Loading...

Ετικέτα: μεταφρασμένη ποίηση

Λίζα Διονυσιάδου: Νικολάι Γκουμιλιόφ  

Υπάρχει ένα  λυρικό ποίημα του Νικολάι Γκουμιλιόφ, με τίτλο «Εκείνη», γραμμένο την περίοδο που ο ποιητής περνούσε από τον Συμβολισμό στον Ακμεϊσμό. Ηρωίδα του ποιήματος είναι η γυναίκα του, η [ … ]

 Όσιπ Μάντελσταμ: Στον παγωμένο αέρα, Μετάφραση: Λίζα Διονυσιάδου  

Έλιωνε ο καπνός στον αέρα τον παγωμένο, Κι εμένα, ελευθερία μελαγχολική με κρατά μαραζωμένο, Ποθώ με κρύο, ήσυχο ύμνο να υψωθώ. Για πάντα να εξαφανισθώ, αλλά είναι γραφτό να περπατώ [ … ]

Τζον Νταν, Ο ήλιος ανατέλλοντας- Μετάφραση: Ορφέας Απέργης

Αδιάκριτε, πολυάσχολε, άταχτε γεροήλιε, Γιατί μ’ αυτόν τον τρόπο Μέσα από τα παράθυρα μπαίνεις με τόσο κόπο; Γιατί πρέπει οι σύζυγοι εραστές εσένα να υπακούνε; Σχολαστικέ, αυθάδη κακομοίρη, γιατί δε [ … ]

Μάργκαρετ Άτγουντ, Πετώντας μες στο σώμα σου- μτφρ: Έφη Φρυδά

Γεμίζουν τα πνευμόνια σου κι απλώνονται, φτερoύγες αίμα ρόδινο, κι αδειάζουν τα οστά σου, κούφια γίνονται. Εισπνέεις και σαν αλεξίπτωτο ανυψώνεσαι Η καρδιά σου ανάλαφρη κι αυτή, γιγάντια, με ατόφια [ … ]

Βιττόριο Σερένι (Vittorio Sereni): Τρία ποιήματα. Μετάφραση από τα ιταλικά: Θεοδόσης Κοντάκης       

        Οδός Σκαρλάττι              [Via Scarlatti]   Με κανέναν δεν είναι τούτη η συνομιλία εκτός από σένα. Σύντομος, ανάμεσα σε δυο όχθες κραυγής πηγαίνει, όλος σπίτια, [ … ]

Παστερνάκ: Σε όλα θέλω να φθάσω (1956) Во всем мне хочется дойти – Απόδοση: Λίζα Διονυσιάδου  

Σε όλα θέλω να φθάσω  Μέχρι το βάθος. Στη δουλειά, στη ζωή, Στης καρδιάς το πάθος.   Ως την ουσία των ημερών την γκρίζα, Ως το γιατί, Ως την αρχή [ … ]

Μιχαήλ Γιούρεβιτς Λέρμοντοφ : «Και βαρετά και θλιβερά…», απόδοση: Ελένη Κατσιώλη  

Και βαρετά και θλιβερά, και πουθενά κανείς να απλώσω στην ατυχία το χέρι. Επιθυμίες! Τι νόημα έχει αιώνια μάταια να τις αναζητάς και να περνούν τα χρόνια τα καλύτερα; Μα [ … ]

Στην λευκή νύχτα (Πρώιμη λυρική ποίηση της Άννας Αχμάτοβα) -Απόδοση, Λίζα Διονυσιάδου  

Ax, την πόρτα άφησα ανοιχτή, το κερί δεν έχω ανάψει. Δεν ξέρεις πόσο έχω κουραστεί, στον ύπνο δεν επέτρεψα να με αδράξει.   Βλέπω να σβήνουν οι γραμμές του δάσους, [ … ]