Loading...
ΒιβλιοπαρουσιάσειςΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ

Ανθούλα Δανιήλ: Ζωή Κατσιαμπούρα, Οδός Άνω Κάτω, Εκδ. Νίκας 2021

Η Ζωή Κατσιαμπούρα παίζει με τον τίτλο του βιβλίου της, Οδός Άνω Κάτω σε δύο ήχους. Αφενός χτυπά το πλήκτρο της «ανακατωσούρας», εφετέρου το πλήκτρο του Ηρακλείτου Οδός άνω κάτω μία και ωϋτή. Ένας είναι ο δρόμος που πάει προς τα πάνω και προς τα κάτω. Ένας και ο αυτός.

Στα σαράντα κείμενα που περιέχει ο κομψός τόμος που εκδόθηκε από τον εκδοτικό οίκο Νίκας, η συγγραφέας ακολουθεί την ιδέα που πραγματοποίησε και στις Ιστορίες της Μανιάς και στο Μαθαίνεται η ζωή; (από τις εκδόσεις Γαβριηλίδη). Όπως εκεί, σ’ εκείνα τα δύο πρώτα της βιβλία, έτσι και εδώ, η Ζωή Κατσιαμπούρα μελετά τα μικρά, καθημερινά και ασήμαντα, τα οποία όμως αποτελούν ψηφίδες  ενός όλου που πλαισιώνουν τη μία  και σημαντική ουσία της ζωής.

Η συγγραφέας ισορροπεί με ακρίβεια ανάμεσα στις αντιθέσεις, μια στο γλυκό, μια στο πικρό και μια στο δήθεν αδιάφορο που όλα όμως συνιστούν την επιφάνεια ενός μεγάλου προβλήματος/αινίγματος που είναι η ίδια η ύπαρξή μας. Και φυσικά δεν μπορούμε να μην διακρίνουμε τη φιλολογική της παιδεία, η οποία δεν χάνει την ευκαιρία να δώσει σήμα στον αναγνώστη.

Παράδειγμα πρώτο, «Ο κατήφορος», φράση πρώτη: «Ήταν ωραία στη Τζια το απόγευμα εκείνο». Σαν να ακούμε τον Γιώργο Σεφέρη  στο «Επί ασπαλάθων» να μουρμουρίζει βαρύθυμα, ως συνήθως: «Ήταν ωραίο το Σούνιο τη μέρα εκείνη του Ευαγγελισμού». Προεξαγγελία η οποία στον Σεφέρη θα ανατραπεί και στην Κατσιαμπούρα θα…

Περιγραφή του τοπίου: η θέα στο Αιγαίο, η ώρα του δειλινού, τα παιδιά με τα κινητά τους και τα πιο μικρά με τα παιχνίδια τους, και, φυσικά, ο πρωταγωνιστής «κατήφορος» με το πέτρινο καλντερίμι μπροστά τους έτοιμος να απολαύσει το γλίστρημα προς την Καρθαία. Ακούσματα αγροτικής πανίδας, μοσχοβολιές βουνίσιων αρωμάτων, δρόμος ατελείωτος, φιδωτός και η Καρθαία άφαντη∙ Λες να εξαϋλώθηκε από το θαύμα του ελληνικού φωτός; Όχι βέβαια, τέτοια θαύματα συμβαίνουν μόνο στην ποίηση του Οδυσσέα Ελύτη (Διαβάστε στο Εν λευκώ το δοκίμιο  «Το ελληνικό καλοκαίρι κατά τον E.riade», σ. 214). και θα δείτε πώς εξαφανίζεται και επανεμφανίζεται η Ελλάδα στον χάρτη!). Και τότε, πού είναι η Καρθαία; Μαγική εικόνα που θα καταλήξει στη σοφία που έχει η ζωή να δίνει στους νεότερους πόδια για να την δουν και στους μεγαλύτερους γνώση για την στοχαστούν έτσι για ισορροπία.  Οι μικρότεροι πάντως φωτογραφήθηκαν στα αρχαία. Άρα υπάρχει Καρθαία.

Με αυτόν τον τρόπο, με λίγο χιούμορ, με κρυμμένο στοχασμό, με φανερή ειρωνεία, με απλά λόγια αλλά υπαινικτικά,  η Κατσιαμπούρα χτυπάει το σήμαντρο…

 

Το επόμενο κείμενο έχει να κάνει με τη θλίψη που δίνει στους επισκέπτες και παλιούς ιδιοκτήτες το καταπατημένο από τους Τούρκους σπίτι. Η Κύπρος δεν κατονομάζεται ή γιατί όχι η Σμύρνη, αλλά εκείνη η  Αφροδίτη, σαν μια άλλη θεά στα ανθρώπινα μέτρα είναι παρούσα στο διήγημα, πλάγια υπενθύμιση της μεγάλης απώλειας.  

Σε άλλο διήγημα είναι οι γάτες που δίνουν εικόνα ζωής και ερήμωσης, είναι και τα ελαιόδεντρα στο πεζοδρόμιο μετα υπέρ τους και τα κατά τους. Τα «πετσετάκια, σεμεδάκια, καρεδάκια», δεν είναι πια της μόδας. Κάποτε έδειχναν την νοικοκυροσύνη της χρυσοχέρας οικοδέσποινας, σήμερα δηλώνουν, με μεγάλη σαφήνεια, το χάσμα που άνοιξε ο καιρός, και τη δόξα τους που παρήλθε, όπως  παρέρχονται και οι λέξεις που τα ονομάτιζαν…

Τι είναι η «τέμπλα», για παράδειγμα. Μέσα στο συγκείμενό της η λέξη βρίσκει τη σημασία της: Η τάδε «είναι βρωμιάρα, να δεις τι ρούχα απλώνει στην τέμπλα» Α; Η «τέμπλα είναι το μπουγαδόσκοινο ή, σε πιο κοινής  αποδοχής λέξη, η «απλώστρα», ή σε πιο εξελιγμένη εκδοχή η στεγνώστρα ή το «στεγνωτήριο».

 

Το διήγημα «Η μετακόμιση» γράφεται μέσα στο πνεύμα του πρακτικού νου. Χρειαζόμαστε ένα σπίτι βολικό, χωρίς σκάλες, με αποθηκούλα «και να έχεις πού να βάλεις τις σκούπες, βρε παιδί μου, να μην τις έχεις στα μούτρα σου όταν κάθεσαι στη βεράντα. Πολύ ωραία».

Από δω και πέρα να δούμε πόσο ωραία θα είναι, όταν: θα αδειάσεις το πατάρι και θα πετάξεις ό,τι έχεις φυλάξει εκεί πάνω. Μετά θα κοιτάξεις το σαλόνι, θα πετάξεις την καρέκλα από την ΙΚΕΑ (τα παιδιά μάλωναν ποιο θα πρωτοκάτσει σ’ αυτήν) και μετά, σειρά έχουν το τραπέζι, το κρεβάτι, τα κομοδίνα, ο καναπές… Άλλα θα πάρει ο μπογιατζής, άλλα θα πάρει ο γύφτος (ο Ρομά) κι άλλα θα φάει ο κάδος. Και τα «αρζαντά» του γάμου και τα κεραμιδάκια από τους αρχαιολογικούς χώρους, και το παλιό ψυγείο (μια ολόκληρη διαδικτυακή περιπέτεια), τα κουρτινόξυλα, τα βιβλία, τα περιοδικά και πάει λέγοντας. Πόσες αναμνήσεις τελικά έχουμε αποθηκευμένες και δεν θέλουμε να απαλλαγούμε από αυτές και όταν έρθει η ώρα για όλα αυτά λυπόμαστε… Έτσι αισθανόταν άραγε ο Καρυωτάκης «τον πόνο του ανθρώπου και των πραγμάτων»; Πάντως η αποθηκούλα είναι πάλι γεμάτη, «φύρδην μίγδην», με τα καινούρια χρήσιμα που πήραν αναστολή∙ για πόσο ακόμα; Οι γονείς έφυγαν για το μεγάλο ταξίδι και οι νέοι ένοικοι αρχίζουν νέα ζωή. Καλύτερη; Καλύτερη;

Το ερώτημα μπαίνει διπλό ή το ερωτηματικό διαβάζεται αλλιώς. Υποψιάζομαι και προεκτείνω τη σκέψη της συγγραφέως. Δεν θα είναι καλύτερη. Μια επανάληψη θα είναι. Θα μας τυραννά πάντα η απουσία εκείνων που «έφυγαν», των γονιών που μας παραχώρησαν το σπίτι∙ η νοσταλγία δεν  θεραπεύεται. Ας την πετάξαμε την καρέκλα από την ΙΚΕΑ. Γι’ αυτόν που θυμάται, θα είναι πάντα εκεί στη θέση της. Οι επόμενες γενιές που δεν θα έχουν την εμπειρία, εκείνες μόνο δεν θα πονούν γι’ αυτήν ούτε γι’ αυτούς που ανάπαυσαν το κουρασμένο τους κορμί πάνω της. 

 

Τα κείμενα, όπως είπαμε είναι σαράντα και όλα κινούνται μεταξύ αστείου και σοβαρού, μισόγελου και θλίψης. Το «μασάζ» και ο χρόνος που θεραπεύει τα πάντα. Ο οδοντίατρος∙ πας για ένα καθάρισμα, αλλά και όλο κάτι ακόμα προκύπτει.

Ο γάμος με την ενθουσιασμένη νύφη και την νεανική παρέα της, αλλά και η παλιά- νέα γενιά, εμείς δηλαδή, ακόμα στις επάλξεις – Αχ Ευλαμπία– (εγώ θα διάλεγα το Τσίκα Μπούμ, για να ξεφαντώσω και για να παραμείνω στον Γιοκαρίνη). Κι άλλα πολλά. Αυτό σημαίνει ότι η  συγγραφέας έχει πιάσει στο κάθε κείμενό της και από μία απλή λεπτομέρεια, την οποία μας δίνει με άνεση λόγου και διαφυγές σε ουσιαστικές παρατηρήσεις. Μας δείχνει τη ζωή, όπως αργά κυλάει, αλλά, παρά το αργά, φεύγει γρήγορα και κάνει να φαίνονται μάταια όλα εκείνα για τα οποία, μια ολόκληρη ζωή, ο άνθρωπος –ο άφρων-  αγωνιούσε και ξεχνούσε ότι «ου γαρ έχωμεν ώδε μένουσαν πόλιν». Μήπως όμως γνωρίζει και την μέλλουσα, που θα πάμε, οπότε πάμε, αφού οδεύουμε προς τα  «έσχατογεράματα» ή, αλλιώς «σκατογεράματα». Αν τώρα κανείς προλάβει και δεν «σκατογεράσει» εάν προλάβει δηάδή και πεθάνει νωρίς, σαν τον Αντώνη (1995-2011),  τότε είναι πιθανό να ακούσει τον  πενηντάρη (πατέρας του;) μες στο νεκροταφείο, μπροστά στον τάφο,  μεθυσμένο, να ακούει λαϊκά τραγούδια και  ναπίνει τσίπουρο με δυο ποτήρια, ένα για τον εαυτό του κι ένα για τον Αντώνη. Γιατί πώς να σηκώσει τέτοιο βάρος η ψυχή;

 

Ακολουθούν κι άλλα δυνατά κείμενα. Για τη Notre Dame που κάηκε πριν προλάβουν τα παιδιά να πάνε εκδρομή να δουν τα τέρατα και τα βιτρό. Όμως η  μικρούλα εγγονή προσέφερε τον οβολό της –πέντε ευρώ- για την αποκατάσταση της εμβληματικής εκκλησίας, σύμβολο του Παρισιού, μυθιστόρημα του Ουγκώ και καταφύγιο του Κουασιμόδου. Η επίσκεψη στην Σαρτρ και τα σαράντα κεριά ενδιαφέρουσα. Και από το Παρίσι πεταγόμαστε στη Λέσβο, στην εκκλησία του Αγίου Νικολάου στα Παπιανά,  με τόσες λεπτομέρειες αρχιτεκτονικές και καλλιτεχνικές, με εκείνα τα ωραία «ξύλινα κολονοκέφαλα» -κιονόκρανα στη γλώσσα των μαραγκών- και η αντίδραση του καλλιτέχνη παπα-Μιχάλη όταν ακούει το όνομα του λαϊκού ζωγράφου, θρύλου Θεόφιλου…«Ποιος, αυτός ο μπογιατζής;»∙ ως γνωστόν, ουδείς προφήτης στον τόπο του.

 

Η Ζωή Κατσιαμπούρα βλέπει με μάτι κριτικό, αλλά τρυφερό, σχολιάζει με διάθεση χιουμοριστική, αλλά και αγαπητική, γράφει με γλώσσα φιλολογική αλλά και ιδιωματική. Παράδειγμα : Η Πίτσα η ξακουστή «έβγαλε όνομα στα χωριά και ποιος να την πάρει να του γανιάσει τ’ αυτιά και το μυαλό με το μπούρου μπούρου», «ήζνταν τρία χρόνια στην ίδια τάξη». Χρησιμοποιεί τον έτοιμο καβαφικό στίχο, παραλλάσσοντάς τον ελαφρά και χωρίς σχόλιο για τη θεραπεία του άγχους. Τίτλος του διηγήματος  «Νάρκης και άγχους δοκιμές», στίχος του Καβάφη: «Νάρκης και άλγους δοκιμές εν φαντασία και λόγω». Ο ανίδεος πατέρας που η κόρη του έχει άγχος για τα μαθήματα και γι’ αυτό δεν κάνει τίποτα, ενώ αυτός κάνει τα πάντα -νοικοκύρης και νοικοκυρά μαζί- καταθέτει τη δική του συνταγή για τη θεραπεία του άγχους: «Αμάν με αυτό το άγχος…. Κι εμείς τι σου φταίμε; Για σήκω και πιάσε τη σκούπα να μαζέψεις τα φύλλα της αμυγδαλιάς από την αυλή, να δεις που θα σου φύγει το άγχος! Και τώρα το μεσημέρι τα έπλυνα τα πιάτα, το βράδυ όμως θα τα αφήσω σε σένα, να δεις, θα σου μείνει άγχος;» Ούτε ψυχαναλυτής ούτε τίποτα.  Ο έρμος ο πατέρας δεν έχει ιδέα τι είναι αυτό το άγχος….  Έχει τόσο πολλά να κάνει που το άγχος είναι μεγάλη πολυτέλεια γι’ αυτόν και η εμπειρία τον έχει κάνει σοφό. Και πολύ καλά η Κατσιαμπούρα διάλεξε άντρα για το παράδειγμά της, γιατί αν ήταν γυναίκα θα ήταν κατά κάποιον τρόπο μέσα στον παραδοσιακό ρόλο της. Ο άντρας όμως και η τεμπέλα η κόρη του;

Και το βιβλίο που άρχισε με έναν «Κατήφορο» τελειώνει με ένα «Ανήφορο», αφού ήδη το λέει ο τίτλος και το είπε και ο Ηράκλειτος: «οδός άνω κάτω μία και η ίδια» και μάλιστα καθαρά φιλοσοφικά, με τη βιβλιογραφική του αναφορά. Η συγγραφέας όμως προβληματίζεται: είναι «κοσμολογική μεταφορά» ή «ενότητα των αντιθέτων» αφού έτσι κι αλλιώς ο ανήφορος, ανάλογα με την  κατεύθυνση, είναι και κατήφορος, μια ανακατωσούρα, τέλος πάντων, και όλα όσα γράφουμε και λέμε δεν είναι τίποτα άλλο παρά μικρά αποσπάσματα  από το χάος, που μέσα στην αφήγηση μπορεί να είναι σταματημένα στο «άνω» ή στο «κάτω». Έτσι,  και εμείς, τον «ανήφορο» τον φάγαμε∙ τον «κατήφορο» τον κατεβαίνουμε ολοταχώς, για να φτάσουμε στην άπλα, όπου ίσως θα βρει «η ψυχή μας, για λίγο, ένα ισιάδι». Εξαρτάται, τώρα,  από μας τι νόημα θα δώσουμε στην  «άπλα» που  «να την, πετιέται», που λέει και ο ποιητής, δίνοντας το δικό του νόημα.

Η Ζωή Κατασταμπούρα είπε πολύ περισσότερα από όσα είπαν οι μικροήρωές της και υπαινίχτηκαν τα μικροεπεισόδια που αποτέλεσαν τούτη την Ανθολογία διηγημάτων, τον μικρό, περιεκτικό, συναισθηματικό, στοχαστικό, χιουμοριστικό, κρυφά ή διακριτικά θλιβερό τόμο. Ανθρώπινο, τελικά. Μια μικρή ανθρώπινη κωμωδία ή τραγωδία, αν θέλετε, ένα  άνω κάτω, όπως είναι πάντα τα ανθρώπινα σαν τα παιδιά που έτρεχαν για τις φωτογραφίες στην Καρθαία και σαν τη σοφή γυναίκα που κάθησε παράμερα και έλεγε την ιστορία της…. Αιών παις εστί παίζων πεσσεύων. Κι εμείς πεσσοί πίπτοντες οσονούπω ….  Εικονική απόδειξη παρουσίας θα είναι οι φωτογραφίες στο κινητό, ούτε καν στο χαρτί…

 

                                     

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.