Loading...
ΒιβλιοπαρουσιάσειςΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ

Ανθούλα Δανιήλ: Κωνσταντίνος Σύρμος, Εμφάνεια. Εκδ. Βακχικόν 2020

 Ο Κωνσταντίνος Σύρμος γεννήθηκε και ζει στο Ηράκλειο Κρήτης. Συγγράφει και αρθρογραφεί. Το 2012  συμμετείχε στιχουργικά στον δίσκο με τον τίτλο Σε τόπους που δεν ξέρω και το 2017 κυκλοφόρησε το μυθιστόρημά του Το μπλε τετράδιο. Η Εμφάνεια είναι η πρώτη του ποιητική συλλογή. Από τα 39 ποιήματα  αυτής της συλλογής μόνο τέσσερα ξεπερνούν την μία λέξη στον τίτλο. Όλα τα άλλα είναι μονολεκτικά. Και αν  αυτό σημαίνει κάτι, πρωτίστως σημαίνει λιτότητα, αυστηρότητα, μοναχικότητα και ψυχική απομόνωση.

Το περιβάλλον, από το πρώτο κιόλας ποίημα –«Νύχτα»- φαίνεται εφιαλτικό:

 

Το πρωί όταν άνοιξα τα μάτια μου

Οι κουρτίνες είχαν πετρώσει

Έμοιαζαν με τσιμεντένιο ακορντεόν

Ο καθρέφτης είχε πέσει κάτω

 σπασμένος.

 

Και στη συνέχεια η ανάστατη ντουλάπα, τα συρτάρια του κομοδίνου, τα ρούχα, οι παντόφλες, η εξαγριωμένη νύχτα,  όλα οδηγούν σε ένα εφιάλτη, ο οποίος αν και ξημέρωσε, δεν πέρασε. 

 

Η διαίσθησή μου με οδηγεί στον σεφερικό χιτώνα  από το  Στ΄ ποίημα,  στο «Θερινό Ηλιοστάσι» της  συλλογής  Τρία Κρυφά Ποιήματα, που έπεσε στα πόδια νεκρός. 

Θυμήσου το χιτώνα που έβλεπες

 ν’ ανοίγει και να ξεγλιστρά πάνω στη γύμνια

κι έπεσε γύρω στους αστραγάλους

νεκρός—

 

Το τσιμέντο, ως ευτελές αντίγραφο του λευκού μαρμάρου, πέτρωμα που  παραβάλλεται με το νεκρό και άηχο  ακορντεόν εκπέμπει σήμα εφιάλτη. Ωστόσο, ένας  αρχαίος κίονας  είναι κρυμμένος στους στίχους του Σύρμου, ενώ η εικόνα όλη του αναστατωμένου εφιαλτικά δωματίου παραπέμπει σε προοικονομία μεγάλης ταραχής. Στο ποίημα, η προσωποποιημένη νύχτα γίνεται ψυχική κατάσταση χωρίς διέξοδο.

 

Παρακολουθώντας και τα άλλα ποιήματα της συλλογής, ο αναγνώστης διαπιστώνει πως υπάρχει κρυμμένος φόβος και τρόμος, μοναξιά και απομόνωση «Σαν σε επισκεπτήριο φυλακής/ πίσω από ειδικό τζάμι»», σαν να βρίσκεται σε διάσταση ακόμα και με τον εαυτό του: «Είμαστε τα δυο μάτια  / στο ίδιο πρόσωπο/ ακοίταχτα το ένα με το άλλο».

Αυτή η διαρκής ανθρωποφοβία ψάχνει τρόπους να μεταδοθεί και να προειδοποιήσει και τους άλλους, αν και κυρίως ενδιαφέρεται να γνωστοποιήσει τον εαυτό του στους άλλους. Ο ποιητής βιώνει τραυματικά τη διάστασή του με τον κόσμο και τα πράγματα. Καμία χαρά και πουθενά δεν δικαιώνει την παρουσία του σ’ αυτή τη ζωή, παρά μόνο η τραγική του έκφραση, το στιχουργημένο ουρλιαχτό του, η υποθήκη προς εαυτόν:

 

Μην τους πολεμάς/  κατά πρόσωπο /  θα σε νικήσουν/ Κρύψου.

 

Ο στίχος του Σύρμου έχει βαθιά τη ρίζα του στην ποιητική μας παράδοση και συγκεκριμένα, ακούμε από το βάθος του προηγούμενου αιώνα, εκατό χρόνια πριν,  έναν άλλο απελπισμένο, τον  Κ. Γ. Καρυωτάκη που κι εκείνος, μιλώντας σε μας, απευθυνόταν στον εαυτό του:  «Όταν οι άνθρωποι θέλουν να πονείς,/ μπορούνε με χίλιους τρόπους./ Ρίξε το όπλο και σωριάσου πρηνής, /όταν ακούσεις ανθρώπους».

Σε όλα τα ποιήματα του Σύρμου υπάρχει μαύρη απελπισία. Ο δρόμος είναι «τσαλαπατημένος», το χώμα «καταπατημένο ρημαγμένο», τα δέντρα «ξεπερασμένα», ο δρόμος για να βρει το ιδανικό του, αν  υπάρχει τέτοιος, είναι «μακρύς διάδρομος … από την κρεβατοκάμαρα ως την κουζίνα».

Άλλοτε πάλι περνάει στο παράλογο, φαντάζεται τον εαυτό του ζογκλέρ:

 

Κάνω κούνια / κρεμασμένος στο σαγόνι /του αυτονόητου ανθρώπου/

Παίζω κουτσό/ στ’ ακροδάχτυλα/ της αναμενόμενη πράξης/  […]/ φτιάχνω ένα όνειρο αυτοσχέδιο/ και λύνω από το κτίριο το μπαλκόνι».

 

Ο εφιάλτης του Σύρμου δεν φαίνεται η διαβάζεται μόνο,   αλλά και ακούγεται. Είναι μεταμορφωμένος σε εικόνα, σε ήχο, σε προβλέψεις: «ουρλιαχτά παλιών βημάτων», «τυφλοπόντικας γρατσουνάει το τσιμέντο», «Ο αέρας εκσφενδόνιζε / στο έδαφος τα πουλιά / το ήδη γεμάτο σκουροκόκκινες στάμπες», «το τοπίο στατικό. Βυθισμένο στην άμμο/ Ένα χέρι περισσεύει/ ματαιόδοξο να σωθεί/ το κοιτώ/ το πιάνω/ με τραβώ/ Κι είναι αργά/ το ξέρω». «Βλέπω τον φιλικό εχθρό στην είσοδο», στίχος που μπορεί να παραπέμπει στου Ελύτη το  «Ήρθαν ντυμένοι φίλοι αμέτρητες φορές οι εχθροί μου» και άλλα πολλά που παραπέμπουν σε γνωστά ποιήματα, τα οποία είμαι σίγουρη πως έχει υπόψη του ο Σύρμος, ο οποίος ή προεκτείνει τη φρίκη, όπως το χέρι που περισσεύει (σαν το πόδι του Μιχαλιού του Καρυωτάκη ή σαν «τα δυο λοξά κατάρτια έξω απ’ το νερό του Ελύτη» που μπορεί να σημαίνουν και την ελπίδα ή «το σπασμένο κατάρτι του φεγγαριού» του Ρίτσου,  που μπορεί να σημαίνει και την απελπισία, μόνο που ο Σύρμος τα μεταφράζει όλα σε προσωπικό  επίπεδο. Ακόμα και την κάθε μέρα που γεννιέται τη βλέπει σαν «έκτρωση» της προηγούμενης∙ που τα τέκνα της ἄμβλωσε,
γαστέρας
, λέει πάλι ο Ελύτης. 

Στο ποίημα «Ο ζωγράφος» υπάρχει ελάχιστη, αμυδρή ελπίδα, την οποία όμως και πάλι καταστρέφει όπως οι ζωγράφος το έργο του στο Άγνωστο Αριστούργημα του Μπαλζάκ:

 

Κι αφού ξόδεψε όλη του τη ζωή

κι αφού θυσίασε μέρες

μήνες και χρόνια 

ζωγραφίζοντας τα τοπία

της φαντασίας του

 

τους έριξε μια ματιά

με ένα βλέμμα χαράς

κι ύστερα όλα τα μουτζούρωσε

με εκστατική μανία

 

φοβήθηκε

 

μην τυχόν και κάποιος άλλος

κοιτάζοντάς τα

μέσα σε αυτά θα ταξιδέψει.

 

Τέλος το ποίημα «Καβάφης» του δίνει τη συμβουλή της αξιοπρέπειας («Όσο μπορείς»:

 

Κι αν δεν μπορείς να κάμεις την ζωή σου όπως την θέλεις,
τούτο προσπάθησε τουλάχιστον
όσο μπορείς: μην την εξευτελίζεις
μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου,
μες στες πολλές κινήσεις κι ομιλίες.
Μην την εξευτελίζεις πηαίνοντάς την,
γυρίζοντας συχνά κ’ εκθέτοντάς την
στων σχέσεων και των συναναστροφών
την καθημερινήν ανοησία,
ως που να γίνει σα μια ξένη φορτική.

Έτσι λέει ο Καβάφης, ο  Σύρμος όμως  «πειράζει»  το ποίημα και  το συρρικνώνει σε μια στροφή, την οποία εντάσσει στο δικό του:

«Του Καβάφη με πλάκωσε η ταφόπλακα»

και εντός εισαγωγικών μας δίνει την καβαφική ελαφρώς πειραγμένη  συμβουλή

 

«Όσο μπορείς/  μην την εξευτελίζεις

Μέσα στην καθημερινή ανοησία

Τη ζωή σου»…

 

Στο τέλος όμως γυρίζει «μπρούμυτα» στον τάφο… πρόκειται γι’ αυτό το φριχτό «πίστομα» όπως το λέει ο Κωνσταντίνος Θεοτόκης στο ομώνυμο διήγημά του. 

 

Ο Σύρμος είναι νέος. Έχει διαβάσει πολλά, έχει ίσως απογοητευθεί από πολλά, δείχνει  αθεράπευτα απελπισμένος και μόνος και η Ποίηση είναι το καταφύγιο που του προσφέρει έδαφος για να σταθεί και να ουρλιάξει τον πόνο του στον κόσμο. Η κραυγή απελπισίας του είναι η μόνη φωνή που φανερώνει ότι είναι ζωντανός. Για την ώρα η Ποίησή του  δεν είναι σταγόνα φως που πατεί χαρούμενο τον Άδη και το Χάρο, όπως έχει πει ο Σολωμός και παρεμφερώς και ο Ελύτης, δεν τραγουδάει για να σμίξει με τον κόσμο όπως ο Ρίτσος,  δεν χαίρεται με ένα γαρούφαλλο στη γλάστρα όπως ο Σεφέρης στον κήπο του, δεν εισπράττει το άρωμα της πατρίδας του της Κρήτης όπως ο Κάλβος τη μυρωδία των χρυσών κίτρων της Ζακύνθου, δεν αισθάνεται την γαλάζια αιωνιότητα του ουρανού και της θάλασσας, δεν έχει χαρά για τίποτα. Δεν απολαμβάνει το μέγα αγαθό και πρώτο που είναι η ζωή. Θα έλεγα πως, συγκρατώντας κάπως τον ανεξέλεγκτο αρνητικό και παρορμητικό συναισθηματισμό του, έχει τη δυνατότητα να μας δώσει ποιήματα με φως και ελπίδα, γιατί οι ποιητές πάντα ελπίζουνε πως «έχει ο Θεός», ακόμα και στις πιο δύσκολες ώρες,  και πως, όπως συμβούλευαν και οι Στωικοί κάθε πρόβλημα έχει τον λόγο του που υπάρχει. Περιμένουμε μαζί του αυτό το «Κάτι» που τον «έδιωξε» να το συναντήσει «Ξανά» και «μαζί να συμβούνε» όσα εκείνος επιθυμεί και δεν το μαρτυράει.  Και αν δεν «συμβούνε» το ότι μπορεί και γράφει ποιήματα είναι και αυτή μια θετική στάση ζωής.

 

                                                    

 

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.