Loading...

Κατηγορία: Πεζογραφία

Κατερίνα Ζαρόκωστα: Το γυφτούλι

Ένας στρόβιλος από ήχους, χρώματα, γέλια, τραγούδια, μαύρα γυαλιστερά μαλλιά, κροτάλισμα τροχών, φούστες κλαρωτές, χρώματα, χρώματα, λάμψεις από χρυσά χαμόγελα. Οι τσιγγάνοι διέσχιζαν το χωριό. Ο μύθος τους πήγαινε μπροστά, [ … ]

Νάνσυ Εξάρχου: Σιωπή των αμνών  

Παλιά, κάθε Πάσχα, αφού τρώγαμε το ψητό αρνί, την επόμενη μέρα, την Δευτέρα της Διακαινησίμου, μου χάριζαν τα τέσσερα κότσια, τους αστράγαλους δηλαδή του ζώου. Κι  εγώ τα χαιρόμουν έτσι [ … ]

Αλέξανδρος Βαναργιώτης: Ανάβαση  

  Έβρεχε τις τελευταίες μέρες. Λες και μες στα βάσανά μας έπρεπε να προστεθεί και αυτό. Κούραση-περπατούσαμε μερόνυχτα-, φόβος-οι εχθροί μας καταδίωκαν-, ήμασταν σε άγνωστα μέρη και, όπως ο Ξενοφώντας [ … ]

Κ. Ξ. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ: ΜΙΑ ΜΕΓΑΛΗ ΠΕΜΠΤΗ ΕΝΑΣ ΑΝΔΡΑΣ ΚΑΙ ΜΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ    

Α΄   Δεξιά μου μια αφράτη σαρανταπεντάρα με το βιβλίο της ανοιχτό, και το κεφάλι σκυμμένο σ’ αυτό. Ωραίο πρόσωπο. Σκούρο ταγιέρ, λευκό γιακαδάκι. Η σχισμή ενός πλούσιου στήθους διαγραφόταν [ … ]

Κωνσταντίνος Λουκόπουλος: ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ ΡΙΖΑ 71 – Η ΞΑΝΘΙΑ ΚΟΤΣΙΔΑ (ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ ΡΙΖΑ 70/3/α,β,γ)

3.Ο Κωνσταντάκης Φιλίππου Καλογερής (αδερφός του παππά Σταύρου) που παντρεύτηκε την Ευαγγελία Νικολάου Ζαχά από το Ευπάλιο, έχτισε κάτω από το ρέμα του Αντιβού, δίπατο υποστατικό όλο με τα χέρια [ … ]

Έφη Φρυδά: Πικραλίδα, η ανατροπέας – Alias,  να πεθάνει ο χάρος

Χαμηλότατο, έρπεις σχεδόν καταγής, ενοχλητικό έως και βλαβερό ζιζάνιο, φυτρώνεις παντού, ραδίκι μου σεμνό και ανεπιτήδευτο. Το πατάς και ενοχή καμία. Βλέπεις, φυτρώνεις από μόνο σου, χωρίς την παραμικρή προσπάθεια [ … ]

Κ.Β. Λαμπράκης: Όνειρο

Στριφογύριζε μέσα στο άδειο σπίτι και ανεβοκατέβαινε τις σκάλες, πιο πολύ τις ανέβαινε παρά τις κατέβαινε, που σημαίνει ότι βρισκόταν πιο πολύ πάνω, στο πάνω μέρος του παλιού παραθαλάσσιου σπιτιού, [ … ]

Έρικ Σμυρναίος: Εκείνα τ’ αγέρωχα τα κάστρα

Στα μάτια των ανθρώπων του 21ου αιώνα τα μεσαιωνικά κάστρα περιβάλλονται από μια αύρα που είναι πολύ ρομαντική. Όντας κτίρια εντυπωσιακά και αγέρωχα, χτισμένα σ’ εποχές ανήσυχες και επισφαλείς, κατέληξαν [ … ]

Αλέξανδρος Βαναργιώτης: Απόκριες στο χωριό

Στο καφενείο ο παπάς κι ο δάσκαλος έπιναν καφέ σκυφτοί κι αμίλητοι, γεμάτοι θλίψη. Στους δρόμους γκλιγκάνιζαν οι κουδούνες, σφύριζαν οι κουδουναραίοι. Όλη τη μέρα πετάγονταν από γωνίες και τρομοκρατούσαν [ … ]