Loading...
ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΜεταφρασμένη πεζογραφία

 Guy de  Maupassant: Ο  ΕΚΔΙΚΗΤΗΣ – μτφρ: Φάνης Κωστόπουλος

                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                

     Όταν ο κύριος Αντουάν  Λεγιέ παντρεύτηκε τη χήρα Ματθίλδη Σουρί, κόντευαν δέκα χρόνια που ήταν ερωτευμένος μαζί της. Ο Σουρί ο μακαρίτης, παλιός συμμαθητής του από το κολέγιο, είχε γίνει πια στενός του  φίλος. Ο Λεγιέ τον αγαπούσε πολύ, αλλά τον έβρισκε λίγο αγαθιάρη. Και έλεγε μάλιστα συχνά: «Ο δύστυχος Σουρί δεν ήταν καθόλου αυτό που λέμε: σπίρτο μοναχό».

  Όταν ο Σουρί παντρεύτηκε τη δεσποινίδα Ματθίλδη Ντιβάλ, ο Λεγιέ, είναι αλήθεια ότι εξεπλάγη και κάπως ενοχλήθηκε, γιατί ήταν μαζί της λίγο τσιμπημένος. Ήταν κόρη μιας γειτόνισσας, που παλιά διατηρούσε ένα ψιλικατζίδικο στη γειτονιά, και τώρα είχε αποσυρθεί με μια μικρή περιουσία. Η κοπέλα ήταν ωραία, εκλεπτυσμένη και έξυπνη. Όλα λοιπόν έδειχναν ότι πήρε τον Σουρί για τα λεφτά του. Τότε ο Λεγιέ άρχισε να τρέφει άλλες ελπίδες: φλέρταρε τη γυναίκα του φίλου του. Ο Λεγιέ ήταν ένα καλοβαλμένο άτομο, καθόλου βλάκας και πλούσιος επίσης. Και ενώ θεωρούσε σίγουρο τον εαυτό του ότι θα πετύχει στο σκοπό του, απέτυχε. Και αυτό γιατί, αν και ήταν τώρα πιο πολύ ερωτευμένος,  ήταν ένας ερωτευμένος  που η στενή φιλία με τον σύζυγο τον έκανε διακριτικό, δειλό και αμήχανο. Μάλιστα η μαντάμ Σουρί είχε πια  πιστέψει ότι δεν την έβλεπε ερωτικά όπως πριν και αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να θεωρεί τον εαυτό της φίλη του.       

   Αυτή η φιλική σχέση κράτησε εννέα ολόκληρα χρόνια, όταν ένα πρωί κάποιος εντολοδόχος έφερε στον Λεγιέ ένα σημείωμα με κακή είδηση από τη δύστυχη γυναίκα: ο Σουρί μόλις είχε ξαφνικά πεθάνει  από  ρήξη ανευρύσματος. Ο Λεγιέ ένιωσε τότε μέσα του  έντονη ταραχή, γιατί με τον Σουρί είχαν την ίδια ηλικία, αλλά και σχεδόν αμέσως να διαπερνά το σώμα του και την ψυχή του ένα αίσθημα ανάμικτο από χαρά,  ανακούφιση και λύτρωση. Η μαντάμ Σουρί ήταν επί τέλους ελεύθερη.

 Ο Λεγιέ ήξερε, ωστόσο, να παίρνει ύφος θλιμμένο που ταίριαζε στην περίσταση, να περιμένει τον κατάλληλο χρόνο που απαιτούσε ο σκοπός του και να τηρεί πιστά όλες τις ευπρέπειες για το πένθος. Σε διάστημα δεκαπέντε μηνών ο Αντουάν Λεγιέ παντρεύτηκε τη χήρα του φίλου του. Αυτή η πράξη φάνηκε στον περίγυρο πολύ φυσική και ακόμη γενναιόψυχη. Θεωρήθηκε μάλιστα από όλους πράξη ενός καλού φίλου και ενός τίμιου ανθρώπου. Ο Αντουάν Λεγιέ ήταν τώρα ένας πέρα για πέρα ευτυχισμένος άνθρωπος.

                                                            *

   Ζούσανε μέσα στην πιο έμπιστη στενή σχέση, έχοντας από την πρώτη στιγμή της κοινής ζωής τους αλληλοκατανόηση και  αλληλοεκτίμηση. Δεν είχαν τίποτα μυστικό μεταξύ τους και έλεγε ο ένας στον άλλο τις πιο μύχιες σκέψεις του. Ο Λεγιέ αγαπούσε  τη γυναίκα του με έναν έρωτα σίγουρο και εκμυστηρευτικό.  Τη λάτρευε σαν μια τρυφερή και αφοσιωμένη σύντροφο, που ήταν ισάξια και έμπιστη. Του έμενε όμως στην ψυχή μια περίεργη και ανεξήγητη μνησικακία για τον μακαρίτη Σουρί, που είχε  πρώτος  αυτή τη γυναίκα δική του και που είχε χαρεί το άνθος της νιότης της και της ψυχής της, και που ακόμη την είχε λίγο θεοποιήσει. Αυτή η ανάμνηση του νεκρού συζύγου χαλούσε τώρα  την ευτυχία του ζώντος,  επειδή αυτή η μεταθανάτια ζήλια ταλάνιζε , μέρα – νύχτα, την καρδιά του Λεγιέ. Πράγματι, αυτό το συναίσθημα τον είχε κάνει να μιλάει ασταμάτητα και κουραστικά για τον Σουρί, να ζητάει να μάθει χίλιες λεπτομέρειες προσωπικές και ενδόμυχες γι’ αυτόν,  και να θέλει να ξέρει κάθε συνήθεια που είχε. Τον καταδίωκε, θα έλεγε κανείς, με χλευασμούς, ως το βάθος του τάφου του, θυμίζοντας αυτάρεσκα τα ελαττώματά του και επιμένοντας σε γελοιότητες που οφείλονταν σε λάθη του.

 Κάθε τόσο και λιγάκι καλούσε τη γυναίκα του από τη μια άκρη του σπιτιού στην άλλη, λέγοντας:

– Ε, Ματθίλδη!

– Λέγε, αγάπη μου.

– Έλα να μου πεις κάτι που θέλω.

Αυτή έφτανε πάντα χαμογελαστή και ξέροντας καλά ότι θα μιλούσανε για τον Σουρί, ενθάρρυνε αυτή την αθώα μανία  του νέου συζύγου της.  «Πες μου, λοιπόν, αν θυμάσαι  μια μέρα που ο Σουρί θέλησε να μου αποδείξει πώς και γιατί τα ανθρωπάκια είναι πάντα πιο αγαπητά από τους σπουδαίους άνδρες» Αυτή έμπαινε τότε σε δυσάρεστες σκέψεις για τον μακαρίτη, που ήταν ανθρωπάκι, και σε διακριτικά ευνοϊκές γι’ αυτόν, τον Λεγιέ, που ήταν σπουδαίος άντρας. Με άλλα λόγια, η μανταμ Λεγιέ τον άφηνε να πιστεύει ότι είχε πέρα για πέρα δίκιο, και γελούσε, με  την καρδιά της, χλευάζοντας ήπια, βέβαια, τον παλιό  της σύζυγο προς μεγάλη ευχαρίστηση του νέου, που συνήθιζε πάντα να προσθέτει: « Τι βλάκας αυτός ο Σουρί!»

  Ζούσαν σε απέραντη ευτυχία. Και ο Λεγιέ δεν έπαυε να δείχνει το άσβηστο ερωτικό του πάθος με κάθε τρόπο. Μια νύχτα που δεν είχαν ύπνο και  ένιωθαν και οι δύο ξανανιωμένοι, ο Λεγιέ, σφίγγοντας ερωτικά τη γυναίκα του στην αγκαλιά του, τη ρώτησε ξαφνικά:

 – Πες μου, αγάπη.

–  Τι;

–  Ο Σουρί… είναι δύσκολο αυτό που θα σε ρωτήσω… ο Σουρί ήταν πολύ… πολύ ερωτευμένος;

Αυτή του έδωσε ένα παθιασμένο φιλί και του είπε ψιθυριστά: « Όχι τόσο όσο εσύ, χρυσέ μου». Αυτός κολακεύτηκε για τον αντρίκιο  έρωτά του και είπε: « Σίγουρα θα έπρεπε να ήταν βλάκας… ε, τι λες;» Αυτή δεν απάντησε, μόνο γέλασε πονηρά , κρύβοντας το πρόσωπό της στο λαιμό του συζύγου της. Αυτός τότε ρώτησε: «Λες  να ήταν πολύ βλάκας, και όχι … όχι, όπως θα έλεγα εγώ, έξυπνος;» Αυτή έκανε, με το κεφάλι, μια ελαφρά κίνηση που σήμαινε: « Όχι… καθόλου έξυπνος».  Αυτός συνέχισε: «Θα έπρεπε να πλήττεις πολύ τη νύχτα μαζί του, ε;» Αυτή είχε, τούτη τη φορά, μια κρίση ειλικρίνειας και είπε: « Ω , ναι!» Για τούτο το λόγο της τη φίλησε  και ψιθύρισε: « Τι κτήνος ! Εσύ ήσουν ή δεν ήσουν ευτυχισμένη μαζί του;» Και αυτή τελείως αυθόρμητα: « Όχι. Αυτός δεν ήταν καθημερινά ευχάριστος». Μετά από μια τέτοια απάντηση ο Λεγιέ αισθάνθηκε μαγεμένος, κάνοντας στη σκέψη του μια σύγκριση, ανάμεσα στην παλιά συζυγική ζωή της γυναίκας του και στη νέα, και βλέποντας, με μεγάλη ευχαρίστηση, την υπεροχή του.

   Θα μείνει για λίγες στιγμές χωρίς να μιλήσει. Αμέσως μετά  ένιωσε μια ζωηρή αναστάτωση και είπε:

   – Πες μου.

  – Τι να σου πω.

 –  Θέλεις να είσαι πολύ ειλικρινής μαζί μου;

–  Βεβαίως, αγάπη μου.

– Αλήθεια, μπήκες ποτέ στον πειρασμό να τον … να τον απατήσεις, αυτό τον βλάκα τον Σουρί;

    Η μαντάμ Λεγιέ έκανε ν΄ ακουστεί ένα « Ω !» της ντροπής και έκρυψε το  πρόσωπό της πιο βαθιά στην αγκαλιά του συζύγου της. Αυτός όμως κατάλαβε ότι γελούσε, και επέμενε: «Αν αληθεύει, ομολόγησέ το! Είχε στο κεφάλι κέρατα αυτό το ζωντανό; Θα  ήταν, πράγματι, τόσο αστείος, μα τόσο αστείος αυτός ο αγαθιάρης Σουρί! Στάσου λοιπόν, στάσου και πες σε μένα, σε μένα, λέω,  αυτό που σε ρωτώ». Αυτός επέμενε σ’ αυτή τη φράση «σε μένα», σκεπτόμενος ότι εάν αυτή είχε κάποια επιθυμία να απατήσει τον Σουρί, αυτή η επιθυμία θα ήταν σχετική με τη δική του ανδρική γοητεία. Και  ένιωθε, μάλιστα, μεγάλη ευχαρίστηση στην αναμονή μιας τέτοιας ακριβώς ομολογίας, επειδή ήταν σίγουρος ότι αν αυτή δεν είχε υπάρξει ενάρετη γυναίκα, πράγμα που γι’ αυτόν ήταν, αυτός θα την είχε  κατακτήσει πολύ πιο πριν. Αυτή όμως δεν απαντούσε μόνο γελούσε, όπως γελάει κανείς, φέρνοντας στη μνήμη του κάτι πολύ αστείο.

  Ο Λεγιέ άρχισε κι αυτός, με τη σειρά του, να γελάει, κάνοντας τούτη τη σκέψη: « Πράγματι, θα μπορούσα να είχα κάνει τον Σουρί κερατά! Τι έξυπνο κόλπο, αλήθεια! Τι ωραία φάρσα!   Ναι,  πράγματι, υπέροχη φάρσα!»  και τότε είπε, με μεγάλη ευχαρίστηση: « Αυτός ο δύστυχος, αυτός ο  κακομοίρης ο  Σουρί, σίγουρα θα μπορούσε να έχει στο κεφάλι απ’ αυτά». Η μαντάμ Λεγιέ συστρεφόταν κάτω απ’ το σεντόνι πότε γελώντας και πότε κλαίγοντας, μπήγοντας ακόμα και κραυγές. Και ο Λεγιέ επαναλάμβανε: «Εμπρός, ομολόγησέ το, αν είσαι ειλικρινής. Καταλαβαίνεις πολύ καλά ότι αυτό δεν μπορεί να είναι δυσάρεστο σε μένα». Τότε αυτή, με σχεδόν σβησμένη  φωνή, είπε: « Ναι, ναι». Ο σύζυγός όμως επέμενε: «Ναι, τι; Πες τα όλα να καταλάβω». Αυτή, γελώντας τώρα διακριτικά, έφερε το στόμα της κοντά στ’ αφτί του Λεγιέ, που περίμενε, όπως αυτή νόμιζε, μια ευχάριστη εκμυστήρευση, και ψιθύρισε: «Ναι… τον απάτησα». Αυτός αισθάνθηκε τότε ένα κρύο ρίγος να διατρέχει το σώμα του, και είπε παθιασμένα:  «Εσύ… εσύ… τον…απάτησες ολοκληρώνοντας αυτή την πράξη;» Αυτή πίστευε ότι αυτός έβρισκε το πράμα υπερβολικά αστείο και απάντησε: « Ναι… ολοκληρώνοντας αυτή την πράξη». Αυτός ανακάθισε στο κρεβάτι γιατί του κόπηκε η αναπνοή από την ταραχή που ένιωσε και  που ήταν τόσο έντονη, ως εάν αυτός είχε ακούσει  πως ήταν ο ίδιος κερατάς. Στην αρχή δεν είπε τίποτα. Μετά από λίγα λεπτά  αναστέναξε βαθιά: «Αχ!» Αυτή, στο μεταξύ, είχε πάψει να γελάει, καταλαβαίνοντας πολύ αργά πια το λάθος της.  Ο Λεγιέ κατάφερε, επί τέλους, να βρει τα λόγια του και να κάνει αυτή την ερώτηση : «Με ποιον;» Αυτή θα μείνει για λίγο βουβή, αναζητώντας ένα επιχείρημα. Αυτός όμως επέμενε: « Με ποιον;»  Τελικά θα του πει : « Με έναν νέο άντρα».

  Αυτός γύρισε  απότομα προς το μέρος της και με θυμό της είπε: «Σκέπτομαι ότι αυτό δεν έγινε με έναν μάγειρα. Σ’ ερωτώ λοιπόν ποιος είναι ο νέος άντρας, ακούς;» Αυτή δεν έδωσε απάντηση.  Άρπαξε τότε το σεντόνι με το οποίο αυτή σκέπαζε το κεφάλι της και το έριξε στην άκρη του κρεβατιού, επαναλαμβάνοντας: « Θέλω να ξέρω με ποιον νέο άντρα, ακούς;» Αυτή πρόφερε, με δυσκολία, αυτή τη δικαιολογία: « Ήθελα να γελάσω, αυτό είν’ όλο». Και αυτός, τρέμοντας από οργή ξέσπασε: « Τι ; Πώς; Ήθελες να γελάσεις; Με κοροϊδεύεις λοιπόν; Εγώ δεν πείθομαι με τέτοιες προφάσεις, κατάλαβέ το!  Σου ζητάω ακόμη μια φορά το όνομα αυτού του νέου άντρα». Αυτή δεν απάντησε, μένοντας ανάσκελα και ακίνητη στο κρεβάτι. Της έπιασε τότε σφιχτά το χέρι λέγοντας : « Με ακούς; Απαιτώ να μου απαντάς όταν σου μιλάω». Και αυτή, αρκετά νευριασμένη, του είπε: «Νομίζω πως είσαι τρελός, άφησέ με ήσυχη!» Ο Λεγιέ έτρεμε από τον θυμό του, μην ξέροντας τι να πει, και καθώς άρχισε να την ταρακουνά με όλη του τη δύναμη, φώναζε εξαγριωμένος: « Με ακούς, με ακούς!» Αυτή έκανε μια απότομη χειρονομία, για να απαλλαγεί, και με την άκρη των δακτύλων της χτύπησε τη μύτη του συζύγου της. Αυτός λύσσαξε από τον θυμό του, νομίζοντας ότι τον χτύπησε, και ξέσπασε ορμώντας επάνω της. Με το βάρος του σώματός του την ακινητοποίησε και τη χαστούκιζε με όλη του τη δύναμη, φωνάζοντας: « Να, να, να! παλιογύναικο, πόρνη!» Και όταν λαχάνιασε από τη βιαιότητα της πράξης του, σηκώθηκε και στράφηκε προς το κομό, για να φτιάξει έναν χυμό από πορτοκάλι, γιατί αισθάνθηκε πολύ εξαντλημένος.

   Αυτή έκλαιγε στο κρεβάτι με βαθιούς αναστεναγμούς, καταλαβαίνοντας ότι το λάθος της έβαλε τέρμα στην ευτυχία της. Κάποια στιγμή, με δάκρυα στα μάτια, τραύλισε: «Έλα εδώ και άκουσέ με, Αντουάν σου είπα ψέματα, θα το καταλάβεις, άκουσέ με». Ανασήκωσε τότε το ξεμαλλιασμένο κεφάλι της έτοιμη για υπεράσπιση του εαυτού της και οπλισμένη με δικαιολογίες και πονηριές. Αυτός, γυρίζοντας τότε προς αυτή, την πλησίασε με ένα αίσθημα ντροπής επειδή την είχε χτυπήσει, αλλά  και βλέποντας συνάμα την απιστία από την πλευρά του συζύγου, ένιωθε μέσα στην καρδιά του ένα μίσος αβυσσαλέο γι’ αυτή τη γυναίκα που είχε απατήσει τον άλλο, τον Σουρί.

 

                                                                                                                                                   

 

 

   

 

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.