Loading...
ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΜεταφρασμένη πεζογραφία

Αλφόνς Ντωντέ: Ο Θρύλος του Ανθρώπου που είχε Μυαλό από Χρυσάφι. Μετάφραση: Μαρία Τσάτσου

Στην κυρία που ζητάει χαρούμενες ιστορίες.

       

Διαβάζοντας το γράμμα σας, κυρία, ένιωσα κάτι σαν τύψη. Το ‘βαλα με τον εαυτό μου εξαιτίας του ίσως υπερβολικά πένθιμου χρώματος που έχουν οι ιστοριούλες μου και υποσχέθηκα στον εαυτό μου να σας προσφέρω σήμερα κάτι χαρούμενο, τρελά χαρούμενο.

        Γιατί, άλλωστε, να είμαι λυπημένος; Μένω χίλιες λεύγες μακρυά από τις παριζιάνικες ομίχλες, σε έναν φωτεινό λόφο, στη χώρα των ταμπουρίνων και του μοσχάτου. Γύρω μου τα πάντα δεν είναι άλλο από ήλιος και μουσική. έχω ορχήστρες από οινάνθες, χορωδίες από δρυοκολάπτες. το πρωί οι τουρλουλήδες, με τις φωνούλες τους: «τουρλουλί! τουρλουλί!» το μεσημέρι τα τζιτζίκια. ύστερα οι βοσκοί που παίζουνε πίφερο και τα όμορφα μελαχρινά κορίτσια που τ’ ακούμε να γελάνε στους αμπελώνες … Στ’ αλήθεια, ο τόπος αυτός δεν είναι καλή εκλογή για να πέσει κανείς σε μελαγχολία. θα έπρεπε μάλλον να αποστέλλω στις κυρίες ποιήματα ροδαλού χρώματος και πανέρια γεμάτα φιλόφρονες ιστορίες.

        Ε, λοιπόν, όχι! είμαι ακόμη πολύ κοντά στο Παρίσι. Κάθε μέρα, μέχρι και στα πεύκα μου, στέλνει τα πιτσιλίσματα της θλίψης του … Αυτήν την ώρα μάλιστα που γράφω αυτές τις γραμμές, μόλις πληροφορήθηκα τον θάνατο του καϋμένου του Σαρλ Μπαρμπαρά. και ο μύλος μου πενθεί βαθειά. Αντίο τουρλουλήδες και τζιτζίκια! Δεν έχω πια καρδιά για τίποτα χαρούμενο … Ιδού γιατί, κυρία μου, αντί για την όμορφη παιχνιδιάρικη ιστοριούλα που είχα υποσχεθεί στον εαυτό μου να γράψω για σας, δεν θα έχετε πάλι σήμερα από μένα παρά έναν μελαγχολικό θρύλο.

——————–

        Ήτανε μια φορά ένας άνθρωπος που είχε ένα μυαλό από χρυσάφι. μάλιστα, κυρία μου, ένα μυαλό ολόχρυσο. Όταν ήρθε στον κόσμο, οι γιατροί σκεφθήκανε πως το παιδί αυτό δεν θα ζούσε, τόσο βαρύ ήταν το κεφάλι του και τόσο μεγάλων διαστάσεων το κρανίο του. Έζησε παρ’ όλ’ αυτά και μεγάλωσε στον ήλιο σαν ένα ωραίο λιόδεντρο. μόνο που το τεράστιο κεφάλι του τον παράσερνε και ήτανε λύπηση να τον βλέπει κανείς να σκοντάφτει στα έπιπλα καθώς περπατούσε … Έπεφτε συχνά. Μια μέρα κατρακύλησε από ένα πλατύσκαλο κι έδωσε με το κούτελο πάνω σ’ ένα μαρμάρινο σκαλοπάτι, όπου το κρανίο του κουδούνισε σαν ράβδος χρυσού. Τον νομίσανε νεκρό. αλλά όταν τον σηκώσανε δεν του βρήκανε παρά μια μικρή πληγή, με δύο τρεις σταγονίτσες χρυσό ξεραμένες μέσα στα χρυσά του μαλλιά. Έτσι, οι γονείς έμαθαν ότι το παιδί τους είχε ένα μυαλό από χρυσάφι.

        Το ζήτημα κρατήθηκε μυστικό. ο καϋμένος ο μικρούλης δεν υποψιάστηκε τίποτα. Πότε-πότε ρωτούσε γιατί δεν τον αφήνανε πια να τρέχει μπροστά στην πόρτα με τα αγοράκια του δρόμου

– Θα σε κλέβανε, θησαυρέ μου όμορφε! … του απαντούσε η μητέρα του.

        Κι έτσι ο μικρός άρχισε να φοβάται πολύ ότι θα τον κλέβανε. πήγαινε κι έπαιζε μόνος του, χωρίς να λέει τίποτα, και βαρύς, τριγύριζε χαζεύοντας, από το ένα δωμάτιο στο άλλο…

        Μόνον όταν έγινε δεκαοχτώ χρονών, οι γονείς του τού απεκάλυψαν το τερατώδες δώρο που του είχε χαρίσει η μοίρα και μιας και όλον αυτόν τον καιρό τον μεγαλώνανε και τον ταΐζανε, του ζητήσανε σε αντάλλαγμα λίγο από το χρυσάφι του. Το παιδί δεν δίστασε καθόλου. την ίδια στιγμή μάλιστα, ̶ πώς με ποιόν τρόπο; ο θρύλος δεν μας το λέει ̶ ξερίζωσε από το κρανίο του ένα κομμάτι χρυσάφι μασίφ, ένα κομμάτι μεγάλο σαν ένα καρύδι, το οποίο έριξε με υπερηφάνεια πάνω στα γόνατα της μητέρας του … Κατόπιν, τελείως έκθαμβος από τα πλούτη που είχε μέσα στο κεφάλι του, τρελός από επιθυμίες, μεθυσμένος από την δύναμή του, εγκατέλειψε το πατρικό του σπίτι κι έφυγε να γυρίσει τον κόσμο σπαταλώντας τον θησαυρό του.

———————–

        Με τον τρόπο που ζούσε, βασιλικά, και σκορπώντας το χρυσάφι χωρίς τίποτα να υπολογίζει, θα ‘λεγε κανείς ότι το μυαλό του ήταν ανεξάντλητο … Σωνόταν όμως, και σιγά-σιγά έβλεπε κανείς τα μάτια του να σβήνουνε, τα μάγουλά του να βαθουλώνουνε όλο και πιο πολύ. Τέλος, μια μέρα, ένα πρωί που μόλις είχε ξυπνήσει από μια τρελή, έκλυτη νύχτα, ο δυστυχισμένος, μόνος ανάμεσα στα θλιβερά απομεινάρια του γλεντιού και τους πολυελαίους που χλόμιαζε το φως τους, κατατρόμαξε από την τεράστια ζημιά που είχε κάνει στο χρυσάφι του: ήταν καιρός να σταματήσει.

        Από κείνη τη στιγμή άρχισε μια καινούργια ζωή. Ο άνθρωπος με το μυαλό από χρυσάφι πήγε να ζήσει παράμερα, από την δουλειά των χεριών του, καχύποπτος και φοβισμένος, σαν ένας φιλάργυρος, φεύγοντας μακρυά από τους πειρασμούς, προσπαθώντας να ξεχάσει κι αυτός ο ίδιος ακόμη αυτά τα μοιραία πλούτη τα οποία δεν ήθελε ν’ αγγίξει πια … Για τη δυστυχία του, ένας φίλος του τον είχε ακολουθήσει στη μοναξιά του, κι αυτός ο φίλος ήξερε το μυστικό του.

        Μια νύχτα, ο καϋμένος ο άνθρωπος ξύπνησε μέσα σε αγωνία από έναν πόνο στο κεφάλι, έναν φοβερό πόνο. ανασηκώθηκε σαν χαμένος, και είδε, στο φως της σελήνης, τον φίλο του που το ‘σκαγε κρύβοντας κάτι μέσα στο παλτό του…

        Άλλο ένα κομμάτι μυαλό που του κλέβανε! …

        Λίγον καιρό μετά από αυτό, ο άνδρας με το μυαλό από χρυσάφι ερωτεύθηκε και τότε τελειώσανε όλα … Αγαπούσε με ό,τι καλύτερο είχε η ψυχή του μια μικρή γυναικούλα ξανθιά, που τον αγαπούσε κι εκείνη πολύ, αλλά που προτιμούσε περισσότερο τα πονπόν, τα άσπρα φτερά, τις καφετιές φούντες με τις χρυσές ανταύγειες καθώς χορεύανε πάνω στα μποτίνια της καθώς περπατούσε.

        Μέσα στα χέρια αυτής της τρισχαριτωμένης υπάρξεως, -μισή πουλί, μισή κούκλα- τα μικρά νομίσματα λιώνανε σαν αυτό να ήτανε η χαρά τους. Δεν υπήρχε καπρίτσιο που να μην είχε η μικρή γυναικούλα. κι εκείνος δεν μπορούσε ποτέ να της πει όχι. και μάλιστα, από φόβο μήπως την στενοχωρήσει, της έκρυψε μέχρι το τέλος, το θλιβερό μυστικό του πλούτου του.

– Είμαστε, λοιπόν, πολύ πλούσιοι; του έλεγε.

Ο φτωχός άνθρωπος απαντούσε:

– Ω! ναι … πολύ πλούσιοι!

        Και χαμογελούσε με έρωτα στο μικρό μπλε πουλί που του έτρωγε το κρανίο αθώα. Μερικές φορές όμως τον έπιανε φόβος, του ερχότανε η όρεξη να είναι τσιγκούνης. αλλά τότε η μικρή γυναικούλα ερχότανε κοντά του χοροπηδώντας, και του έλεγε:

– Άντρα μου, που είστε τόσο πλούσιος! αγοράστε μου κάτι που να είναι πολύ ακριβό …

        Κι εκείνος της αγόραζε κάτι πολύ ακριβό.

        Αυτό κράτησε έτσι δύο χρόνια. μετά, ένα πρωί, η μικρή γυναικούλα πέθανε, χωρίς να μάθει κανείς γιατί, σαν ένα πουλί… Ο θησαυρός άγγιζε το τέλος του. μ’ αυτά που του είχανε μείνει, ο χήρος έκανε στην αγαπημένη νεκρή μια ωραία κηδεία. Καμπάνες χτυπούσαν ασταμάτητα, βαρειές καρότσες στα μαύρα, άλογα με λοφία, ασημένια δάκρυα πάνω στο βελούδο, τίποτα δεν ήταν αρκετά ωραίο γι’ αυτόν. Τι σημασία είχε γι’ αυτόν τώρα το χρυσάφι του; … Έδωσε για την εκκλησία, για τους μεταφορείς, για τις γυναίκες που μεταπουλούσανε μπουκέτα από αθάνατους. παντού έδωσε, χωρίς να μεμψιμοιρεί …

        Έτσι, αφήνοντας το νεκροταφείο, δεν του έμενε σχεδόν τίποτα από αυτό το θαυμάσιο μυαλό, μόνον μερικά θρύμματα στα τοιχώματα του κρανίου.

        Τότε τον είδανε να περπατάει στους δρόμους με ύφος χαμένο, με τα χέρια τεντωμένα μπροστά, να τρεκλίζει σαν μεθυσμένος. Το βράδυ, τα μεγάλα καταστήματα είναι ολόφωτα, σταμάτησε μπροστά σε μια μεγάλη βιτρίνα όπου ένα πλήθος από υφάσματα και στολίδια έλαμπαν κάτω από τα φώτα και έμεινε εκεί πολλή ώρα ακίνητος να κοιτάζει ένα ζευγάρι μποτίνια από σατέν μπλε γαρνιρισμένα με απαλά πούπουλα κύκνου. «Ξέρω κάποια που θα έκανε μεγάλη χαρά γι’ αυτά τα μποτίνια», μονολογούσε χαμογελώντας. και καθώς δεν θυμότανε πια πως η μικρή γυναικούλα είχε πεθάνει, μπήκε για να τ’ αγοράσει.

        Από το πίσω μέρος του μαγαζιού, η ιδιοκτήτρια άκουσε μια μεγάλη κραυγή. έτρεξε αμέσως και οπισθοχώρησε από τον φόβο βλέποντας έναν άνδρα όρθιο, που ακουμπούσε στο ταμείο και την κοίταζε με οδύνη και ύφος αποβλακωμένο. Με το ένα του χέρι κρατούσε τα μποτίνια με την μπορντούρα από πούπουλα κύκνου και έτεινε το άλλο καταματωμένο, με απομεινάρια από χρυσάφι στις άκρες των δακτύλων και στα νύχια.

        Αυτός είναι κυρία, ο θρύλος του ανθρώπου με το μυαλό από χρυσάφι.

———————-

        Παρά τις ομοιότητές του με μια ιστορία φανταστική, αυτός ο θρύλος είναι αληθινός από την μία άκρη ως την άλλη … Υπάρχουν παντού στον κόσμο, καϋμένοι άνθρωποι καταδικασμένοι να ζούνε από το μυαλό τους και πληρώνουνε με ωραίο φίνο χρυσάφι, με το μεδούλι τους και την ουσία τους, τα παραμικρότερα πράγματα στη ζωή. Είναι γι’ αυτούς μια καθημερινή οδύνη. κι ύστερα, όταν έχουν πια κουραστεί να υποφέρουν …

 

 

Μάιος 2022

 

 

Βιογραφικό σημείωμα
        Ο Alphonse Daudet γεννήθηκε το 1840 στην πόλη Νιμ της Οξιτανίας σε οικογένεια μικροαστών, φιλομοναρχικών και πιστών καθολικών και πέθανε το 1897 συφιλιδικός στο Παρίσι. Ο πατέρας του είχε βιοτεχνία μεταξιού. Ο Daudet έζησε την φρενίτιδα και την παράνοια των πολιτικών επαναστάσεων που δεν ήταν επαναστάσεις στην Γαλλία, και των πολιτικών αλλαγών που ήταν σημειωτόν επί τόπου. Έζησε ακόμη τον αποκρουστικό και ηλίθιο Γαλλο-Πρωσσικό πόλεμο, την κατά κράτος ήττα των Γάλλων από τους Γερμανούς στη μάχη του Σεντάν το 1870, και την διακήρυξη το ίδιο έτος, της Γερμανικής Αυτοκρατορίας μέσα στην Αίθουσα των Καθρεπτών, Salle des Glaces των Βερσαλλιών. Τα θεμέλια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου είναι ήδη στις θέσεις τους και περιμένουν. Την ίδια ώρα, η Αγγλία απολαμβάνει σταθερότητα με την βασίλισσα Βικτωρία και οι Ηνωμένες Πολιτείες υπό τον Πρόεδρο Οδυσσέα Σ. Γκραντ και τον διάδοχό του Ράδερφορντ Χέιζ, περνούν από την τελευταία φάση του Εμφυλίου Πολέμου (1861-1865) στην αναδόμηση, reconstruction. Δικαιώματα αποδίδονται σε απελεύθερους μαύρους σκλάβους. Τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα μια μεγάλη ύφεση, η Long ή Great Depression έπληξε ΗΠΑ, Αγγλία και Γαλλία. Ένας από τους βασικούς λόγους ήταν ο Γαλλο-Πρωσσικός πόλεμος. Την ίδια ώρα στην Κίνα μετά την σφαγή του Tienjin ογκώνεται η ξενοφοβία και η οργή κατά της Δύσης. Ας σημειωθεί ότι ο Daudet, και ο ίδιος, αλλά κυρίως ο γιός του Λέων, ήταν αντι-σημίτες. Μέσα σ’ αυτό το γενικό κλίμα θα κινδύνευε να χαθεί ίσως «Ο Θρύλος του Ανθρώπου που είχε Μυαλό από Χρυσάφι». Πιστεύω το αντίθετο. Τα «Γράμματα απ’ το Μύλο μου» γράφτηκαν το 1869, ενώ είναι εν εξελίξει η Δεύτερη Αυτοκρατορία στη Γαλλία, 1852-1870 και ενώ προετοιμάζεται ο Γαλλο-Πρωσσικός πόλεμος. Και αυτή η αγωνία, ο μετεωρισμός, η θλίψη, η νοσταλγική επιστροφή στο ασφαλές παρελθόν των παραδοσιακών πραγμάτων, υπάρχουν μέσα στον «Θρύλο του Ανθρώπου με το Μυαλό από Χρυσάφι». Μέσα στην θαυμάσια γαλλική γλώσσα του Ντωντέ, που είναι ένα κράμα ρεαλισμού και λεπτής φαντασίας, αστισμού και επαρχιακής γλυκύτητας, ένα στοιχείο περιπαικτικής μελαγχολίας, ένα απαλό γκόθικ, μια σκοτεινή αμφισβήτηση όλων των πραγμάτων που αποτελούν την κοινωνική ζωή, αναδεικνύονται. Ένα λυκόφως που συνεπαίρνει όλα τα πράγματα και κόβει την ανάσα στην ομορφιά και την αρμονία της γλώσσας. Το θαυμάσιο, αλληγορικό αυτό εργάκι, καθώς και όλα τα ονειρικά, άπιαστα για μας τώρα, μικρά αριστουργήματα από τα «Lettres de mon Moulin», δεν είναι μόνον για τους νέους, ούτε μόνον για όσους θέλουν να μάθουν καλά Γαλλικά. Είναι για όσους θέλουν μέσα στην καταστροφή και το βλακώδες χάος να αφήσουν ν’ ακουστεί η φωνή μικρών πουλιών. Η μετάφραση από το θεμελιακό έργο «Lettres de mon Moulin», έγινε από την έκδοση Nelson, πιθανολογώ των πρώτων δεκαετιών του 20ου αιώνα. Η τυποτεχνική εργασία έγινε στο Εδιμβούργο.
        Για την απόδοση της ονομασίας των πουλιών χρησιμοποίησα το εξαιρετικό Γαλλοελληνικό Λεξικό του Αλέξανδρου Α. Τσουκανά, Εκδόσεις Κακουλίδη.

 

Μαρία Τσάτσου
Μάιος 2022
Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.