Loading...
ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΜεταφρασμένη ποίηση

Antonio Colinas:  Ποιήματα του Χειμώνα – Μετάφραση από τα Ισπανικά: Θεοδόσης Κοντάκης  

  

       O ερχομός του χειμώνα

       [Llegada del invierno]

 

Σαν φτάσει ο χειμώνας, είναι μονάχα νέφη αλαφρά στον ουρανό

ρόδινα απ’ το κρύο, κοράκια στα περβόλια

και κανένα άστρο δειλό να λάμπει στο σούρουπο

πίσω από δέντρο γέρικο, φαγωμένο απ’ την παγωνιά.

Κουκουλωμένοι διασχίζαμε τους στερνούς δρόμους

για να βγούμε στον κάμπο και να δούμε το φως το πιο όμορφο

κύκλο να φέγγει σειρές από λεύκες, κύκλο να φέρνει τους τοίχους

του κοιμητηρίου εν ειρήνη: κει ορθώνεται ο θάνατος

σκαρφαλώνοντας τα κυπαρίσσια, κι ακόμα διακρίνω καμιά βιολέτα

πάνω σε μνήματα ερειπωμένα. Τη γαλήνη για να βρούμε

μας απομένει ο θάνατος το δείλι ετούτο.

Μας καταδίωκε πλήθος ολόκληρο, με τα σκυλιά του,

με τις απότομες γωνιές του και τις αργές του τις καμπάνες.

Τρέμει τ’ αρνάκι, ραγίζει ο πάγος στη λιμνούλα.

 Λένε πως γεννήθηκε σήμερα βρέφος μελλοθάνατο

και πως, σε κάποιο τόπο, δεν έχει ξύλα μήτε λάδι

για το στρεβλό λυχνάρι. Στον κάμπο μένω, καρφώνω

τη ματιά για μια φορά ακόμα στην κώμη που καπνίζει.

Είναι λίγες μόλις στιγμές που πέρασεν η Θανή

παραμονεύοντας στις ρούγες σα λύκαινα μελανή.

Νέφη διασταυρώνονται ρόδινα. Σπαράζει κιόλας

ο κάμπος και κουρνιάζουν απ’ την ψύχρα οι βελανιδιές.

Άλλη μια νύχτα καλπάζει. Από βουνό σ’ ίσωμα πάει.

Δεν έχει εδώ ούτε μια σταγόνα αίμα, να μας γεμίσει

το στήθος με ντροπή, μήτε γλώσσα να μας πληγώσει,

κι ούτε καρδιά που απ’ οργή χτυπά ή απελπισιά.

Για να βρούμε τη γαλήνη, μας απομένουν οι νεκροί,

τα κυπαρίσσια, ο λόφος με μνήματα κεντημένος.
            

   

 Παγερή παρθένα ομορφιά

    [Fría belleza virgen]

 

Πίσω απ’ τις νιφάδες, σελήνη παγερή,

λιβάδια, σειρές οι λεύκες, σκεπές…

Από δρόμους νοτισμένους έφτασα

σιμά πολύ στα μάτια σου, στο χιόνι.

Τρούλοι κατακόκκινοι, μαυροπούλια

ξεπαγιασμένα να τσιρίζουνε: ποίηση.

Πίσω απ’ τον τοίχο τον πρασινισμένο, κρυστάλλινο

ποτήρι κολονάτο, που ’χει μέσα

σαμπάνια, φιλιά και λόγια.

Φιλιά πλάι στο τζάκι, κούτσουρα, βουβά

τα σύνεργα του κυνηγού, άνθη πεθαμένα

πολυκαιρισμένα μες στη νεκρικήν υδρία.

Παγωμένη η λίμνη, κει που το καλοκαίρι

τραγουδάνε τα βατράχια μες στα βαθιά τ’ απογέματα.

Φεύγουνε τα σμήνη, ως μέσα στο αίμα πόνο φέρνουνε

τ’ αλυχτίσματα και του βοσκού το τραγούδι.

Πυκνώνει η νύχτα με τ’ αστέρια της.

Βαρύ είναι να θωρείς τέτοια παρθένα ομορφιά.

Πάνω απ’ το σπίτι, καθώς σαλεύει

τούτη τη φλογισμένη και μαγική γωνιά,

τρίξιμο σε θόλο ουράνιο ακούγεται ο Θεός.

 

    Χειμωνιάτικο όραμα

            [Visión del invierno]

 

Κορφές ξεφλουδισμένες, ανεμοδείκτες και σοφίτες,

μπαλκόνια νοτισμένα. Σκέφτομαι τον πυρετό τον αργό

του φαναριού μες στη νύχτα. Στο μεταξύ, τι όνειρο,

τι παρηγοριά το φως του να κρατώ στο βλέφαρό μου.

Κατακόκκινες οι παρειές τούτης της αυγής!

Σπαράζει απ’ την παγωνιά ο Μπερνέσγα ο ποταμός!

Καθάρια τα βουνά. Κουτσαίνει ανηφορίζοντας

το δρομάκι η γριούλα. Και πάλι η καμπάνα

χτύπο αφήνει διαυγή – το κρύσταλλό της πάνω στα χείλια μου.

Παγωμένο καμπαναριό, κορμός γερός της αυγής!

Μέσα στο ναό ένας στεναγμός, ένα δάκρυ ζωντανό.

Στα βιτρώ λαμπαδιάζει ολάκερο του χειμώνα το φως.

Άφησέ με, Λεόν, βαθιά ν’ αποθέσω στα έγκατά σου

από σκούρα πέτρα ένα φιλί. (Πώς καίει το δέρμα σου,

σαν τον αγέρα απ’ τη φλεγόμενη γυμνήν ακακία!)

Στην εσχάτη της ύπαρξής σου πληγή, στην παγωνιά

κάθε σκεπής, ποθώ ν’ αφήσω την καρδιά μου.

 

Από τα Πρελούδια για μια πλέρια νύχτα (Preludios a una noche total, 1969)

 

 

*O καθεδρικός ναός της πόλης Λεόν.

 

 

 

     ΕΠΙΜΕΤΡΟ

              Και πάλι στη Μεσόγειο, ο Χαίλντερλιν .

 Ο Antonio Colinas (Λεόν, 1946) είναι ένας από τους σπουδαιότερους εν ζωή Ισπανούς ποιητές. Η ποιητική του δραστηριότητα ξεκινά στα μέσα της δεκαετίας του 1960. Νεότατος, έως τα τέλη της δεκαετίας εκείνης είχε δώσει το στίγμα της (πρώιμης) ποίησης του, έχοντας ήδη τότε εκδώσει τρεις συλλογές ποιημάτων. Θεωρείται ότι ανήκει στη γενιά των Νovísimos (Νεότατοι), οι οποίοι επίσης αποκλήθηκαν Culturalistas. Στο έργο των ποιητών αυτών παρατηρήθηκε μια -απρόσμενη ίσως σε σχέση με τα τεκταινόμενα στην υπόλοιπη Ευρώπη- στροφή στην ακαδημαϊκή και ρομαντική πνευματική παράδοση, στον αισθητισμό και στην ελάχιστη, ή πολύ συγκαλυμμένη, αναφορά στην κοινωνική πραγματικότητα.
 
Tα τρία ποιήματα που μεταφράζονται εδώ ανήκουν όλα στην ενότητα «Η παρουσία του κόσμου στη χειμερινή μου διαμονή», από το τρίτο ποιητικό βιβλίο του Κολίνας. Όπως είναι φανερό από τον τίτλο, αλλά και από την εικονοποιία όλων των ποιημάτων της ενότητας αυτής, κυρίαρχη είναι η παρουσία του χειμώνα, ως ποιητικού locus μοναξιάς, εγκατάλειψης, σιωπής – ένα ποιητικό τοπίο όπου ο χρόνος έχει παγώσει και κάθε ζωή έχει πια χαθεί.
Τι να είναι αυτό που ώθησε τον Κολίνας να γράψει όλες τούτες τις χειμερινές ελεγείες; Πέρα από ένα σκηνικό ανάλογο με τον ρομαντικό νεανικό ψυχισμό του, γνωρίζουμε με βεβαιότητα ότι ο χειμώνας του Κολίνας δεν είναι μονάχα αυτός της ηπειρωτικής, σχετικά απομονωμένης γενέτειράς του, με τον λαμπρό της γοτθικό καθεδρικό της, αλλά και ένας απόηχος από τον Χαίλντερλιν: τον αγαπημένο του ποιητή. Γράφει ο Κολίνας, στο προγραμματικό ποίημα «Επίκληση στον Χαίλντερλιν», με το οποίο κλείνει ολόκληρη τη συλλογή:
 
Ω Χαίλντερλιν, κουρέλι συνάμα και κλαδί ανθισμένο […]
Τα δάση τα πιο σκοτεινά ανοίγονται στην τρέλα σου.
Δε βλέπεις πώς ραγίζουν οι πηγές από εγκατάλειψη
κάθε φορά που ξεχύνεις το σπασμωδικό σου γέλιο,
κάθε που τους λυγμούς σου ξεσπάς ξαπλωμένος στο γρασίδι.
Πόσο καθαρά γραμμένο το σημάδι σου κάτω απ’ τον ουρανό!
Προτού ν’ αγγίξεις το χέρι στο χαρτί,
ήλιοι του χειμώνα παγεροί διασχίζανε τη Σουηβία,
ίχνη πρασινωπά αφήνανε σε σύννεφα πικρά.
 
Και τελειώνει τούτο το σχετικά εκτενές, κομβικό ποιήμά του:
 
Σκίσε τα σκονισμένα παραπετάσματα της μνήμης σου
και γοργά ας κυλήσει τ’ όνειρο: ας μάθουμε όλοι
από πού ξεπηδά το νερό που τη δίψα μας χορταίνει.
 
Σε παλιότερή μας δημοσίευση στο Περί Ου, είχαμε μεταφράσει πρώιμα ποιήματα ενός άλλου μεσογειακού νέου, του Ιταλού Andrea Zanzotto, ο οποίος επίσης είχε ως φάρο έμπνευσης τον Χαίλντερλιν. Εκείνος, στα ποιήματά του, οραματιζόταν τη διαφυγή από την καθημαγμένη -με φρέσκιες τις πληγές του μεγάλου πολέμου- πατρίδα του – πάνω από τις Άλπεις και προς τον Βορρά. Από μια περίεργη σύμπτωση ή συγγένεια πνευματική, δυο δεκαετίες μετά, ο Ισπανός νεαρός καλεί τον μεγάλο Γερμανό ρομαντικό να κατέβει ο ίδιος εκεί, στην Ισπανία της περιόδου που αργοσβήνει ο φρανκισμός – αφήνοντας ακόμα παντού την παγερή του σκιά…
 
Θα ήταν άραγε άκαιρο, μέσα στην ανελέητη «βαρυχειμωνιά» που διανύουμε φέτος και σε τούτη την πλευρά της Μεσογείου, να επικαλεστούμε ξανά το πνεύμα του ποιητή, μήπως μας θυμίσει ότι «γεμάτος έγνοιες, ποιητικά όμως, κατοικεί ο άνθρωπος σε τούτη τη γη»;
Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.