Loading...
ViewmasterΕικαστικάΠρωτοσέλιδοΤΕΧΝΗ

Έφη Φρυδά. Το στοίχειωμα του Γκόγια

 

Το άρθρο είναι αφιερωμένο στον Φρανθίσκο Χοσέ ντε Γκόγια, που πριν μερικές ημέρες είχε τα γενέθλιά του (30 Μαρτίου 1746 – 16 Απριλίου 1828). Για την πυροδότηση όμως ευθύνεται κυρίως η σκοτεινή και όλο και σκοτεινότερη πραγματικότητα που ζούμε. Δύσκολο να μην ξεστρατίσει ο νους από τη Γυναίκα στην Τέχνη, δύσκολο να μην δει μπροστά του μάγισσες, δαίμονες και πονηρά πνεύματα, παιδιά νεκρά από χέρι δόλιο, νήπια θυσία μιας σκέψης που ξεστρατίζει σε καταχθόνια μονοπάτια. Γι’ αυτό θα μου επιτρέψετε, ελπίζω, μια περιστασιακή αλλά δυστυχώς απόλυτα συντονισμένη με την πραγματικότητα – όσον αφορά εμένα τουλάχιστον – παράκαμψη.

 

«Γκόγια, εφιάλτη των ακατανόμαστων πληγών,

Εμβρύων όπου ψήνονται στους κύκλους των σαββάτων,

Γραιών που ναρκισσεύονται κι ολόγυμνων παιδιών,

Που διόρθωναν την κάλτσα τους πειράζοντας δαιμόνους».[1]

 

Η τολμηρή φαντασία του Φρανθίσκο Χοσέ ντε Γκόγια, η αντιληπτική ευαισθησία του, η στάση του απέναντι στους κοινωνικούς θεσμούς, απέναντι στην ιστορία κάνει τον τρόμο που απεικονίζει διαχρονικό. Κάποιοι ιστορικοί τέχνης χαρακτηρίζουν τον Γκόγια τον πρώτο ζωγράφο τρόμου του δυτικού κόσμου. Βέβαια υπάρχουν και άλλοι πριν και μετά από αυτόν: Blake, Redon, Bosch, Dali και ο Doré στην εικονογράφηση. Ωστόσο κανείς από αυτούς δεν μπορεί να συναγωνιστεί τον τρόμο που μας μεταφέρει ο Γκόγια όταν βλέπουμε – ή ίσως όταν προσπαθούμε να μη δούμε καθαρά κάποιους από τους πιο άγριους πίνακές του. Γκροτέσκοι, ανατριχιαστικοί, ανεβάζουν τον τρόμο σε άλλο επίπεδο, απεικονίζοντας με βίαιη αμεσότητα, με αβάστακτη βαρβαρότητα και τόλμη παράτολμη αυτό που ο ζωγράφος θέλει να μας πει.

Ας κάνουμε όμως λίγο πίσω στον χρόνο για να δούμε ποια είναι τα θέματα που απασχολούν τους ζωγράφους ως την εποχή του Γκόγια. Δεν χωράει αμφιβολία ότι η ιστορία της τέχνης κυριαρχείται από θρησκευτικές απεικονίσεις. Ο Χριστός, η Παναγία με το βρέφος, άγγελοι και μαρτύρια αγίων. Με εξαίρεση τους πίνακες των Hieronymus Bosch, Pieter Bruegel the Elder, Albrecht Dürer στην Αναγέννηση, σπάνια απεικονίζονται διάβολοι και πνεύματα πονηρά. Ο Γκόγια αντιδρά σε αυτή την παράδοση. Θεματικά, υφολογικά, στυλιστικά, αλλά και από άποψη τεχνικής επιλέγει έναν εντελώς προσωπικό δρόμο, και με αυτό γίνεται ο πατέρας της μοντέρνας τέχνης αφού ανοίγει το πεδίο για τον Ρομαντισμό, τον ιμπρεσσιονισμό, τον εξπρεσσιονισμό, για ζωγράφους όπως οι Delacroix, Picasso, Bacon

Ως νεαρός ζωγράφος ο Φρανθίσκο Χοσέ ντε Γκόγια εργάστηκε στην Βασιλική αυλή της χώρας του και απεικόνισε τη βασιλική οικογένεια καθώς και πολλούς ευγενείς σε οικογενειακά και ατομικά πορτραίτα. Αυτή είναι μια περίοδος που αποτυπώνει τη ζωή με έντονα, φωτεινά χρώματα. Ωστόσο ακόμα και στους πιο αισιόδοξους πίνακές του, διακρίνουμε μια κρυμμένη ματιά προς το ανοίκειο, ένα αλλόκοτο χιούμορ. Πάντα, σε όλη του τη ζωή ο Γκόγια έχει το βλέμμα στραμμένο στην κοινωνία, είναι ιδιαίτερα ευαίσθητος στην κοινωνική αδικία, αλλά και εντός του, καθρεφτίζοντας τις εσώτερες πτυχές της ψυχής. Έτσι ακόμα και οι «φρόνιμοι» πίνακές του εμπεριέχουν μια υπόνοια που προκαλεί ανατριχίλα.

Manuel Osorio Manrique de Zuñiga

Ας πάρουμε για παράδειγμα τον πίνακα του απεικονίζει τον μικρό Manuel Osorio, γιο του κόμη και της κόμισσας της Αλταμίρα. Το αγοράκι, ντυμένο με λαμπρό κόκκινο κουστούμι, ποζάρει ανάμεσα σε ένα κλουβί με σπίνους και δύο γάτες που μοιάζουν σαγηνεμένες από την κίσσα που το παιδί κρατάει δεμένη με ένα σκοινάκι. Όμως μια στιγμή, για κοιτάχτε καλύτερα! Κρυμμένη πίσω στους ίσκιους διακρίνουμε και μια τρίτη γάτα. Και αίφνης συνειδητοποιούμε ότι ο πίνακας που κοιτάζουμε έχει και αυτός μάτια και μας παρακολουθεί… Όσο για την κίσσα, η ιδιοφυία του ζωγράφου, για να δικαιολογήσει λες την κλέφτρα φύση της, την βάζει να κρατάει στο ράμφος της μια κάρτα, ένα χαρτάκι με τη δική του υπογραφή.

Manuel Osorio Manrique de Zuñiga (detail)

Και να λοιπόν που ένα καθ’ όλα «συμβατικό» πορτραίτο, όπως θα έμοιαζε με μια πρώτη ματιά, μιλάει μάλλον για κάτι άλλο πέρα από την απλή απεικόνιση ενός ευγενούς νηπίου. Και δεν μπορούμε παρά να ριγήσουμε όταν μαθαίνουμε τελικά πως ο μικρός Don Manuel Osorio πέθανε σε ηλικία οκτώ ετών, λίγα μόλις χρόνια μετά την απεικόνισή του σε αυτό το πορτραίτο. Ο Γκόγια μοιάζει να μας μιλάει για το ασαφές όριο ανάμεσα στον κόσμο του παιδιού και στις δυνάμεις του κακού, ή ίσως πάλι να σχολιάζει τη φευγαλέα παιδική αθωότητα, τη νιότη και τη θνητότητα.

Manuel Osorio Manrique de Zuñiga (detail)

Ας προχωρήσουμε όμως χωρίς άλλη αναβολή στο κυρίως θέμα μας που είναι οι μάγισσες στα έργα του Φρανθίσκο ντε Γκόγια.  Γνωρίζοντας το αιματηρό ιστορικό πλαίσιο της χώρας, την προσωπική ιστορία και την πολιτική τοποθέτηση του Γκόγια, οι ιστορικοί τέχνης καταλήγουν ότι οι σκοτεινοί πίνακες που ακολούθησαν την πρώτη «φωτεινή» νεανική περίοδο του ζωγράφου, σατιρίζουν, στηλιτεύουν, γελοιοποιούν ακόμα τη βίαιη και γεμάτη καταπίεση, άγνοια και υποκρισία πραγματικότητα της χώρας του.

Γιατί όμως ο ζωγράφος χρησιμοποιεί τόσο συχνά μάγισσες και δαίμονες το έργο του; Η Ιερά Εξέταση και οι διώξεις που είχε εξαπολύσει ο κλήρος σε ολόκληρη τη χώρα και κυρίως στη χώρα των Βάσκων έχει τελειώσει. Όμως στα χρόνια του Γκόγια πολλά στοιχεία βγαίνουν επιτέλους στην επιφάνεια, κάτι που συγκλονίζει τον ζωγράφο. 1.800 άνθρωποι έχουν ομολογήσει στο κυνήγι μαγισσών έπειτα από διώξεις και βασανιστήρια. Ένα μεγάλο ποσοστό αυτών είναι μικρά παιδιά! Οι ελαιογραφίες του Γκόγια μας αφηγούνται οράματα με φρικτές συνάξεις μαγισσών που λατρεύουν τον σατανά, του προσφέρουν νεκρά και ζωντανά μωρά, και ίπτανται στον αέρα πάνω από τα κεφάλια των θνητών. Είναι όμως οι μάγισσες στο έργο του Γκόγια σύμβολο του Κακού; Ιστορικοί τέχνης καταλήγουν ότι πρόκειται για μια σειρά ελαιογραφιών που όχι μόνο δεν θέλoυν να καταδικάσουν τις μάγισσες, αλλά αντιθέτως στόχος τους είναι να κριτικάρουν, ως τη σκληρή γελοιοποίηση, τον κλήρο που, με τις διώξεις και τις μεθόδους που χρησιμοποίησε, τροφοδότησε ακόμα περισσότερο τις δεισιδαιμονίες, τον φόβο και τον φανατισμό. Επιπλέον και πρώτα απ’ όλα, με τις δίκες αυτές ήταν σαν να αναγνώρισε την ύπαρξη των μαγισσών και του άρχοντά τους του διαβόλου. Εν ολίγοις, κράτησε τον λαό στην άγνοια και τον χρησιμοποίησε για να εδραιώσει ακόμα περισσότερο τη θέση του και τη δύναμή του και φυσικά για να εξυπηρετήσει την άρχουσα τάξη.

The Incantation (Conjuro) c.1797

Διαλέξαμε να επικεντρωθούμε σε δύο πίνακες με αυτό το θέμα. The Incantation και Witches Flight. Οι δύο αυτές ελαιογραφίες δεν ανήκουν τους διαβόητους «Μαύρους πίνακες (Pinturas negras)» (1819-1823) που βρέθηκαν σε τοιχογραφίες στο σπίτι του στο Quinta del Sordo (το Σπίτι του κουφού),  έξω από τη Μαδρίτη όπου έμεινε τα τελευταία χρόνια της ζωής του. Πολλοί όμως ειδικοί, λόγω του θέματος και της απαισιοδοξίας που αποπνέουν, τους κατατάσσουν σε αυτούς, αν και χρονικά προηγούνται.

The Incantation (Conjuro c.1797) Το ξόρκι. Βλέπουμε πέντε άσκημες γριές μάγισσες μαζεμένες γύρω από έναν άνθρωπο που τρέμει από τον φόβο. Όλες φορούν μαύρα, εκτός από μία, αυτή που είναι πιο κοντά του· αυτή φοράει κίτρινο ρούχο. Η επιλογή του χρώματος έχει ενδιαφέρον. Το κίτρινο εκπροσωπεί κυρίως θετικά στοιχεία στη ζωγραφική· ήλιο, αισιοδοξία, χαρά. Ωστόσο μπορεί να συνδεθεί και με το μίσος, τη δειλία, την αρρώστια.

Οι τέσσερις μαυροφορεμένες κάνουν μάγια, καταριόνται τον γονατιστό άνθρωπο – δεν είναι σαφές αν πρόκειται για άνδρα ή για γυναίκα. Η μάγισσα στα αριστερά του πίνακα αρθρώνει το ξόρκι. Η διπλανή της, με νυχτερίδες στις αιχμές του καπέλου της, μπήγει μια βελόνα σε ένα μωρό, ή ίσως είναι μια κούκλα. Η τρίτη μάγισσα διαβάζει ένα βιβλίο μπροστά στη μύτη της στη φλόγα ενός κεριού. Η τέταρτη κρατάει ένα καλάθι που μέσα έχει νεκρά μωρά. Μια κουκουβάγια κάθεται στο φαλακρό της κεφάλι. Η πέμπτη μάγισσα, αυτή με το κίτρινο, είναι τυφλή, κι όμως όπου να’ ναι θα αρπάξει τον άνθρωπο.

Ένα στοιχειό, ένας δαίμονας, πετάει πάνω από τις μάγισσες. Στα χέρια κρατάει δυο μακριά οστά και με αυτά παίζει κάποιο είδος μουσικής. Η μουσική φυσικά είναι αόρατη, επομένως και το όργανο μπορεί να είναι αόρατο. Μαζί με τον δαίμονα ένα σμάρι από κουκουβάγιες, τα κίτρινα μάτια τους μοιάζουν πυρακτωμένα. Εδώ η κουκουβάγια δεν συμβολίζει τη σοφία, πρόκειται για ένα πλάσμα της βαθιάς νύχτας. Ψηλά και δεξιά στον πίνακα η ημισέληνος φωτίζει αχνά. Ο ουρανός κατεβαίνει σκοτεινός.

Αντηχήσεις, δεισιδαιμονίες, κατάλοιπα από τον Μεσαίωνα απεικονίζονται με δυσοίωνα σύμβολα, με την τιμωρία για την αμαρτία αλλά και την άγνοια, την πνευματική νωθρότητα. Ο ζωγράφος αντλεί από τη μυθολογία και την λογοτεχνία γύρω από τις μάγισσες. Θυμόμαστε τις λάμιες στα  παραμύθια του λαού μας, θυμόμαστε τις τρεις παράξενες αδελφές, στις μάγισσες του Μακμπέθ και τα δικά τους ξόρκια. Αρχετυπικά οι μάγισσες συμβολίζουν επίσης τη γυναίκα απ’ όπου όλοι προερχόμαστε, που μας φροντίζει από την πρώτη μας ανάσα πάνω στη γη ως την τελευταία. Που συμβολίζει ακόμα τη γη που μας θρέφει και όπου όλοι καταλήγουμε.

 

Witches Flight (Vuelo de Brujas). 1798

 

Ο δεύτερος πίνακας μαγισσών ονομάζεται Witches Flight (Vuelo de Brujas. 1798). Η ελαιογραφία αυτή ανήκει σε έξι πίνακες με θέμα τη μαγεία στην οποία ανήκει και Το ξόρκι που για αυτό μόλις συζητήσαμε, και τους οποίους παρήγγειλε στον Γκόγια η δούκισσα του Οσούνα για να διακοσμήσει την έπαυλη La Alameda όπου διέμενε, στα περίχωρα της Μαδρίτης. Χαρακτηρίζεται ως «ο ωραιότερος και πιο δυνατός πίνακας» αυτής της σειράς.

Σε ένα απόλυτα σκοτεινό τοπίο τρεις μάγισσες – μπορεί να είναι και μάγοι – μετεωρίζονται βαστώντας μεταξύ τους το γυμνό σώμα ενός ανθρώπου που έχει τα χέρια ανοιχτά και το κεφάλι ριγμένο πίσω σαν να υποφέρει. Η μία φαίνεται να δαγκώνει, ή να ρουφάει ίσως, τη θηλή του, οι άλλες δύο προχωρούν παρακάτω στο σώμα. Όλες είναι ημίγυμνες, φορούν όμως το μυτερό καπέλο της μάγισσας (coroza) που η Ιερά Εξέταση απαιτούσε να φορούν οι κατηγορούμενοι για μαγεία. Πάνω στα μυτερά καπέλα βλέπουμε ζωγραφισμένες φλόγες, σημάδι των αμετανόητων αιρετικών, των καταδικασμένων να καούν ζωντανοί στην πυρά. Ωστόσο ο προσεκτικός θεατής βλέπει ότι το καπέλο καταλήγει σε δύο αιχμές· όπως δηλαδή η μήτρα του επισκόπου. Το σημείο αυτό οδηγεί στο σαφές πλέον συμπέρασμα ότι οι πίνακες είναι καθαρά αλληγορικοί. Οι μάγισσες αποτελούν απλώς τους αποδιοπομπαίους τράγους, είναι ο τρόπος που η Καθολική Εκκλησία έχει επινοήσει για να διατηρεί και να ενισχύει τη δεισιδαιμονία και, καταστροφολογώντας, να ενισχύει και να εκμεταλλεύεται τους φόβους και τις προλήψεις του αγράμματου λαού.

Κάτω από τις μάγισσες δύο μορφές. Η μία, πεσμένη καταγής, κλείνει τα αυτιά με τα χέρια για να μην ακούει, έχει το πρόσωπο κολλημένο στο χώμα για να μην βλέπει. Η δεύτερη μορφή ντυμένη στα μαύρα, όρθια ακόμα, σκεπάζει το κεφάλι με ένα λευκό πανί και προσπαθεί να δραπετεύσει μακριά από το θέατρο της τυραννίας. Προχωράει στα τυφλά με τα χέρια απλωμένα μπροστά, με δυο δάκτυλα σηκωμένα ψηλά, σε μια χειρονομία που την ονόμαζαν fija και τη χρησιμοποιούσαν για να ξορκίσουν το κακό. Και οι δύο μορφές απλώς δεν θέλουν να ακούν, δεν θέλουν να βλέπουν. Αγνοούν τελείως τον άνθρωπο που βασανίζεται πάνω από το κεφάλι τους. Η σύνθεση, η εξωτερική τους εμφάνιση δηλώνει την εσωτερική τους κατάσταση. Εδώ έχουμε τον συμβολισμό της ηθελημένης άγνοιας, της εθελοτυφλίας, της αδιαφορίας. Ο Γκόγια επικρίνει τον Ισπανικό λαό που δεν αντέδρασε στην τακτική και στις μεθόδους της Ιεράς Εξέτασης και επέτρεψε στην Καθολική Εκκλησία να βασανίζει και να σκοτώνει τους συνανθρώπους τους στο όνομα της χριστιανικής θρησκείας.

Στα δεξιά του πίνακα, μες στους περιβάλλοντες ίσκιους, ένας γάιδαρος. Ο γάιδαρος συμβόλιζε την άγνοια, τη δουλικότητα, το ανόητο πείσμα. Τη ρηχή περιέργεια.

 

Τα στοιχεία που περιβάλλουν το κεντρικό θέμα υπογραμμίζουν την αλληγορία. Στο φόντο ουρανός κατάμαυρος, στέρφα γη. Ούτε αστέρια ούτε σύννεφα, ούτε δέντρα ούτε χορτάρι. Ούτε ορίζοντας. Μόνο τα ρούχα των μορφών – ανθρώπων και στοιχειών – υπονοούν την κίνηση, την προς τα πάνω και αυτήν της φυγής. Χρώμα, φως, σκιές, υφή της μπογιάς, πινελιά, κατασκευή της ελαιογραφίας, μαζί με την απουσία περιβάλλοντος, όλα συντελούν στην αίσθηση του διαχρονικού, του αιώνιου. Και όλα καθρεφτίζουν την ψυχική αναταραχή, συνέπεια των καταστροφών που συμβαίνουν έξω από την πόρτα του καλλιτέχνη. Ένας τόπος βυθισμένος στην άβυσσο της αμάθειας και του τρόμου.

Οι πίνακες αυτοί του Γκόγια δεν είναι απλώς δημιουργήματα της φαντασίας που σκοπό έχουν να διεγείρουν το ενδιαφέρον για το υπερφυσικό, το αποκρυφιστικό, το μυστικιστικό. Δεν παίζουν τον ρόλο που έχουν για εμάς σήμερα τα βιβλία και οι ταινίες τρόμου. Ανατρεπτικός, άμεσος, τολμηρός, ο Γκόγια είχε περισσότερες από μία σημασίες κατά νου όταν έγραφε στο χαρακτικό του το επίγραμμα «Ο ύπνος της λογικής γεννά τέρατα». Οι πίνακες του Φρανθίσκο Χοσέ ντε Γκόγια αντηχούν την ιστορία της ανθρωπότητας. Ο ζωγράφος μιλάει για αυτά που γίνονται στην εποχή του, για αυτά που έγιναν πριν από την εποχή του, μιλάει και θα μιλάει για όλες τις εποχές – για το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον. Γιατί μέσα από την ιστορία, μέσω της αλληγορίας, ο Γκόγια μιλά για την ψυχή του ανθρώπου. Τα έργα του είναι σπουδαίες προειδοποιήσεις από το παρελθόν και θα μιλούν πάντα και για πάντα στην συνείδησή μας.

 

 

The Sleep of Reason Produces Monsters (El sueño de la razón produce monstruos)

 

[1] Σαρλ Μπωντλαίρ, Τα Άνθη του Κακού, Οι Φάροι, μτφ. Μαριάννα Παπουτσοπούλου

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.