Loading...
ΠΡΟΦΙΛ, ΑΝΦΑΣ, ΤΕΤ Α ΤΕΤΠρωτοσέλιδοΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Λένη Ζάχαρη, Προφίλ- Ανφάς- Τετ α’ Τετ με τον Κωστή Καπελώνη

ΠΡΟΦΙΛ

Ο Κωστής Καπελώνης γεννήθηκε στο Ρέθυμνο το 1952. Σπούδασε Μαθηματικά στο Πανεπιστημίο Αθηνών (αποφοίτησε το 1976) και Θέατρο στη Δραματική Σχολή του Θεάτρου Tέχνης Kαρόλου Kουν (αποφοίτησε το 1981).

Εργάζεται, ως επί το πλείστον, στο Θέατρο Tέχνης ως ηθοποιός, σκηνοθέτης, σχεδιαστής φωτισμών κα. Το 1998 γίνεται Kαλλιτεχνικός Διευθυντής του ΔHΠEΘE Kρήτης. Το 2000-2001 υπηρέτησε στο Kρατικό Θέατρο Bορείου Eλλάδος. Tο 2002 ίδρυσε τον θίασο “Θ όπως Θέατρο”, όπου ανέβασε τρεις παραστάσεις. Ως ηθοποιός έλαβε μέρος σε 45 και πλέον παραστάσεις του Θεάτρου Tέχνης (σε σκηνοθεσίες των Kαρόλου Kουν, Γιώργου Λαζάνη, Mίμη Kουγιουμτζή, Διαγόρα Χρονόπουλου). Παράλληλα σε πολλές παραστάσεις ήταν βοηθός των Γ. Λαζάνη και Μ. Κουγιουμτζή. Έχει σκηνοθετήσει (στο Θέατρο Τέχνης και αλλού) 60 περίπου παραστάσεις, σε έργα των Σαίξπηρ, Τσέχωφ, Ίψεν, Στρίντμπεργκ, Λόρκα, Ιονέσκο, Μπέκετ, Μίλλερ, Κοκτώ, Μπέρνχαρντ, Ρεζά, Μαγιόργκα, Χέλμαν και Σουρή, Βιζυηνού, Παπαδιαμάντη, Ξενόπουλου, Αναγνωστάκη, Σεβαστίκογλου, Μέντη, Μπουλώτη, Βέλτσου, Φλουράκη κ.α.) Διασκεύασε για το Θέατρο αφηγηματικά ή θεατρικά κείμενα, για παραστάσεις που σκηνοθέτησε· [Τρικυμία του Σαίξπηρ, Το Αμάρτημα της Μητρός μου του Βιζυηνού, Παραμύθι από Χαρτί (βραβείο δραματουργίας Κ. Κουν, 2003), Ο Λιόντας, Όλιβερ Τουίστ, Η Ζωή είναι Ωραία (από Διηγήματα του Τσέχωφ) κα.] Από το 1981 διδάσκει σε Δραματικές Σχολές, σε σεμινάρια κ.α. (Θεάτρο Tέχνης, Kρατικό Θεάτρο Bορείου Eλλάδος, Ίασμος, Δήλος, στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του ΕΚΠΑ). Είναι συνεργάτης και μέλος της Συντακτικής ομάδας του ηλεκτρονικού περιοδικού “Περί ου”, διατηρεί την στήλη “Θέατρο Με πάθος”.
Έχει γράψει και έχουν εκδοθεί, από το 1997 ως το 2010, ποιήματα με φωτογραφίες, ένα δοκίμιο, μία νουβέλα. Το 2019, ένα βιβλίο με φωτογραφίες «ΘΕΑΤΡΟ ΤΕΧΝΗΣ ΚΑΡΟΛΟΥ ΚΟΥΝ ΕΠΙΔΑΥΡΟΣ 1985-1998» Έχει εκθέσει φωτογραφίες. Στίχοι του έγιναν τραγούδια από τον Σταύρο Σιόλα.
Θέατρο στο ραδιόφωνο. Μια ταινία μικρού μήκους, «Νειλώ», του Τάσου Μπουλμέτη, (1979). Λίγα επεισόδια σε σειρές στην τηλεόραση.

ΑΝΦΑΣ

Λ.Ζ. Κωστή Καπελώνη, ευχαριστώ καταρχήν που δέχτηκες την πρόσκλησή μου.
Έφυγες από το Ρέθυμνο, όπου γεννήθηκες, για να γίνεις μαθηματικός. Πώς προέκυψε το θέατρο;


Κ.Κ. Το θέατρο υπήρχε παράλληλα ήδη από τα 13 μου 14. Στις δυο τελευταίες τάξεις του λυκείου πηγαίναμε με τους κολλητούς μου να διαβάσουμε στη δημοτική βιβλιοθήκη στο Ρέθυμνο κι εγώ διάβαζα τα θεατρικά βιβλια που είχε η βιβλιοθήκη. Όταν μπήκα στο μαθηματικό η πρώτη δουλειά που έκανα ήταν να πάω να γραφτώ στο τότε Θεατρικό Tμήμα του πανεπιστημίου. Η πρώτη παράσταση της ζωής μου ήταν στο Ηρώδειο, που παίξαμε τον Παπαφλέσσα του Σπύρου Μελά, για τα 150 χρόνια από την επανάσταση του ’21. Μετά ήμουν από τα βασικά στελέχη, όπου πρωταγωνίστησα και σκηνοθέτησα και έφτιαχνα και τα φώτα. Ε, άμα τελείωσα, πήγα στρατό και πριν τελειώσει ο στρατός έδωσα εξετάσεις στο Θέατρο Τέχνης και πέρασα. Είχα δώσει και στο τότε Λαϊκό Πειραματικό που είχε καλή σχολή, μήπως δεν με παίρνανε στο Τέχνης, πέρασα κι εκεί αλλά πήγα στο Τέχνης, που ήταν πρώτη επιλογή. Στα φοιτητικά χρόνια βλέπαμε πολύ θέατρο και πολύ τακτικά το Θέατρο Τέχνης. Είχα δει σχεδόν όλες τις παραστάσεις και βέβαια την εποχή εκείνη ο Κουν ήταν πια χωρίς αμφισβήτηση ο σημαντικότερος Έλληνας σκηνοθέτης.

       Στο ΣΠΟΡΤΙΓΚ, στην εκδήλωση του Θεατρικού Τμήματος του Πανεπιστημίου, για τον Κώστα Βάρναλη, 1975

-Λ.Ζ. Πώς αντέδρασαν οι γονείς σου όταν τους είπες ότι δεν θα γίνεις μαθηματικός;

Κ.Κ. Επειδή είχε υπάρξει μια ψυχολογική προετοιμασία τους, από τη συμμετοχή μου στο Θεατρικό Τμήμα του Πανεπιστημίου, είχαν εξοικειωθεί με την ιδέα. Όταν μπήκα στο Θέατρο Τέχνης είχα τελειώσει με το στρατό, με είδαν να παίζω στο Θέατρο Τέχνης και ένιωσαν ότι είχα δίκιο. Αλλά ήσαν πολύ καλοί άνθρωποι, με αγαπούσαν και φυσικά σέβονταν τις επιλογές μου.

                                       «ΟΝΕΙΡΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΗΣ ΝΥΧΤΑΣ» του Θεατρικού Τμήματος του Πανεπιστημίου, στο Ηρώδειο. 1972.

ΤΕΤ~ Α’ ΤΕΤ

Λ.Ζ. Μπαίνεις στο Θέατρο Τέχνης. Μαθητής του Κουν κι όχι μόνο. Πώς ήταν τα πράγματα; Αυστηρά; Ως δάσκαλος ο Κουν;


-Κ.Κ. Μπήκα στη σχολή, αλλά δεν είχα δάσκαλο τον Κουν. Ο Κουν δεν δίδασκε στη σχολή ήδη δεκαπέντε χρόνια πριν, αλλά ήταν πανταχού παρών και βέβαια έβλεπε όλες τις εξετάσεις μας. Από τον Γενάρη της πρώτης χρονιάς μας πήραν μερικούς από το πρώτο έτος να συμμετέχουμε στις καλοκαιρινές παραστάσεις. Για μεγάλη μας τύχη εκείνη τη χρονιά το Θέατρο Τέχνης ετοίμαζε για το καλοκαίρι δυο καινούργιες παραστάσεις αρχαίου δράματος για την Επίδαυρο και σε επανάληψη δυο περυσινές παραστάσεις, που περιόδευσαν στο εξωτερικό, στο φεστιβάλ των Εθνών στο Αμβούργο, Ιταλία, Γερμανία, Ολλανδία, Ελβετία. Οιδίποδας, Ειρήνη, Ιππής και Τρωαδίτισσες. Τα τρία σε σκηνοθεσία του Κουν και οι Ιππής η πρώτη σκηνοθεσία του Λαζάνη στην Επίδαυρο. Δηλαδή πρωτοετής μαθητής ήμουν από το πρωί μέχρι το βράδυ στο θέατρο. Κι έτσι πήγε για χρόνια συνέχεια. Γιατί ακόμη κι όταν τελείωσα τη σχολή με πήρε ο Λαζάνης βοηθό στη σχολή, οπότε η σχολή συνεχίστηκε παράλληλα με τις πρόβες και τις παραστάσεις. Είκοσι χρόνια συνέχεια, μετά ένα διάλειμμα 5 χρόνια εκτός Θεάτρου Τέχνης και επιστροφή από το 2003 μέχρι σήμερα. Τα τελευταία χρόνια βέβαια κάνω πολύ περισσότερες παραστάσεις εκτός Θεάτρου Τέχνης. Πιο τακτικά με το θίασο Συνθήκη, που κατάφερε να μπει στο κλαμπ των επιχορηγούμενων παραστάσεων, με ωραίες παραστάσεις και αρμονικές συνεργασίες.

                                                              Στη ΣΙΩΠΗ ΤΟΥ ΜΟΛΙΕΡΟΥ, στο Θέατρο Τέχνης, στη Φρυνίχου. 1995.

Λ.Ζ. Ποια πράγματα, παραστάσεις, λόγια του Κουν, σε σημάδεψαν και σε συνοδεύουν για πάντα;


Κ.Κ. Πρόλαβα τον Κουν εννιά χρόνια, που ήταν και τα χρόνια της απόλυτης επιτυχίας του και της αποδοχής πια εντός και εκτός Ελλάδος. Το πρώτο σημαδιακό πράγμα από τον Κουν ήταν η παράσταση Οπερέτα του Γκομπρόβιτς που είδα στο Υπόγειο, φοιτητής ακόμη στο Μαθηματικό. Ακόμη μέχρι τώρα θεωρώ ότι είναι μια από τις πέντε σπουδαιότερες παραστάσεις που έχω δει. Μετά, όταν μπήκα στο θέατρο, ήταν παρά πολλές οι στιγμές που σε καθήλωναν. Ο Κουν δεν έκανε βαθυστόχαστες αναλύσεις και θεωρίες. Το μεγαλείο του ήταν στις μικρές καθημερινές παρατηρήσεις, που σου ξεκλείδωναν τις πόρτες για να μπαίνεις στις καταστάσεις των ρόλων και το άλλο ιδιοφυές, όταν ο ίδιος έδειχνε μια μικρή φράση ή μια κραυγή που σου μετέφερε την ατμόσφαιρα της θεατρικής στιγμής.
Κι εκείνη η αίσθηση που είχε κάθε ηθοποιός, ότι ο Κουν πρόσεχε και οδηγούσε κάθε στιγμή της πρόβας. Πότε δεν ήταν αλλού το μυαλό του και αν κάτι τον απασχολούσε και δεν μπορούσε να παρακολουθεί την πρόβα σηκωνόταν κι έφευγε. Ένα άλλο του ιδιαίτερο προσόν ήταν
το εξής, κάθε φορά που ήταν πολύ αυστηρός, πολλές φορές πολύ σκληρός, όταν τελείωνε η πρόβα δεν άφηνε να μείνει η δυσαρέσκεια μεταξύ μας. Σε φώναζε χαμογελαστός, σου έλεγε μια πατρική παρατήρηση, τάχα μια τεχνική συμβουλή, έτσι χωρίς λόγο, μόνο και μόνο για να μη φύγεις από την πρόβα δυσαρεστημένος και στεναχωρημένος. Και βέβαια η αίσθηση πάντα ότι δεν υπάρχει ζωή έξω από το θέατρο.

Λ.Ζ. Το συναίσθημα του δέους σε διακατείχε απέναντι σε όλους τους δασκάλους και συνεργάτες του Θεάτρου Τέχνης; Ποιοι ήταν οι δάσκαλοί σου;


Κ.Κ. Επειδή ήμουνα ήδη χρόνια μανιώδης θεατής και μάλιστα ερασιτέχνης ηθοποιός, με περίσσιο νεανικό θράσος, δεν ένιωθα δέος με τους ανθρώπους του θεάτρου. Το δέος και ο σεβασμός ήρθε όταν γνώρισα το θέατρο από μέσα. Στα φοιτητικά μου χρόνια είχαμε μια οικειότητα με την τέχνη, γιατί υπήρχε και στην κοινωνία μεγαλύτερη επικοινωνία των ανθρώπων της Τέχνης, της Ποίησης, της Λογοτεχνίας με τους τότε νέους. Ήδη από τα γεγονότα της Νομικής, που υπήρχε ένας αναβρασμός στην καθημερινότητα του Πανεπιστημίου. Εμείς κάναμε θέατρο, ερασιτεχνικά μεν, αλλά σε μεγάλα θέατρα και με επαγγελματικές προδιαγραφές. Παίζαμε στο Ηρώδειο. Αλλά και αμέσως μετά την πτώση της Χούντας, κάναμε π.χ. βραδιά αφιέρωμα στον Βάρναλη, σε γεμάτο Σπόρτιγκ. Βραδιά ρεμπέτικου, με κορυφαίους ρεμπέτες, μέχρι η Ροζα Εσκενάζυ ήταν εκεί, σε γεμάτο ασφυχτικά Μινώα.
Ψάχνοντας τι έργο να ανεβάσουμε μια χρονιά πήγαμε στο σπίτι του Βασίλη Ρώτα, μας διάβασε τον Κολοκοτρώνη του και μας έκανε το τραπέζι. Παίζαμε Μπρέχτ και Πήτερ Βάις. Όταν μπήκα στο Θέατρο Τέχνης μου φαινόταν παράξενο να λέω τον Κουν, κύριο Κουν, όταν εμείς χρόνια στις καθημερινές μας συζητήσεις λέγαμε ο Κουν και ο Μινωτής και η Παξινού και η Καρέζη και ο Χορν και η Λαμπέτη. Τους ηθοποιούς, δασκάλους μου στη σχολή, τους είχα δει χρόνια να παίζουν. Μου φαινόταν παράξενο να τους λέω κυρίους.
Το έκανα όμως. Υπήρχε μόνο ένα δέος που υπέβαλε ο Κουν στους θεατές του, αρχιτεκτονικά, με τη είσοδο στο Υπόγειο, που ήταν σαν είσοδος σε παράνομη δραστηριότητα. Δέος δεν είχα στη σχολή, μόνο σεβασμό. Τότε δεν είχα την επίγνωση ότι φοιτώ, παίζω και ανήκω σε ένα από τα σπουδαιότερα θέατρα του κόσμου. Πολλά χρόνια μετά, το κατάλαβα.
Οι δάσκαλοι της σχολής τότε ήταν σπουδαίοι. Εμένα μου πήγαινε ο Λαζάνης πιο πολύ, λόγω τρόπου διδασκαλίας, αλλά και ήταν και πιο κοντά σε μένα, στην γκάμα των ρόλων που μπορούσα να κάνω. Με έβαζε να δουλεύω. Είχα με τον Λαζάνη δυο τρεις ρόλους και στα τρία χρόνια της σχολής. Ήθελε να τους δουλέψουμε πιο πολύ. Τον Βόυτσεκ, τον Ριχάρδο τον Γ´, τον Λεονάρντο από το Ματωμένο Γάμο,
την Αρκούδα του Τσέχωφ. Επέμενε γιατί έβλεπε ότι είχα περιθώρια εξέλιξης με αυτούς τους ρόλους, αλλά ήταν και ρόλοι του αγαπημένοι. Αλλά και οι θεωρητικοί δάσκαλοι ήταν σπουδαίοι. Ο Πατρικαλάκης, η Κυνηγού, η Παπαλεξοπούλου, ο Σπάθης, ο Κώστας ο Χρονόπουλος, η Κολτσιδοπούλου.

                                                                                   Στην ΕΙΡΗΝΗ, του Αριστοφάνη, στην Επίδαυρο. 1989.

Λ.Ζ. Πώς ένιωθες όταν συνεργαζόσουν, ως μέλος του Θεάτρου Τέχνης με τα “ιερά τέρατα” της τέχνης; ( Τσαρούχης, Χατζιδάκις κλπ)

Κ.Κ. Συνήθως τα «ιερά τέρατα» τα βλέπουμε έτσι εκ των υστέρων. Όταν ζεις μαζί τους δεν τους θεωρείς ιερά τέρατα, δεν μπορείς να λες καλημέρα ή να πίνεις καφέ με ένα ιερό τέρας. Ακόμη στο Θέατρο Τέχνης υπήρχε μια ατμόσφαιρα που δεν καλλιεργούσε συμπεριφορές μυθοποίησης. Όλα αυτά τα «τέρατα» δεν το έπαιζαν καθόλου «φίρμες», αφού εκεί ο ίδιος ο Κουν, που ήταν η «μεγάλη φίρμα», δεν επέτρεπε συμπεριφορές διάκρισης και βεντετισμούς από κανέναν.

Λ.Ζ. Στο Θέατρο Τέχνης διαγράφεις μια πορεία η οποία, θα λέγαμε, ότι έχει διάφορες και διαφορετικές φάσεις. Από μαθητής και ηθοποιός είσαι πλέον σκηνοθέτης και δάσκαλος. Αλλάζει η οπτική σου για το Θέατρο Τέχνης; Διαφοροποιείται το συναίσθημα;


Κ.Κ. Το Θέατρο Τέχνης έγινε με τον καιρό οικογένειά μου. Στα όνειρά μου μπέρδευα τον Λαζάνη με τον πατέρα μου. Η αγάπη για το θέατρο έβρισκε ως έκφραση το Θέατρο Τέχνης, οπότε όλο και το αγαπούσα περισσότερο. Μετά από πολλά χρόνια συνειδητοποίησα ότι αυτό το αντικείμενο της αγάπης, άξιζε πραγματικά. Και όσο περνούν τα χρόνια, που βλέπω τη μεγάλη δυσκολία να δημιουργούνται τέτοιου είδους πυρήνες, τόσο πιο πολύ νιώθω το Θέατρο Τέχνης μια σπουδαία υπόθεση. Έχει δημιουργηθεί μέσα μου μια ιδέα, που λέει ότι ο Κουν και το Θέατρο Τέχνης πρέπει να είναι ένας πολιτιστικός φάρος, για να βοηθάει στις καταιγίδες. Έχει μετατοπιστεί το βάρος, από την παραγωγή μιας παράστασης στη διατήρηση μιας ηθικής απέναντι στην Τέχνη, που βλέπω να βρίσκεται σε μεγάλο κίνδυνο όσο περνά ο καιρός, με τη μετατόπιση της κοινωνίας προς τον βλακώδη καταναλωτισμό.

           Με τον Γιώργο Λαζάνη, στις ΝΕΦΕΛΕΣ, του Αριστοφάνη. 1991

Λ.Ζ. Σε δικαίωσε η επιλογή σου; Ήταν εύκολα ή δύσκολα τα πράγματα;


Κ.Κ. Θα το αποφασίσει η Ιστορία. Τα πράγματα στο θέατρο γενικά, αλλά και ειδικά στο Θέατρο Τέχνης πάντα είναι δύσκολα. Ακόμη και στα χρόνια της μεγάλης αποδοχής και ακμής του Κουν, οι οικονομικές πιέσεις ήταν αφόρητες. Αλλά αν το Θέατρο Τέχνης καταφέρει να συνεχίσει και αν μπορέσει να εξελιχτεί, με κοινωνική και πολιτική αποδοχή, σε έναν οργανισμό αντίστοιχο της ιστορίας του, τότε θα νιώσω δικαίωση. Ουτοπικά θα ήθελα τη μετεξέλιξη του Θεάτρου Τέχνης σε έναν ημιδημόσιο φορέα επιφορτισμένο με την έρευνα στην εκπαίδευση του Ηθοποιού, την αναζήτηση στο αρχαίο Δράμα και στη δημιουργία νέων έργων του ελληνικού θεάτρου, δηλαδή να γίνει κρατική υπόθεση το προσωπικό όραμα του Κουν. Θα ήθελα το Θέατρο Τέχνης να γίνει κάτι σαν ένα σύγχρονο παραγωγικό Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης, όχι ακαδημαϊκό αλλά εμπειρικό, όχι ανάλυσης, όπως είναι τα πανεπιστήμια, αλλά εφαρμογής . Τότε θα νιώσω ότι οι δυσκολίες και οι αγώνες πολλών ανθρώπων δίπλα στον Κουν, αλλά και μετά από αυτόν, που κατάφεραν να κρατήσουν ανοιχτό ένα ιδιωτικό θέατρο, από τα μακροβιότερα παγκοσμίως, κόντρα στους καιρούς και με συστήματά εξουσίας πολλές φορές απέναντι, άξιζαν και δεν θα πάνε χαμένοι.

                                                                                      ΜΙΣΟΣ ΑΙΩΝΑΣ ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ, στην Επίδαυρο. 2004

Λ.Ζ. Οι μαθητές αλλάζουν στο πέρασμα του χρόνου, δηλαδή αλλιώς ήταν η δική σου γενιά αλλιώς οι επόμενη, διαφορετική η σημερινή; Ή πάντα υπάρχει “δίψα” και αγάπη για το θέατρο;

Κ.Κ. Οι μαθητές αλλάζουν και αλίμονο μας αν δεν άλλαζαν. Αλλάζουν οι κοινωνικές συνθήκες, αλλάζουν οι άνθρωποι, αλλάζει το κλίμα. Συνήθως όλοι λέμε ότι στον καιρό το δικό μας ήταν καλύτερα, μαθαίναμε γράμματα, ενώ τώρα… κλπ. Όμως οι νέοι που δεν γνώρισαν τα δικά μας, χτίζουν τη δική τους ζωή. Βάζουν νέους κανόνες. Και στη δική μας την εποχή, μειοψηφίες ήταν οι ποιητές. Πάντα οι λίγοι σπρώχνουν τον κόσμο. Οι πολλοί περνούν και χάνονται στις μυλόπετρες της φυσικής φθοράς. Λίγοι αντιστέκονται κι αφήνουν πίσω τους «ποιήματα» για τους επόμενους λίγους. Οι πολλοί πάντα θα καταναλώνουν την Τέχνη σε στιγμές προσωπικών δυσκολιών και μετά θα την απαρνούνται ή θα αδιαφορούν. Βέβαια δεν μιλάω για την «τέχνη» που δημιουργείται για να περνάει την ώρα του ο καταναλωτής και την επαύριο την ξεχνά. Πάνω από χίλιες παραστάσεις στην Αθήνα, με πληθυσμό στο νομό Αττικής πάνω από τριάμισι εκατομμύρια, αλλά θεατρικό κοινό το ένα δέκατο, δείχνει με αριθμούς ένα θλιβερό τοπίο. Σε αυτά τα εκατομμύρια, μερικές χιλιάδες θα έχουν δίψα και αγάπη για την τέχνη. Έτσι ήταν πάντα. Και κρίνοντας από τα τελευταία χρόνια, της κρίσης, τα πράγματα θα γίνονται όλο και πιο δύσκολα για την Τέχνη.

                                              Παράσταση, με τους φίλους από το Θεατρικό Τμήμα, σε εκδήλωση του ΡΗΓΑ ΦΕΡΑΙΟΥ. 1975

Λ.Ζ. Μιλάς παραπάνω για μια ανεπτυγμένη οικειότητα με το θέατρο σε καιρούς δύσκολους. Στα χρόνια της Χούντας, αλλά και στα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης. Η Τέχνη γίνεται έκφραση του κοινωνικού αναβρασμού. Σήμερα υπάρχει τέτοιου είδους σύνδεση ανάμεσα στην Τέχνη και στην κοινωνία;


Κ.Κ. Φαίνεται ότι η Τέχνη σήμερα έχει χάσει αυτή την οικειότητα με την κοινωνία, με ευθύνη κυρίως των νέων μέσων επικοινωνίας, της Τηλεόρασης και του Διαδικτύου, που έχουν συμβάλει σε μια μερική αποβλάκωση. Τα πρότυπα που προώθησε η εποχή της πλασματικής ευμάρειας, πριν από την κρίση του 2010, έκανε την τέχνη δευτερεύουσα. Στην επιφάνεια είναι η τέχνη-διασκέδαση, ένα καταναλωτικό προϊόν. Από την άλλη μεριά η ανάπτυξη και προώθηση μιας τέχνης μιμούμενης ξένα πρότυπα, που απευθύνεται στους “ειδικούς” απομάκρυνε τα λαϊκά στρώματα. Η μεσαία τάξη, που βασικά στήριζε το θέατρο για το οποίο μιλάμε, έχει χαθεί μέσα στις δυσκολίες της επιβίωσης και δεν έχει καταλάβει ακόμη ότι η τέχνη θα μπορούσε να βοηθήσει σε μια αναβάθμιση της ζωής της. Η εποχή του κορονοϊού επιδείνωσε ακόμη περισσότερο την κατάσταση, αλλά νομίζω ότι η ανάγκη για Τέχνη δεν μπορεί να ανασταλεί και ελπίζω, όπως γίνεται πάντα, να εμφανιστούν καλλιτέχνες που θα εκφράσουν τις ανησυχίες της κοινωνίας και μετά, όπως γίνεται πάντα, θα υποδείξουν και διαφυγές από τα δύσκολα. Βέβαια, όπως γίνεται πάντα, οι καλλιτέχνες αυτοί που έχουμε ανάγκη, θα είναι μια πολύ μικρή μειοψηφία, γιατί η καταναλωτική τέχνη είναι πολύ ισχυρή και θα αντιστέκεται.

Λ.Ζ. Το Θέατρο στην αρχαία Αθήνα ήταν “κρατική” υπόθεση. Σήμερα το Υπουργείο Πολιτισμού στέκεται στο πλευρό των Θεάτρων, του Θεάτρου; Με ποιο τρόπο; Γίνονται διακρίσεις; Μιλάς για το “όραμα” του Κουν, βλέπεις να υπάρχει φως στην πραγματοποίησή του;


Κ.Κ. Στον σύγχρονο δυτικό κόσμο το θέατρο για το οποίο μιλάμε δεν είναι αρεστό στις εξουσίες και δεν έχουν καμία διάθεση να το βοηθήσουν. Πάντα έρχονται να υποστηρίξουν, μετά από την πίεση που αισθάνονται από την κοινωνία. Οι ξεχωριστοί καλλιτέχνες έχουν περάσει πολύ δύσκολα πρώτα χρόνια και πολλές φορές η προσφορά τους αναγνωρίζεται μετά θάνατον. Βεβαίως πάντα υπάρχουν οι μικρές εξαιρέσεις πολιτικών προσώπων που δίνουν μια μικρή βοήθεια, αλλά η πλειοψηφία είναι άμουση. Κραυγαλέο παράδειγμα είναι ότι όλοι αντιλαμβάνονται την αξία της αρχαίας Ελλάδας, αλλά με όρους της αγοράς· δηλαδή πουλώντας σουβενίρ στους τουρίστες. Κανείς δεν διανοήθηκε να καλλιεργήσει το πνευματικό μέρος αυτής της κληρονομιάς, δηλαδή να πουλάει σε όλο τον κόσμο παραστάσεις, μελέτες της φιλοσοφίας, έρευνες για την ποίηση κλπ. Το όραμα του Κουν, ενώ θεωρητικά όλοι οι Υπουργοί Πολιτισμού που γνώρισα εγώ, συμφωνούν ότι πρέπει να διασωθεί, κανείς δεν έκανε τη μεγάλη κίνηση, να εκφραστεί αυτό με έναν ας πούμε κρατικό οργανισμό, που θα έχει καθήκον να διαφυλάξει αυτό το όραμα, να το αναπτύξει και να το εκσυγχρονίσει στην πράξη.

Λ.Ζ. Υπάρχουν “κακώς κείμενα” στον χώρο του Πολιτισμού και πολλές φορές τα αναδεικνύεις με τα άρθρα σου στη στήλη σου “Με Πάθος”, στο “Περί ου”. “Καλώς κείμενα” υπάρχουν; Ή είναι συγκριτικά λιγότερα έως αμελητέα;

Κ.Κ. Βέβαια και υπάρχουν. Πάντα υπάρχουν πραγματικοί καλλιτέχνες που αγωνίζονται, όμως πολλοί είναι αφανείς, λόγω του πλέγματος εξουσίας των μέσων ενημέρωσης. Είναι γνωστοί και αποδεκτοί σε ένα μικρό κύκλο και σε ένα βαθμό μεταξύ τους. Τα κανάλια δεν τους ξέρουν. Υπάρχουν σπουδαίοι εικαστικοί που τα κανάλια αγνοούν, πολύ καλοί ηθοποιοί που δεν έχουν εμφανιστεί ποτέ στην τηλεόραση, για να μη μιλήσουμε για το ποιους ποιητές ή λογοτέχνες ξέρει το ευρύ κοινό μέσω των διαύλων προώθησης.
Στα άρθρα μου, που λες, νοιώθω την ανάγκη να ασχολούμαι με κριτική στα κακώς κείμενα, σε μια προσπάθεια για εξισορρόπηση αυτών των αδικιών, που βλέπω να αναπαράγουν τα συστημικά μέσα.

Λ.Ζ. Ο κορονoϊός χτύπησε άγρια και τον χώρο του Πολιτισμού. Αποτέλεσμα είχε αυτή τη σύγκρουση ανάμεσα σε Υπουργείο και ανθρώπους που εργάζονται στον χώρο. Θα υπάρξει ανάκαμψη;

Κ.Κ. Η σύγκρουση είναι μοιραία. Ότι αναπτύσσεται, εις βάρος κάποιου άλλου, δημιουργεί εντάσεις. Η πραγματική σύγκρουση είναι στην ουσία, όχι στην οικονομική επιφάνεια που βλέπουμε. Η Πολιτεία δεν θα παραδεχτεί ποτέ ότι η Τέχνη είναι βασικό κοινωνικό αγαθό, όπως η Υγεία ή η Εκπαίδευση. Επομένως πάντα θα βρίσκεται απέναντι και για να καταφέρει η Τέχνη κάποια εύνοια θα πρέπει συνεχώς να παλεύει.

                 ΑΖΝΤΑΚ, στον ΚΥΚΛΟ ΜΕ ΤΗΝ ΚΙΜΩΛΙΑ, του Μπρεχτ, στο Ηρώδειο με το Θεατρικό Τμήμα. 1975

Λ.Ζ. Είναι η Τέχνη ένας τρόπος ζωής; Είναι ένας τρόπος αντίστασης;

Κ.Κ. Η Τέχνη απαιτεί απόλυτη αφοσίωση και σιγά σιγά κατακτά τη ζωή σου. Η ζωή του καλλιτέχνη γίνεται συν τω χρόνω αντικείμενο της Τέχνης του, πεδίο έρευνας και μελέτης για να χρησιμοποιηθεί στην Τέχνη του, επομένως καθορίζει πια τον τρόπο που ζει ο καλλιτέχνης. Επηρεάζει ακόμη και τους πιο κοντινούς του ανθρώπους, όχι μόνο τον ίδιο. Και ναι, με την Τέχνη ο καλλιτέχνης αντιστέκεται πρώτα στα προσωπικά του σκοτεινά σημεία, για να τα φωτίσει και μετά, για να γίνει κοινωνικά χρήσιμος, πρέπει να φωτίσει και τα σκοτάδια της κοινωνίας, δηλαδή να αντισταθεί στις σκοτεινές δυνάμεις. Ο αγώνας κατά των “κακών” γίνεται μόνο με συνεπή και συνεχή αντίσταση και μάλιστα σε περιοχές πολύ ευρύτερες, από αυτές που παλεύει η πολιτική ή οι κοινωνικές επιστήμες, γιατί παλεύει και κατά των προσωπικών προβλημάτων, μέσα στις ψυχές των ανθρώπων.

Λ.Ζ. Τι ονειρεύεσαι για το Θέατρο Τέχνης, αλλά και για το Θέατρο γενικότερα;

Κ.Κ. Ονειρεύομαι τη διάσωση και επικράτηση των αξιών που υπηρέτησε ο Κουν, με την απόλυτη αφοσίωση του στην υπόθεση του θεάτρου, την εμμονή του, ότι για να γίνει θέατρο θέλει εργάτες αφοσιωμένους σε ένα όραμα, αδιαφορώντας για το οικονομικό όφελος. Δοσμένος απόλυτα στην υπηρέτηση σπουδαίων θεατρικών κειμένων, με βασική επιδίωξη να συμβάλει στην ανάπτυξη μιας σύγχρονης ελληνικής ξεχωριστής, πρωτότυπης δραματουργίας· τη δημιουργία ηθοποιών και συντελεστών καλλιτεχνών που θα υπηρετούν ένα κοινό όραμα. Γενικότερα για το θέατρο θα ήθελα να καταφέρει να αποδείξει αυτό που είπα πριν. Να θεωρηθεί απαραίτητο όπως το νοσοκομείο και το σχολείο. Το θέατρο θα μπορούσε να είναι το καλύτερο θεραπευτήριο της ψυχής και του πνεύματος.

-Λ.Ζ. Πριν κλείσουμε, αφού σε ευχαριστήσω για την πολύ ωραία συζήτηση, θα ήθελα να σε ρωτήσω για τα άμεσα σχέδια σου. Ετοιμάζεις καινούργια πράγματα;

Κ.Κ. Αν ο κορονοϊός μας αφήσει ήσυχους, θα πρέπει να επαναλάβουμε με το Θίασο Συνθήκη τις “Μικρές Αλεπούδες”, που διακόπηκαν τον Μάρτιο και να ξεκινήσουμε πρόβες για την καινούργια παραγωγή, που επιχορηγήθηκε από το Υπουργείο Πολιτισμού, με μια διασκευή από τον Όσκαρ Ουάιλντ, “Μια παράσταση χωρίς σημασία”. Το καλοκαίρι θα δουλέψω για τα Χανιά, ένα έργο από τον Καζαντζάκη, “Μικρός στο Μεγάλο Κάστρο”, της φίλης Μαρινέλλας Βλαχάκη και μόλις τελειώσαμε την εγγραφή ενός ραδιοέργου, από τον Θουκυδίδη, “Κτήμα ες αεί”, μιας άλλης φίλης από τα Χανιά, της Έμμυς Παπαβασιλείου, όπου κάνω τη φωνή του Θουκυδίδη και του Βενιζέλου. Τον Σεπτέμβρη ένα έργο του φίλου Παναγιώτη Μέντη, που θα γίνει στο “Φεστιβάλ Αναλόγιο” της Σίσσυς Παπαθανασίου και το φθιπόπωρο η συνέχεια με νέο κόνσεπτ της παράστασης του φίλου Παύλου Λάμπρου, “Πού πας καλέ μου Λουστράκο” στο Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης. Αυτά τα ολίγα, γιατί ως συνταξιούχος πρέπει να δουλεύω λιγότερο…

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.