Loading...
ΒιβλιοπαρουσιάσειςΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ

Ανθούλα Δανιήλ: Γ. Κ. ΚΑΤΣΙΜΠΑΛΗΣ & ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ «Αγαπητέ μου Γιώργο». Αλληλογραφία (1924-1970) ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΤΟΜΟΣ  (1946-1970). Επιμέλεια επιστολών  – Σχόλια ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΔΑΣΚΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Β΄ ΕΚΔΟΣΗ,  ΙΚΑΡΟς 2022

Συνεχίζοντας τη μελέτη των επιστολών που αντάλλαξαν ο  Γιώργος Σεφέρης και ο  Γιώργος Κατσίμπαλης, ανοίγουμε το δεύτερο τόμο με την 150η επιστολή, όπου το φιλικό πνεύμα μεταξύ των δυο ανδρών συνεχίζεται, όπως μας είναι ήδη γνωστό από τον πρώτο, τα θέματα όμως είναι πιο πλούσια σε δημοσιεύματα, σχέσεις, φιλίες πικρίες, βιβλία και κριτικές. Για όλες τις επιστολές, από πού και από ποιόν, πού και σε ποιον απευθύνονται, υπάρχει στο βιβλίο κατάλογος  συγκεντρωτικός.

Σε όλες τις επιστολές ο ένας προσφωνεί τον άλλο «Αγαπητέ μου Γιώργο», όπως είναι και ο τίτλος του βιβλίου. Πάρα πολύ συχνά όμως προσφωνεί ο ένας τον άλλο απλώς με το επώνυμο: «Κατσίμπαλη» ο Σεφέρης, «Σεφέρη» ο Κατσίμπαλης.  Λόγω φόρτου εργασίας, άλλοτε ο ένας ψέγει τον άλλο που δεν γράφει συχνά κι άλλοτε  ο άλλος ψέγει τον ένα… Συχνά ο Κατσίμπαλης ταχυδρομεί περιοδικά και αποκόμματα εφημερίδων, χωρίς  να γράψει και τα αθηναϊκά νέα  και ο Σεφέρης απαντά: έλαβα το περιοδικό και «εντόσθια και τη σιωπή σου». Ακόμα κι αν ο Κατσίμπαλης θα αποπειραθεί να «συμβουλεύσει» τον Σεφέρη να ρίξει λίγο νερό στο κρασί του –και το θέμα είναι η δυσκολία της ποίησής του- ο Σεφέρης δεν θα τον ακούσει, θα μείνει αμετακίνητος στη θέση του, και ο χρόνος θα αποδείξει το σωστό ποιητικό του ένστικτο. Ποτέ όμως, ό,τι και να γίνει, ό,τι και να γραφεί και να ειπωθεί,  δεν θα θυμώσει ούτε ο ένας ούτε ο άλλος. Είναι σαν να λέμε ο Κατσίμπαλης τα μάτια και τα αφτιά του Σεφέρη στην Ελλάδα και ο Σεφέρης τα μάτια και τα αφτιά του Κατσίμπαλη στην Ευρώπη και στον κόσμο.

Ο Σεφέρης γράφει από τον Πόρο (επ. 150) λοιπόν: «Βλέπω την Ελλάδα με τα μάτια της ψυχής μου» (Ο Σεφέρης, με την κήρυξη του πολέμου ακολούθησε την εξόριστη κυβέρνηση στην Κρήτη το 1941, στη Αίγυπτο μετά, το 1941-1942 μετακινήθηκε στο Γιοχάνεσμπουργκ και την Πρετόρια, το 1942-1944 πίσω στο Κάιρο, τον Οκτώβριο του ’44 ως διευθυντής του Πολιτικού Γραφείου του Αντιβασιλέα Δαμασκηνού στην Αθήνα και τον Οκτώβριο του 1946 πήρε την  πρώτη άδεια από το 1937).  Ξεκουράζεται στον Πόρο. Αυτά βέβαια, επειδή είναι γνωστά στους δύο φίλους, δεν αναφέρονται λεπτομερώς στις επιστολές. Ο Δασκαλόπουλος όμως, φροντίζοντας να ενημερώσει τον αναγνώστη συμπληρώνει στο υπόμνημα με πληροφορίες για τις μετακινήσεις που ήδη αναφέρθηκαν, τα σημαντικά πρόσωπα που ήρθαν στην Ελλάδα, τις διαλέξεις π.χ. του Άγγλου κλασικού φιλολόγου Bowra στο Βρετανικό Ινστιτούτο, τους ποιητές Έλληνες και ξένους που μελετά, την Αγγλοελληνική Επιθεώρηση που εξέδιδε ο Κατσίμπαλης, τον Άγγλο ποιητή και εκδότη Lehmann, τον  Άγγλο εκδότη, συγγραφέα, φίλο και μεταφραστή του Σεφέρη Rex Warner και πολλά άλλα τα οποία αποδεικνύουν ότι η κουβέντα δεν είναι μόνο καθημερινή αλλά βαθιά ποιητική και φιλολογική και συχνά και πολιτική.

Στην παραπάνω επιστολή, ο Κατσίμπαλης θα ενημερώσει για τις μετακινήσεις του Lehmann ώστε ο Σεφέρης θα πρέπει να μεριμνήσει δεόντως αν θέλει να τον συναντήσει… αλλά οι «Άγγλοι όλο λένε και ξελένε και δεν ξέρει κανείς ποτέ τι αποφασίζουν παρά την τελευταία στιγμή… Σκέψου και αποφάσισε. Είπον και ελάλησα…Νομίζω… ότι πρέπει να τον δεις…Δε θα φταίω εγώ αν δεν τα καταφέρεις». Ακολουθούν και άλλα ονόματα Ελλήνων και ξένων, όλα με υποσημείωση, πράγμα που δείχνει αφενός την πολύ σπουδαία δουλειά του Δασκαλόπουλου, αφετέρου το θησαυρό των πληροφοριών αυτής της Αλληλογραφίας.

Ακόμα: «Ο Ερωτόκριτός σου μούρλια βιβλιαράκι»,  άλλα για τον Καβάφη:  «λέγε ό,τι θες, … μου είναι αδύνατον να τον συμπεριλάβω στους Καημούς της Ρωμιοσύνης. Να με συμπαθάς» εδώ βεβαίως υπερισχύει ο παλαμικός Κατσίμπαλης, όμως ο Σεφέρης δεν φαίνεται να επηρεάζεται. Ωστόσο, λίγες σελίδες μετά, ακολουθεί η επιστολή προς τον Τίμο Μαλάνο, όπου εξηγεί διεξοδικά το θέμα Καβάφης, «μοραϊτισμός», «ιμπεριαλισμός της Μεγάλης Ιδέας» και πολλά πολύ σημαντικά γύρω από τον Καβάφη, την ιστορία και τα προσωπεία του.  

Ο Σεφέρης από την Κωνσταντινούπολη (επ. 153): «Αγαπητέ μου άγραφε αρχηγέ»… «είμαι ακόμη μηχανοκίνητος∙ η καλή κουβέντα θα ’ρθει όταν γίνω πάλι ανθρωποκίνητος…Ο κόσμος πηγαίνει πιο γρήγορα από μένα … ένα βράδυ σε μια διάλεξη συνάντησα και τον Ι.Μ. Παναγιωτόπουλο με κοίταξε με ένα μόριο της γωνιάς του ματιού του: θα χαιρετίσει; – δεν θα χαιρετήσει; -τον χαιρέτισα. Ας μείνουν οι κλίκες έξω από τις παροικίες…». Τα εισαγωγικά λένε πολλά. Αλλά ο Σεφέρης είναι άρχοντας κάνει πως δεν καταλαβαίνει και χαιρετάει πρώτος.

Παραθέτω το παρακάτω απόσπασμα από το ποίημα «Μέρες τ’ Απρίλη ’43» όπου φαίνεται αυτό ακριβώς το κλίμα με την ίδια περίπου διατύπωση:  

 Στους δρόμους περπατά με προσοχή, να μη γλιστρήσει/ στις πεπονόφλουδες που ρίχνουν αδιαφόρετοι αραπάδες/ ή πρόσφυγες πολιτικάντηδες και το σινάφι,/ παραμονεύοντας: θα τηνε πατήσει;—δε θα την πατήσει/; Όπως μαδάς μια μαργαρίτα·…

Προχωρεί πηγαίνοντας στη δουλειά του καθώς/ χίλια λιμάρικα σκυλιά τού κουρελιάζουν τα μπατζάκια και τον γυμνώνουν./

Προχωρεί, παραπατώντας, δαχτυλοδειχτούμενος,/ κι ένας πηχτός αγέρας φέρνει γύρα/ σκουπίδια, καβαλίνα, μπόχα και καταλαλιά.

Κάιρο, Σάρια Εμάντ ελ Ντιν, 24 Ιουνίου 1943

Και επανερχόμαστε στο βιβλίο και στην επιστολή: «Τώρα αισθάνομαι την κούραση αυτής της μετοικεσίας, ύστερα από τον Ευαγγελισμό… Κατσίμπαλη, Κατσίμπαλη, δεν ξέρεις πόσο σας συλλογίζομαι όλους και τα πράγματα που αγαπούμε…» και ο Κατσίμπαλης απαντά : «…Ξέρω τι θα πει ξενιτιά και πόσο λαχταράει κανείς λίγη κουβέντα μ’ ένα φίλο γκαρδιακό» και, ενώ παραπονιέται για την υγεία του και άλλα βάσανά του, χωρίς να  παραλείπει να μιλήσει για ποιήματα, μεταφράσεις, διορθώματα, θα απαντήσει σε όλα όσα ρωτά ο Σεφέρης και θα ζητήσει συγγνώμη αν κάτι παρέλειψε. Ακόμα να αναφερθεί στην ομιλία του Καραντώνη για τη Φλογέρα του Βασιλιά και στην απαγγελία του: «κι εγώ υπέρποτε βροντώδης  και καταπελτικός κατακεραύνωσα  τους πάντες και τα πάντα με τα “Κοντάρια όπλα πετροβόλα…”  και άλλα ηχηρά παρόμοια, αντισλαβικά και δημεγερτικά. Πολλοί έκλαιγαν και άλλοι έξαλλοι φώναζαν  “μπράβο” και χειροκροτούσαν μανιασμένα». Ακολουθούν πληροφορίες για τον Καραντώνη, Ελύτη, Παπατζώνη,  εν ολίγοις για όλα όσα πιστεύει ότι ενδιαφέρουν τον Σεφέρη και θα παρακολουθούσε αν ήταν στην Αθήνα, αλλά και απολύτως οικογενειακά, τα οποία δεν θέλει ο Κατσίμπαλης να γνωρίζει ο κόσμος.

Ο Παπατσώνης και η επίθεσή του εναντίον του Σικελιανού και του Σεφέρη, η αντίδραση του Κατσίμπαλη, το Έπαθλο Παλαμά, ο θόρυβος και όλη η γκρίνια γύρω από αυτό. Η μακροσκελής απάντηση του Σεφέρη όπου και η φράση «Σκέπτομαι την τραγωδία του τόπου, σκέπτομαι τον προοδευτικό εξευτελισμό του παντός» (επ. 165), αλλά πριν ταχυδρομήσει, συμπληρώνει…μετάφραση της «Κίχλης» από τον Sherrard, και επιστολή του Ποντάνι ο οποίος διάβασε δώδεκα ποιήματα του Σεφέρη και συνυπογράφουν 24 Ιταλοί που θέλουν να του εκφράσουν τον θαυμασμό τους γιατί προκάλεσε συγκίνηση στην καρδιά τους (Ο Filippo Maria Pontani ήταν κλασικός φιλόλογος, καθηγητής ελληνικής γλώσσας και λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο της Πάντοβας, μεταφραστής του Σεφέρη και Καβάφη. Αναμένεται και η αλληλογραφία του με τον Σεφέρη,  από την Federica Ferrieri).  

168η επιστολή έρχεται από το Θιβέτ, 1η του Τρυγητή 1948. Φυσικά με το Θιβέτ υπαινίσσεται την Άγκυρα με το υψόμετρό της.

Συζήτηση μεγάλη γίνεται για τις μεταφράσεις των ποιημάτων του Σεφέρη από τον Friar (επ. 173) ο οποίος δεν καλοξέρει Ελληνικά και ρωτά τι σημαίνουν οι λέξεις «μαβί», «Συμπληγάδες», «ταφή»,  «πόντος» (και η απορία μας, πώς αναλαμβάνει τέτοιο εγχείρημα) … Για τον Friar θα γίνει συχνά λόγος και πάντα με μια έκπληξη για ό,τι αναλαμβάνει να κάνει. Έπαινοι από Άγγλους κριτικούς και τον Έλιοτ.

Ο Κατσίμπαλης γράφει (επ. 176) για το Νόμπελ του Έλιοτ –βραβεύεται η μοντέρνα ποίηση- άρθρο του Σεφέρη για τον Ελιοτ, μεταφράσεις του King of Asine, πρωτοσέλιδα στην Αγγλοελληνική Επιθεώρηση. Τσουχτερή η 178 επ. για τα σχόλια του Κατσίμπαλη  σχετικά με τις βόλτες του Ελύτη στο Παρίσι που  «μένει πάντα νοσταλγός  του παταριού του Λουμίδη», για τον Levesque. Πολλά σχόλια για τον Ελύτη από τον Κατσίμπαλη αλλά ο Σεφέρης δεν σχολιάζει.

Επιστολή του Σεφέρη, 222, 10.2.50,  «Δεν μπορώ να γράψω πολλά. Είμαι τσακισμένος από τον χαμό του αγαπημένου και μικρότερού του αδελφού του Άγγελου. 15 μέρες που όλα σταμάτησαν μέσα μου». Η αναφορά στον Άγγελο σταματά σ’ αυτή τη λακωνική φράση, αλλά στις σημειώσεις ο Δασκαλόπουλος θα παραθέσει πληροφορίες από άλλες πηγές (Μέρες, Αλληλογραφία με πρόσωπα, έκδοση Σήμα),  οι οποίες δείχνουν ότι ο Σεφέρης είναι συγκλονισμένος από το γεγονός. Ο Άγγελος ήταν πέντε χρόνια νεότερός του Σεφέρη. 

Στη συνέχεια ο Δασκαλόπουλος θα προσθέσει σελίδες από τις Μέρες Γ΄. Ο Σεφέρης στον Πόρο,  Μ. Παρασκευή, 26 Απριλίου 1940. Ακολουθούν καταγραφές πέντε ακόμη ημερών και έπειτα έχουμε σελίδες από τις Μέρες Δ΄ Πέμπτη, 19 Οκτώβρη 1944, πάνω στο πλοίο που τον φέρνει στην Ελλάδα. Το τοπίο: «βουνά μενεξεδένια, νερά-πράσινα μολυβί, πλαγιές πλουμισμένες με κυκλάμινα. Αλλά οι σύντροφοι είναι πληγή, σαν τις αράπικες μύγες που κολνούν πάνω στο δέρμα».  22 Οκτώβρη 1944: «Σήμερα το πρωί η ανατολική ουρά της Ύδρας, έπειτα το Όρος της Αίγινας, σαν αγκάθι πίσω από τον κάβο, ο Πόρος, και, με τα γυαλί, η Ακρόπολη. Ήμουν, νομίζω, ο πρώτος που την ξεχώρισα… Η πιο αλαφριά, η πιο όμορφη μέρα του κόσμου… ακριβώς τριάμισι χρόνια, από το βράδυ που ξεκίνησα για την Κρήτη, 22 τ’ Απρίλη 1941».

19.2.50, ο Κατσίμπαλης περιγράφει την προεκλογική ατμόσφαιρα στην Αθήνα (επ. 223): «“Στων Ψαρών την ολόμαυρη ράχη…”…Έξω μαίνεται το καρναβάλι… Εκατό τόσα κόμματα και τρεις χιλιάδες τόσοι υποψήφιοι! Τα μεγάφωνα ωρύονται έξω από το κάθε κέντρο που εκφωνούνται λόγοι. Οι τοίχοι είναι μπλαστρωμένοι με τις φάτσες των υποψηφίων … Σα να περιμένουμε όλοι τη συντέλεια του κόσμου».

Ο Σεφέρης απαντά από την Άγκυρα (επ. 224), 26, Φεβρουαρίου 1950: «Εκλογές και καρναβάλι … δεν θα μπορεί να ξεχωρίσει κανείς which is which». Πιο κάτω: «Ο Axel Person, ο Σουηδός αρχαιολόγος … (τώρα δουλεύει στα Λάβρανδα και τα Μύλασσα) μου έλεγε πως έκαμαν   φοβερές καταστροφές στο κάστρο οι στρατοί κατοχής…Τι γρήγορα που προχωρεί ο χαλασμός στον καιρό μας». Και ο Κατσίμπαλης απαντά: «έληξε χθες βράδυ μέσα σ’ έναν καταποντισμό που σάρωσε τους πάντες και τα πάντα: “και θεατρίνους και θεατρώνη…”» και φυσικά παραπέμπει στο σεφερικό ποίημα «Θεατρίνοι, Μ.Α.».

Από την επιστολή του Κατσίμπαλη προς τον Μαλάνο απομονώνω τη φράση: «Όχι, δεν σε αναγνωρίζω πια όταν αποφαίνεσαι με τόση συνοπτική διαδικασία για ζητήματα που θέλουν αποδεικτικό λεπτολόγημα και φωτισμένη κρίση» και φυσικά επικαλείται επιφανείς ποιητές Ευρωπαίους για να αποδείξει τη μικροψυχία της ελληνικής κριτικής (Άλκη Θρύλο, Παπατζώνη). Και στο σημείο αυτό η αλληλογραφία εκφράζει και την πικρία του Σεφέρη αλλά και τη ψυχική γενναιοδωρία  να θεωρεί καλούς «φίλους» και «συνταξιδιώτες στο ταξίδι αυτό της γενιάς μας» και τον Μαλάνο και τον Παπατσώνη.

Δεν παραλείπει να επαναλαμβάνει την ευγνωμοσύνη του στο Κατσίμπαλη για τις εξυπηρετήσεις που του κάνει: «Θαύμασα την υπομονή σου που δε μ’ έχεις στείλει ακόμη να κόβω ξύλα, Κατσίμπαλη, πώς να σ’ ευχαριστήσω».

26.9.50, εν όψει νέας μετακίνησης: «Δεν ξέρουμε πού θα ξεχειμωνιάσουμε∙ περιμένουμε καθισμένοι πάνω σε κασέλες». Και σε λίγες μέρες: «περιμένοντας να μιλήσει ο λοξίας… nothing again nothing». Εκείνο που προκύπτει από την αλληλογραφία  είναι το ενδιαφέρον του Κατσίμπαλη για τη συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων του Σεφέρη, για τους ξένους μελετητές που  ασχολούνται με το Σεφέρη και για τα δημοσιεύματα. Χαίρεται για κάθε τι μικρό ή μεγάλο γύρω από τον φίλο του και παρά τις όποιες προσωπικές του δυσκολίες, θυσιάζει χρόνο και δυνάμεις.

Κάθε δημοσίευμα ή θα αποσταλεί ως απόκομμα ή θα αντιγραφεί… Συχνά στέλνεται αλλά ζητείται πάλι πίσω για το αρχείο του αποστολέα.

Ο Σεφέρης κάνει ειδική μνεία (επ. 237) στον «Στράτη το θαλασσινό στη Νεκρή Θάλασσα», «ποίημα “αντιπαθές” ανάμεσα στους συμπατριώτες∙ έχω μιαν ιδιότροπη αδυναμία για τα αδικημένα μου», πράγμα που ειδοποιεί τον αναγνώστη να ερευνήσει το γιατί «αντιπαθές» και «αδυναμία».  Πιο κάτω θα διαβάσει ένα άρθρο του Σικελιανού στο Βήμα για τη μάνα ενός βοσκού που έπαιξε φλογέρα για να την πενθήσει και έπειτα για ένα γλυπτό,  τη μάνα του γλύπτη Καπράλου: «Το μέρος του κυρ Άγγελου που αγαπώ» (Ο Καπράλος στο διάστημα 1940-1945 έκανε τρεις φιγούρες με τον τίτλο Η ΜΑΝΑ ΜΟΥ σε γύψο. Οι δυο καθιστές, η μία όρθια, πάντα με την ίδια φτωχική λαϊκή φορεσιά της, το κεφάλι γερτό, σκεφτική και βασανισμένη, όπως ήταν η Ελλάδα τα χρόνια εκείνα. Άλμπουμ, 1981).

Κυκλοφορήθηκε το βιβλίο του Μαλάνου για τον Σεφέρη και ο Κατσίμπαλης γράφει (επ. 243): «Εκείνο,  ωστόσο, που με παραξενεύει το περισσότερο, είναι αυτή η υπολανθάνουσα εχθροπάθεια που διαπερνά τα γραφόμενά του για σένα. Γιατί τόση κακεντρέχεια; Θα πρέπει κάποτε να γράψεις ένα δοκίμιο και για την ελληνική κακεντρέχεια». Σε άλλη επιστολή κάνει λόγο για την «πνευματική αλητεία» της Αθήνας.

Ο Σεφέρης από το Λονδίνο στον Κατσίμπαλη (επ. 244): «συνέφαγα με τους…» και αναφέρει του επώνυμους που έχουμε ξανασυναντήσει: « Όλοι τους οι Άγγλοι φίλοι είναι πολύ θερμοί και φυσικά … το όνομα του  Colossus   κυκλοφορεί σα μουσική του αόρατου θιάσου». Η Μαρώ γράφει επίσης αντί του Γιώργου που δεν προλαβαίνει, δίνονται πληροφορίες  για την ενθουσιαστική αποδοχή της ποίησης του Σεφέρη στο Λονδίνο. Ενδιαφέρον έχει η φράση του Σεφέρη για τον Μαλάνο (επ. 300): «μ’ έχει καταγράψει αυτός ο αθεόφοβος ανάμεσα στα θέματα των ειδικών σπουδών του, ήτοι το μερίδιό μου από τις μελλοντικές βλακείες του θα είναι τερατώδες, ποιος θα με σώσει;».

Ο Κατσίμπαλης σχολιάζει την αναβλητικότητα του Σέραρντ (επ. 304), ο οποίος υποτίθεται ότι θα έγραφε για τον Σολωμό, αλλά δεν… τον Κάλβο αλλά δεν… τον Καρυωτάκη αλλά δεν … μια Ανθολογία αλλά  δεν… Για την Ανθολογία, μάλιστα είχε ζητήσει από τον Σεφέρη να γράψει Πρόλογο, και ο Σεφέρης του είχε ζητήσει να δει πρώτα τα περιεχόμενα (επ. 305). Νέα γνωριμία με τον Έντμουντ Κίλι. Στη Σουηδία παραλήρημα για τον Ζορμπά και ο Χριστός ξανασταυρώνεται του Καζαντζάκη…

Ο Κατσίμπαλης συμβουλεύει τον Σεφέρη να μην πάει στην Κύπρο «για εθνικούς λόγους» (επ. 327), εκείνος θα πάει και, όπως γράφει η Μαρώ (επ. 330) η υποδοχή από τον κόσμο ακόμα και τον απλό λαό είναι ενθουσιαστική, συγκινητική.

Ο Σεφέρης γράφει το ποίημα «Σαλαμίνα της Κύπρος». «Είναι μια φωνή που απευθύνεται στους φίλους μου – στους φίλους μου της Αγγλίας, μια φωνή αγάπης…Πόσο ένιωσα το κακό που γίνεται στην Κύπρο…Το ένιωσα σαν ένα προσωπικό εξευτελισμό, εννοώ σαν άνθρωπος, δεν μιλώ για πολιτική» (επ. 350).

Αναφορές στον Ελύτη, και χρήση αποσπασμάτων από το Άξιον Εστί, ενδιαφέρον του Ελύτη για τον εορτασμό των τριαντάχρονων της Στροφής… (επ. 375), ο Σεφέρης από το Λονδίνο, 19.4.57 : «Να ζήσεις, Κατσίμπαλη, και πολλούς Αι Γιώργηδες μαζί. Μεθαύριο πάμε στο Stratford για τα γενέθλια του Σακεσπήρου».

Γράφει ο Κατσίμπαλης από το Παρίσι (π. 387), όπου παρακολούθησε ποιητική  βραδιά στην Comédie Grançais: «Κανένας συγγραφέας, ακόμα κι ο πιο μεγάλος,  δεν είναι ουρανοκατέβατος –είπε η προλογίστρια- έτσι κι ο Valéry έχει πίσω του συγγραφείς απ’ όπου κρατιέται  που κι αυτοί πάλι (οι περισσότεροι) κρατιούνται από την Ελλάδα που είναι η πνευματική μητέρα της γαλλικής σκέψης και ποίησης… Απαγγελίες ποιημάτων… μέσα σε σκηνικό…δωρικό ναό και γυναίκες ντυμένες με αρχαιόπρεπα φορέματα ».

Ο Σεφέρης ανακηρύχτηκε επίτιμος διδάκτορας του Πανεπιστημίου του Cambridge (επ. 398). Η προσφώνηση έγινε στα αρχαία ελληνικά από τον P. Wilkinson. O Κατσίμπαλης απαντά: «Σ’ εθαύμασα με την τήβεννο και το πιο γρουσούζικο ύφος σου που έχω δει ποτέ».

 Ο Σεφέρης στο  Louth (επ. 401): «Θα σε είχε συγκινήσει η τελετή για τον Κάλβο, σήμερα εδώ. Έγινε στην εκκλησιά του keddington». Εντοίχιση αναμνηστικής πλάκας στον τάφο του 13-15 Αυγούστου 1960.

Ο Σεφέρης τιμάται με το βραβείο Foyle, για τα ποιήματά του που μετέφρασε ο  Rex Warner (επ. 416).

Ακολουθούν τρία Επίμετρα:

Ι: Ποίημα του John Keats «La belle Dame sans merci», μεταφρασμένο από τον Σεφέρη, βρέθηκε στην αλληλογραφία του. Τόπος και χρονολογία: Λόντρα, Οκτ. 1924. Το ποίημα έχει μεταφραστεί στα ελληνικά άλλες πέντε φορές.  

ΙΙ: κείμενο του Μιχ. Ροδά, ο οποίος καταφέρεται σε ποιητές και ποιήματα  -Εμπειρίκος, Γκάτσος, Εγγονόπουλος- και θεωρεί ακατάλληλους να ενσωματωθούν στην παράδοση του Σολωμού, Παλαμά… «Ο χώρος όμως δεν επιτρέπει ν’ αναπτύξω το κατηγορητήριο εναντίον των νέων πνευματικών δοσιλόγων…»… Ο Σεφέρης μεταξύ άλλων ρωτά, αν θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε τον κ. Ροδά «πνευματικό ταγματασφαλίτη».

ΙΙΙ. Το βιβλίο κλείνει με τα συμφιλιωτικά γράμματα Σεφέρη-Παπατσώνη. Ακολουθούν: μακροσκελής κατάλογος προσώπων και εντύπων και φωτογραφίες του Σεφέρη με φίλους…

Η Αλληλογραφία από το 1924 έφτασε στο 1970 και εδώ τελειώνει. Με την απόσταση του χρόνου που μας χωρίζει και με κατασταλαγμένη πλέον την ηγετική θέση του Γιώργου Σεφέρη στην ελληνική πραγματικότητα, καθώς και καταγεγραμμένο τον αγώνα του Κατσίμπαλη να συντρέξει, μας γεννιέται το αίσθημα μιας νοσταλγίας για  πράγματα που έγιναν πριν γεννηθούμε και άλλα που συνέβησαν ενώ είχαμε γεννηθεί, για πολλά που δεν μπορούσαμε να φανταστούμε και άλλα που μισοξέραμε ή δεν υποψιαζόμαστε. Ο κολοσσός της Ποίησής μας και ο Κολοσσός του Μαρουσιού ήταν άνθρωποι που πόνεσαν και αγωνίστηκαν με ένα ευπαθές σαρκίο αλλά ακμαίο και αδάμαστο πνεύμα. 

Στον Δημήτρη Δασκαλόπουλο και την κολοσσιαία του δουλειά, για τη συγκίνηση που μας προκάλεσε χίλια ευχαριστούμε

 

                                    

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.