Loading...
ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΜεταφρασμένη πεζογραφία

Alan Temperley, Ο Χάρρι και οι σακαράκες, (απόσπασμα) Μτφρ.: Παυλίνα Παμπούδη

Κεφάλαιο 2:  Δυο θείτσες και μια Μερσεντές

 

«Δεν είν’ αυτές…» είπε ο Χάρρι από μέσα του. «Δεν μπορεί! Αχ Θεέ μου, ας μην είναι

Ήταν ένας εξοχικός σιδηροδρομικός σταθμός με λουλουδιασμένα παρτέρια και μεγάλη πλατφόρμα. Ο Χάρρι στεκόταν στη μια άκρη, εκεί που είχε αποβιβαστεί, ένα ξανθό αγόρι με τριμμένο άνορακ, με παντελόνι αρκετά νούμερα μικρότερο από το μέγεθος του, και με μια φθαρμένη βαλίτσα δίπλα του – με ό, τι είχε και δεν είχε στον κόσμο.

Οι πόρτες της αμαξοστοιχίας έκλεισαν με θόρυβο. Ο σταθμάρχης κούνησε το σημαιάκι του. Σιγά σιγά, επιταχύνοντας, το τραίνο γλίστρησε στις ράγες πίσω του κι απομακρύνθηκε.

Ο Χάρρι είδε τους επιβάτες που είχαν κατέβει από το τραίνο να παίρνουν το δρόμο προς την έξοδο. Γρήγορα η πλατφόρμα άδειασε, φύγαν όλοι – εκτός από δυο, ηλικιωμένες και πολύ παράξενες στην όψη, γυναίκες που βρίσκονταν στην άλλη άκρη.

Η μια ήταν ψηλή και αδύνατη, και από την γωνία που την έβλεπε ο Χάρρι έμοιαζε με γκαμήλα. Όταν όμως φόρεσε ένα μεγάλο ψάθινο καπέλο, πήρε αμέσως την όψη μιας συνηθισμένης λάμπας με αμπαζούρ. Η άλλη, πιο κοντή και πιο αφράτη, του θύμισε μια χαρούμενη δημιουργία ζαχαροπλαστικής, μια ροζ μαρέγκα με ένα στρόβιλο γλάσσου στην κορυφή.

Ο Χάρρι κοίταξε με ελπίδα γύρω γύρω, δεν υπήρχε όμως κανένας άλλος. Και οι φόβοι του επιβεβαιώθηκαν. Η μαρέγκα ανέμισε ένα μικρό μαντίλι κι άρχισε να τρέχει στην πλατφόρμα σκαμπανεβάζοντας.

«Δεν το πιστεύω» ψιθύρισε στον εαυτό του ο Χάρρι. «Δεν συμβαίνει σε μένα αυτό.» Σκέφτηκε αστραπιαία να το βάλει στα πόδια.

Η κυρία που έτρεχε φτεροκοπώντας, ήρθε πιο κοντά, φωνάζοντας συνέχεια «Ω! Ω!» και πιέζοντας το μαντήλι στο πρόσωπο της.  Αν και δε θα μπορούσε να είναι λιγότερο από εξήντα ή εβδομήντα χρονών, τα μαλλιά της ήταν βαμμένα στο λαμπερό κίτρινο του βουτύρου και χοροπηδούσαν σε μπουκλάκια γύρω στο πρόσωπο της. Είχε μεγάλα μάτια σε μωρουδίστικο γαλάζιο χρώμα και μια πασαλειμματιά πορτοκαλί κραγιόν αντί για στόμα. «Αααχ!» Ένα μικρό ροζ καπέλο γλίστρησε πάνω στο ένα της αυτί καθώς έτρεχε. Μια αφθονία ανάλαφρων ρούχων κυμάτιζε και ανέμιζε γύρω της σα σύννεφο σε μεγάλη σύγχυση.

«Χάρρι!» είπε λαχανιασμένα, μόλις έφτασε κοντά του, πιάνοντας τον απ’ τα χέρια κι αγκαλιάζοντας τον σφιχτά. «Χάρρι Μπάρτον! Ω, χρυσό μου! Είμαι η αδελφή της γιαγιάς σου, η Φλόρι!» Κι εκεί, πάνω στην πλατφόρμα, τού ’σκασε ένα πορτοκαλί φιλί στο μάγουλο τυλίγοντας τον σ’ ένα σύννεφο ακριβού αρώματος.

Ο Χάρρι ήταν ακόμα παραζαλισμένος από το τρομερό σοκ του καλωσορίσματος όταν η δεύτερη θεία έφτασε δίπλα τους.

Αυτή, σε όλα τα σημεία, ήταν το άκρο αντίθετο της αδελφής της. Όχι μόνο ήταν ψηλότερη κι αδύνατη σα πιρούνα, αλλά και τα μαλλιά της – γκρίζα, στο χρώμα του σίδερου – τα είχε κοντοκουρεμένα. Στρογγυλά γιαγιαδίστικα γυαλιά στέκονταν πάνω σε μια μύτη καμπουρωτή σαν ράμφος αετού. Πίσω από τα γυαλιά, τα μάτια της ήταν γαλάζια, διαπεραστικά και έξυπνα. Το μακρύ της σκούρο πρόσωπο, στερημένο από μέικ απ, ήταν κι αυτό επίσης έξυπνο. Το ίδιο ήταν και τα λεπτά, πνευματώδη χείλη της. Φορούσε ένα γκρίζο εφαρμοστό ταγιέρ με μάλλον μακριά φούστα, και μια λευκή μπλούζα που έκλεινε στο λαιμό με ένα ανάγλυφο κόσμημα που παρίστανε το κεφάλι ενός πολύ ανησυχητικού τζέντλεμαν.

Έσφιξε σταθερά το χέρι του Χάρρι. «Κι εγώ είμαι η αδελφή της γιαγιάς σου, η Μπρίτζετ.» Η φωνή της δεν έκανε τίποτα για να αναιρέσει την εντύπωση μιας Βικτωριανής γκουβερνάντας ή μιας αυστηρής διευθύντριας σχολείου, που είχε δημιουργήσει στον Χάρρι. «Προτείνω να με φωνάζεις Θεία, ή Θεία Μπρίτζετ. Μη με λες γιαγιά γιατί θα ακούγεται σα να είμαι Μαθουσάλας – πράγμα το οποίο, παρά τα φαινόμενα και παρά την ιδέα που μπορεί να έχεις για μένα, δεν είμαι.

«Κι εμένα θα με φωνάζεις Θεία Φλόρι χρυσό μου, ε; Μμμμ-μμμ!» Τον σφιχταγκάλιασε πάλι σαν ροζ κοάλα, και του πασάλειψε και το άλλο μάγουλο με κραγιόν.     

Η Θεία Μπρίτζετ επενέβη δυναμικά. «Άσε ήσυχο το παιδί, Φλόρι, για όνομα του Θεού. Δυο προϊστορικά γέρικα ρυτιδιασμένα πλάσματα σαν κι εμάς! Είναι θαύμα πώς δεν το ’βαλε στα πόδια. Η θέα μας και μόνο πρέπει να του προκαλεί τρεμούλα – ακόμα και χωρίς τις συνεχείς μητρικές σου ασφυκτικές διαχύσεις.»

Με κάποια αμηχανία ο Χάρρι κοίταξε αλλού, η Θεία Φλόρι όμως γέλασε χαρούμενα. Όταν τις ξανακοίταξε, το βλέμμα του έπεσε στο κόσμημα της Θείας Μπρίτζετ.

Εκείνη έρριξε μια ματιά. «Α! Ξέρεις ποιός είν’ αυτός;»

Ήταν το πορτραίτο ενός μπράβου με θηριώδη και αιμοδιψή έκφραση. Ο τύπος είχε πυκνά γένια, το ένα του μάγουλο ήταν σημαδεμένο, και στο ύψος των φρυδιών του ένα συνοθύλευμα από ουλές κατέληγε σ’ ένα κουρελιασμένο καπέλο.

Ο Χάρρι κούνησε το κεφάλι του αρνητικά.

«Αυτός, αγαπητέ μου ανηψιέ, είναι ο Κάπταιν Χένρι Μόργκαν, ο πειρατής. Δεν είναι υπέροχος;» Άγγιξε την καρφίτσα με το μακρύ της σκούρο χέρι. «Ένας ξακουστός αρχιπειρατής που περιπλανήθηκε σ’ ολόκληρη την Ισπανική Επικράτεια. Ένας άρπαγας, ένας απόλυτα διεφθαρμένος άνθρωπος, πρέπει να πω. Ένας από τους ξεχωριστούς ήρωες μου. Θα σου τα πω όλα για κείνον μια μέρα.» Κοίταξε την βαλίτσα του Χάρρι. «Όχι όμως αυτή τη στιγμή. Αυτές είναι όλες οι αποσκευές σου;»

«Ναι.»

«Μπορείς να τις κουβαλήσεις μόνος σου, ε; Δεν περιμένεις βέβαια να σου τις κουβαλήσει μια στεγνή γριά στέκα σαν κι εμένα, ή μια χαζοχαρούμενη ροζ τούρτα σαν κι αυτή:»

«Ωω, Μπρίτζετ, μη λες τέτοια πράγματα! Είσαι δυνατή σαν άλογο, το ξέρεις πως είσαι.» Η Θεία Φλόρι πήρε την φθαρμένη βαλίτσα από τον Χάρρι που την κρατούσε σφιχτά διαμαρτυρόμενος.  «Όχι, όχι φιλαράκο, άσ’ τη σε μένα.

Μεταφέροντας την βαλίτσα σα να ήταν γεμάτη με πούπουλα, η Θεία Φλόρι ξεκίνησε πίσω από την δυναμική σιλουέττα της αδελφής της.

Σίγουρα, σκέφτηκε ο Χάρρι, υπήρχε κάτι περισσότερο από αυτό που φαινόταν, σε τούτες τις εκκεντρικές γριές θείες.

 Σκούπισε ζωηρά το κραγιον από τα μάγουλα του κι έτρεξε να τις προλάβει.

 

Ήταν σχεδόν μεσημέρι. Καθώς άφηναν τον σταθμό και διέσχιζαν το πάρκινγκ, τα μέταλλα λαμπύριζαν μέσα στη ζέστη. Τα φύλλα κρέμονταν εξουθενωμένα. Πάνω από τους τοίχους των σπιτιών της μικρής πόλης οι λόφοι ήταν καταπράσινοι και σπαρμένοι κοπάδια.

Πολύ πριν το πλησιάσουν, ο Χάρρι ήξερε ποιό ήταν το αυτοκίνητο της Θείας Φλόρι και της Θείας Μπριτζετ. Ήταν αντίκα. Μια Μερσεντές – σε χρώμα μουντό πρασινογάλαζο, ξεθωριασμένη απ’ τον ήλιο και σκονισμένη. Η καρότσα ήταν καταγρατσουνισμένη και στο ένα φτερό υπήρχε ένα βούλιαγμα. Ήταν, υπολόγισε βλέποντας τις πινακίδες κυκλοφορίας, δεκαεφτά χρονών.

Η Θεία Φλόρι πέταξε μέσα την βαλίτσα και βολεύτηκε στη θέση του οδηγού.

«Κάθισε δίπλα μου εσύ, καλέ μου.» Χτύπησε ανάλαφρα την φθαρμένη δερμάτινη ταπετσαρία. «Η Μπρίτζετ θα πάει πίσω.»

Έστριψε το κλειδί κι η μηχανή ξεφύσηξε και πνίγηκε κι έβηξε και τραντάχτηκε και θορύβησε και τελικά κατέληξε σ’ έναν άρρυθμο ρόγχο.

Βγήκαν από το πάρκινγκ και γρήγορα βρέθηκαν στην άκρη της πόλης.

«Ας τον πάμε από το αεροδρόμιο», είπε ξαφνικά η Θεία Μπρίτζετ.

«Ωραία ιδέα.» είπε η Θεία Φλόρι χαμογελώντας πλατιά. «Θα σου άρεσε;»

«Ναι», είπε ο Χάρρι. «Τι είδους αεροσκάφη υπάρχουν εκεί; Είναι πολύ μεγάλο;»

«Ω, δεν υπάρχει κανένα αεροσκάφος, χρυσέ μου», είπε η Θεία Φλόρι.

«Δεν είναι καθόλου αυτή η ιδέα», είπε η Θεία Μπρίτζετ.

«Μα τι χρησιμεύει ένα αεροδρόμιο χωρίς αεροπλάνα;» Ο Χάρρι είχε σαστίσει.

«Θα δεις.» Οι δυο ηλικιωμένες κυρίες γέλασαν συνομωτικά.

Κάνοντας φοβερή φασαρία πέρασαν από μονοπάτια πνιγμένα στα φύλλα, από αγρούς και δάση και ποτάμια.

Ξαφνικά, πίσω από μια τυφλή στροφή, ένα πελώριο αυτοκίνητο φάνηκε να έρχεται ορμητικά κατά πάνω τους. Ήταν μια εκθαμβωτική κίτρινη Ρολς Ρόις που έτρεχε με τουλάχιστον εξήντα μίλλια την ώρα. Η κόρνα στρίγκλισε και χαλίκια τινάχτηκαν από τους τροχούς. Ο Χάρρι, είδε για κλάσματα δευτερολέπτου ένα γεροδεμένο άντρα με σακάκι τουίντ, κατακόκκινα μαλλιά, κατακόκκινα μουστάκια και κατακόκκινο πρόσωπο. Ένα χοντρό πούρο ήταν αδέξια σφηνωμένο ανάμεσα στα δόντια του. Τίναξε με οργή την γροθιά του προς το μέρος τους.

Η Θεία Φλόρι λοξοδρόμησε απότομα περνώντας το χαντάκι και αποφεύγοντας παρά τρίχα τη σύγκρουση με το άλλο αυτοκίνητο. Το κεφάλι του Χάρρι χτύπησε στην οροφή καθώς η γέρικη Μερσεντές πηδούσε σα να ’ταν άλογο κούρσας μετ’ εμποδίων στο γήπεδο.

Η Ρολς Ρόις συνέχισε να βρυχάται καθώς απομακρυνόταν στη μέση του δρόμου. Τουτ-τουτ-τουτ-τουτ-τιι!  Το κλάξον ήχησε κοροϊδευτικά από μακριά.

Η Μερσεντές αναπήδησε πάνω από ένα ογκόλιθο, κατέστρεψε ένα σωρό κίτρινα λουλούδια κι ακινητοποιήθηκε ακριβώς μπροστά στον φράχτη. Κλαδιά λευκάκανθας γρατσούνισαν βίαια τα παράθυρα.

Η καρδιά του Χάρρι χτυπούσε δυνατά από το σοκ.

«Αυτός ο άνθρωπος!» Η Θεία Φλόρι ταχτοποίησε τα μπουκλάκια της κι έβγαλε ένα μικρό καθρέφτη να ελέγξει το μέικ απ της. «Τώρα μας στραπατσάρισε το άλλο φτερό. Κάποια μέρα θα φτάσει πολύ μακριά!»       

«Έχει ήδη φτάσει, πολλές φορές.» Η Θεία Μπρίτζετ αδιαφορώντας  για το παρά λίγο ατύχημα, ψαχούλευε μέσα σ’ ένα κουτί σοκολατάκια. Έρριξε στο στόμα της ένα κρέμα βιολέτα και πέρασε το κουτί στους άλλους μπροστά.  «Ίσως θα πρέπει να κάνουμε κάτι για τον αγαπητό συνταγματάρχη Πρίστλι νωρίτερα απ’ όσο σχεδιάζαμε.» Σούφρωσε τα χείλη της. «Πολύ απλά, δεν μπορούμε να τον ανεχόμαστε να ζει εδώ γύρω, να μας κατασκοπεύει και να συμπεριφέρεται σα να είναι δικός του ο τόπος. Και να οδηγεί έτσι – κάποια μέρα θα γίνει δυστύχημα! Ήταν τυχερός που ήσουν εσύ στο τιμόνι σήμερα, οποιοσδήποτε άλλος θα τον είχε χτυπήσει.»

«Θα πρέπει να κάνουμε ένα συμβούλιο», είπε η Θεία Φλόρι.

«Ναι, αλλά όχι πριν από μια βδομάδα, ή δυο. Έχουμε άλλες προτεραιότητες.» Η Θεία Μπρίτζετ έγνεψε προς τη μεριά του Χάρρι. «11 Pas devant le garcon[1] Θα μιλήσουμε γι αυτό αργότερα.»

Μ’ ένα στρίγκλικο σκούξιμο η γέρικη Μερσεντές βγήκε με την όπισθεν από τα αγκαθωτά κλαδιά και ξαναγύρισε στον δρόμο. Κάτι όμως δεν πήγαινε καλά: το αυτοκίνητο χτυπούσε περίεργα, το τιμόνι στριφοφφγύριζε στα παχουλά χέρια της Θείας Φλόρι.

«Ω, Θεέ μου!» φώναξε. «Τώρα πάθαμε ζημιά! Πανάθεμα τον αυτόν τον άνθρωπο!»

Βγήκαν όλοι έξω. Το λάστιχο που είχε χωθεί στο χαντάκι ήταν γεμάτο αγκάθια σα σκατζόχοιρος.

«Καλά, εντάξει! Θα το κανονίσω αμέσως!» Η Θεία Φλόρι πήγε ζωηρά στο πορτ μπαγκάζ και τράβηξε έξω την ρεζέρβα.

«Μπορώ να βοηθήσω;» πρότεινε ο Χάρρι.

«Όχι, άσ’ το σ’ εκείνη. Η Φλόρι τα καταφέρνει σ’ αυτά.»

Σ’ ένα λεπτό, το αυτοκίνητο είχε ανασηκωθεί με τον γρύλλο και το λάστιχο άλλαζε.

«Ποιός είναι ο συνταγματάρχης Πρίστλι;» ρώτησε ο Χάρρι.   

Η Θεία Φλόρι σήκωσε το βλέμμα της. «Αν είχαμε στη διάθεση μας δυο ή τρεις μέρες, χρυσέ μου, κι αν δεν ήμουν κυρία, θα μπορούσα να σου πω τι είναι.» Συνέχισε να βιδώνει ζωηρά με το γαλλικό κλειδί την ρόδα.

«Ο Συνταγματάρχης Πρίστλι,» είπε η Θεία Μπρίτζετ ψάχνοντας για βατόμουρα στην άκρη του χαντακιού, «ο Συνταγματάρχης Πέρσιβαλ Βοναπάρτης Πρίστλι, D.S.O[2] για να αναφέρουμε το πλήρες όνομα του – αν πράγματι είναι συνταγματάρχης ή D.S.O., πράγμα για το οποίο αμφιβάλλω – είναι ο καινούργιος ιδιοκτήτης του Φέλον Γκρέιντζ, ενός μεγάλου αγροκτήματος που βρίσκεται πολύ κοντά στο δικό μας, στο Λαγκ Χολ. Μερικοί μερικοί, όπως θ’ ανακαλύψεις, τον αποκαλούν Κτήνος, Γουρούνι, Παχύδερμο, καθώς και με διάφορα λιγώτερο ευγενικά παρατσούκλια. Το επάγγελμα του είναι Δικαστής στο Ανώτατο Δικαστήριο. Είναι επίσης ειρηνοδίκης και πρόεδρος σε διάφορες τοπικές επιτροπές. Όπως είδες όμως, δεν είναι εντάξει άνθρωπος – δεν είναι καθόλου εντάξει άνθρωπος!»

Έβαλε καμμιά ντουζίνα βατόμουρα στη χούφτα του Χάρρι.

«Είναι αρχομανής,» συνέχισε. «Θεωρεί τον εαυτό του άρχοντα της περιοχής. Κυνηγετικές εξορμήσεις, κοκτέιλς, επίσημα δείπνα! Γεμίζει το σπίτι με επώνυμους: πολιτικούς, εκατομμυριούχους, διάσημους ηθοποιούς, τέτοια πράγματα. Μπαίνει στις κοσμικές στήλες των περιοδικών.» Κοίταξε με τα διαπεραστικά της μάτια τον Χάρρι. «Χμ, με ρωτάς, πού βρήκε τα χρήματα ένας απλός δικαστής για να μπορέσει ν’ αγοράσει ένα τέτοιο αγρόκτημα σαν το Φέλον Γκρέιντζ; Πώς μπορεί να αντεπεξέρχεται σ’ ένα τέτοιο τρόπο ζωής; Σ’ αυτό, θα σου απαντήσω: Ακριβώς! Πού βρήκε τα χρήματα;» 

Συνέχισε να μαζεύει βατόμουρα.

«Είναι τόσο αγροίκος», είπε η Θεία Φλόρι. «Αυτό είναι που δεν μπορώ να υποφέρω! Και τόσο ψευτοπαλλικαράς!»

«Ακριβώς», είπε η Θεία Μπρίτζετ. «Είναι σαν διασταύρωση πισινού αγελάδας με τρελό Μασκοφόρο Εκδικητή.»

«Καρχαρία με χαλασμένη πίτσα ντομάτα.»

Κόπηκαν κι οι δυο.

«Ω, πολύ καλά, Φλόρι. Έτσι ακριβώς μοιάζει.»

Ο Χάρρι ποτέ δεν είχε ξανακούσει μεγάλους ανθρώπους να μιλάνε με τέτοιο τρόπο. «Και γιατί σας κατασκοπεύει;» ρώτησε.

«Α, να μια ερώτηση που αξίζει ένα εκατομμύριο δολλάρια.» Η Θεία Μπρίτζετ έρριξε στο στόμα της μια χούφτα βατόμουρα. «Γιατί πραγματικά; Να ένα μυστήριο που πρέπει να διαλευκάνεις!»

«Χάρρι, καλέ μου», είπε η Θεία Φλόρι. «Όσο εγώ σφίγγω τα παξιμάδια, βγάλε, σε παρακαλώ, αυτά τ’ αγκάθια απ’ το πίσω λάστιχο. Δε νομίζω πως έχει πάει κανένα πολύ βαθιά.»

Μόλις τέλειωσε αυτή τη δουλειά ο Χάρρι, η Μερσεντές κατέβηκε με τον γρύλλο, και την επόμενη στιγμή βρίσκονταν πάλι όλοι μέσα και συνέχιζαν τον δρόμο τους.

«Είσαστε και πρώτη οδηγός!» είπε ο Χάρρι. «Και μάστορας!»

Τα μεγάλα μάτια της με το μωρουδίστικο γαλάζιο χρώμα χαμογέλασαν. Η Θεία Φλόρι του χτύπησε στοργικά το μπράτσο και δεν απάντησε.

[1] Γαλλικά στο κείμενο

[2] D.S.O

3 Ντάνκεϋ = Γάιδαρος στα αγγλικά

4 Φογκ = Καπνιά. Η αιθαλομίχλη του Λονδίνου.

5 Μπράιαν Όλιβερ. Ακούγεται σαν brown olive  = μαύρη ελιά.

6 C. B.E.

7 seafield = Παραθαλάσσιος αγρός.

8 GET IM = Ελευθερώστε τον!

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.