστηρίζουν την αφήγηση, προκύπτουν από αυτή και αποδίδουν την ατμόσφαιρα που επιδιώκει κάθε φορά ο αφηγητής, και ο συγγραφέας.

 Όλα τα παραπάνω χαρακτηριστικά ζυμωμένα στην αφήγηση του Στάθη Ιντζέ δίνουν στη γραφή του την ενδιαφέρουσα ιδιαιτερότητά της.

 

Αφήστε μια απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.