Loading...
ΒιβλιοπαρουσιάσειςΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ

Ανθούλα Δανιήλ: Ντίνος Σιώτης, Σχεδόν αύριο, Εκδ. Καστανιώτης 2022

Το Σχεδόν αύριο του Ντίνου Σιώτη είναι ένα ποίημα κολάζ. Δομείται σε τρίστιχες στροφές και εκτείνεται σε σαράντα έξι σελίδες. Τελεία πουθενά, μόνο κόμματα, για να παίρνει ανάσα. Γράφτηκε από τον Ιούλιο 2020 μέχρι τον Ιούλιο του 2021 στην Τήνο. Ανάμεσα σε δύο καραντίνες. Θέματά του; Όλα όσα έχουν  γεννηθεί στη ζωή και έχουν καταγραφεί στο μυαλό και στην ψυχή.

Το Σχεδόν αύριο στηρίζεται σε δύο επιρρήματα∙ ένα τοπικό –«σχεδόν»- και ένα χρονικό –«αύριο»-  τα οποία μας φέρνουν κοντά σ’ αυτό που πάντα κάτι λείπει για να ολοκληρωθεί. Γιατί, τι είναι το αύριο; Είναι «μια άλλη μέρα», όπως έλεγε αισιοδοξώντας η Σκάρλετ Οχάρα; Αυτή η άλλη μέρα κάτι καλό θα φέρει, αφήνοντας πίσω του το βαρυφορτωμένο με αμαρτίες χθες;  

Κάπως έτσι, το υπολογίζει ο ποιητής και το συνδέει με τον στίχο του Γιώργου Σεφέρη «λίγο ακόμα, /να σηκωθούμε λίγο ψηλότερα» (και το πιστεύει;). Την ιδέα του ποιήματος κολάζ την οφείλει στον Γιάννη Ρίτσο, που μας έχει δώσει Το τερατώδες αριστούργημά του (1978). Οποίον σχήμα οξύμωρο.

Το ποίημα εκτείνεται, σαν καταρράχτης, αλλάζοντας θέμα συνεχώς, από το ένα τρίστιχο στο άλλο, συχνά και μέσα στο ίδιο, επανέρχεται και συνεχίζει και τα τρίστιχα τρέχουν, σκέψεις και συναισθήματα εναλλάσσονται, όπως οι διαθέσεις.    

 

Και αρχίζουμε από εκείνο το «σχεδόν», που στέκεται ανάχωμα στο αύριο που θα μπορούσε να είναι

Αύριο, αύριο, αύριο: το  Πάσχα του Θεού, όπως το περίμενε και ο Οδυσσέας Ελύτης και όλος ο κόσμος, όταν βγαίνει από μια μεγάλη συμφορά. Μόνο που το «αύριο» δεν φτάνει.   

 Έχοντας ζήσει, σχεδόν, όλο το «χθες», λίγο ακόμα απομένει, κινούμενοι  πάνω στο εφήμερο και ταλαιπωρημένο «σήμερα», αισθανόμαστε και αντιλαμβανόμαστε πόσο κοντά βρισκόμαστε στο τόσο «σχεδόν αύριο» και την ελπίδα της αλλαγής που ευαγγελίζεται ο ποιητής. Ο μετρημένος χρόνος μας και η αναπόδραστη μοίρα φέρνουν στην επιφάνεια τα μύρια όσα κακά περιμένουν καρτερικά ή, μάλλον, καιροφυλακτούν στις κουίντες σαν ηθοποιοί του θεάτρου για να φέρουν την εξέλιξη στο δράμα. Θέατρο η ζωή μας και μάλιστα παράλογο.  

Έτσι, σε κάθε τρίστιχη στροφή ο Σιώτης δίνει κομμάτια του κολάζ, ανάκατα, πολέμους και καταστροφές, σε κάθε ήπειρο, συνταρακτικά και αποτρόπαια ιστορικά γεγονότα, Χιροσίμα και Βιετνάμ, Ολοκαύτωμα και Ναζί… Και κάπου εκεί, στης φρίκης τα καμώματα, πετιούνται ξαφνικά, ελεητική παρηγορία,  μικρά ξωκλήσια και … χασαποταβέρνες… Λίγο φαΐ, λίγο κρασί /Χριστούγεννα κι Ανάσταση που λέει κι ο κρυμμένος στα στιχάκια του Ελύτης. κι έτσι, το μεγάλο και το μικρό, το βαρυσήμαντο και το ασήμαντο, το γενικό και το ειδικό, όλα μαζί σε ένα ποίημα ποταμό, που κατεβάζει τα πάντα. Η εικόνα μας θυμίζει και το ποτάμι του Ηράκλειτου, αλλά και τους στίχους του Σεφέρη

 

           Κι ο τόπος σαν το μεγάλο πλατανόφυλλο που παρασέρνει

                                       ο χείμαρρος του ήλιου

            με τ’   αρχαία μνημεία και τη σύγχρονη θλίψη

                                               («Ο βασιλιάς της Ασίνης»)

 

Ο αναγνώστης δεν προλαβαίνει να αφομοιώσει τις εικόνες που επιβιβάζει στο ποίημα –πλοίο του ο Σιώτης. Δεν προλαβαίνει να δει πώς ανατρέπεται η γλώσσα και πώς οι έννοιες αλλάζουν και το αφύσικο παίρνει τη θέση του φυσιολογικού, πώς ξαφνιάζεται και αντικαθίσταται από το πολλαπλό σημαινόμενο το σημαίνον:

 

     θέλω να γίνω δότης οργάνων, διαθέτω πιάνο, 

     κοντραμπάσο, ακορντεόν, φυσαρμόνικα, βιολί,

     καλοκουρδισμένο όργανο της Τάξεως 

 

με ένα σμπάρο τρία τρυγόνια.

 

 

Σκηνές της καθημερινής ζωής, οι «Κυριακές και οι Δευτέρες, τα ξεχωριστά γεγονότα, τα ες αύριον σπουδαία  και τα καθημερινά. Από την αρχή μέχρι το τέλος αυτού του χειμαρρώδους κειμένου, ο αναγνώστης τρέχει, τον τρέχουν τα δίστιχα, βάλλεται από έναν καταιγισμό πληροφοριών, αναφορών, συγκερασμών, ανατροπών, υπαινιγμών, αστεϊσμών, συναισθημάτων θλίψης,  πίκρας, ειρωνείας,  και  όλων εκείνων που ο νους που με τα προσαγωγά του νεύρα δέχεται, αλλά δεν προλαβαίνει να επεξεργαστεί. Το ποίημα μοιάζει κάπως, σαν τα ΜΜΕ, όπου οι σοβαρές ειδήσεις διακόπτονται από διαφημίσεις και «δώρα» – δολώματα,  σε χρήμα και σε είδος, που κρατούν τον τηλεθεατή από τον χαλκά στη μύτη, σαν την αρκούδα στην «Ιερά οδό» του Σικελιανού.  Μόνο που εκείνη η αρκούδα νοιαζόταν για το μικρό της αρκούδι, ενώ ο έμπορος από την τηλεόραση, νοιάζεται μόνο για το κέρδος του. 

 

Ο αναγνώστης δεν πρέπει να ζητά σειρά και τάξη στα αναγραφόμενα ούτε να εκπλαγεί από τον αναστατωμένο συνειρμό. Ο συνειρμός είναι κρυφός. Το άτακτο και ατακτοποίητο, το γοργό και φουριόζο, δείχνει το μικρό εγώ σε σχέση με το μεγάλο, το άτομο μέσα στην κοινωνία που, εφόσον πάσχει από πολλά εκείνη, πάσχει  και ο ποιητής, από την καραβάνα της τρεφόμαστε, όπως είχε πει ο Ώντεν, διά στόματος Σεφέρη (στην  πραγματικότητα ο Ώντεν είχε πει «είμαστε όλοι κληρετοί της εποχής μας»). Η φωνή του όπως μας πάει σε μια άλλη φωνή που 2000 χρόνια πριν εβόα στην έρημο, κανείς δεν άκουγε, εκείνος όμως δεν σταματούσε. Οι φωνές του Ιωάννη κραυγές και του ποιητή στίχοι που εκτινάσσονται στον αέρα,  που χαράζουν σαν αστραπές τον μαύρο ουρανό, που γράφονται στο χαρτί, γεμάτοι  απελπισία και οργή.

Κάθε λέξη και μια κραυγή και μια πληγή. Η Ιστορία και η καθημερινή ζωή, το σώμα, το πνεύμα, η ψυχή,  όλα πληγωμένα. Σαν ο Θεός να πήρε τον κόσμο που οργάνωσε  και τον ανακάτεψε καλά για να τον επαναφέρει  στο προηγούμενό του χάος, δείχνοντας έτσι τη βέβηλη επέμβαση του  ανθρώπου στο θεϊκό δημιούργημα.

Ωστόσο, υπάρχουν και τα φωτεινά διαλείμματα, ξαστερωμένες διαθέσεις και δοσμένες με χιούμορ, ένα συν πλην, ένα ναι μεν αλλά, αλλά και πλήρης ανατροπή   όπως:

 

       στο τέλος της εβδομάδας όλοι θα νιώθουμε

σαν πτυχιούχοι από ξακουστό πανεπιστήμιο του

εξωτερικού, όπως το Χάρβαρντ ή το Πρίνστον,

 

τέτοιες μέρες χρειαζόμαστε πατριωτισμό,

έναν βηματισμό,  χρειαζόμαστε μάσκες υψηλής

προστασίας λιγότερες επαφές με κρούσματα

 

απρονοησίας, τέτοιο καιρό να δούμε

αν αξίζει τον κόπο να πάμε στο νοσοκομείο ή

να στείλουμε εκεί κάποιον δικό μας άνθρωπο…

 

Κι άλλοτε πάλι δεν μπορεί να μη θυμηθεί το νησί του, το μακρινό ταξίδι του στην Αμερική  και δεν μπορεί να μην μελαγχολήσει:

 

……………………….μεγάλωσα σε νησί

 

που είχε για ορχήστρα το φύσημα του ανέμου,

για ντεκόρ αμπελώνες, ελαιώνες και φρύγανα,

έφυγα με καθυστέρηση δύο αιώνων για μία

 

άλλη ήπειρο, για το υπερπέραν ενός άλλου

κόσμου, και άργησα να  επιστρέψω – αλλά

ουσιαστικά ποτέ δεν έφυγα ούτε γύρισα 

 

 

 Συχνά θα δούμε στους στίχους του Σιώτη να αναδύονται φράσεις από άλλους ποιητές που διάβασε, που αγάπησε, που λίγο μετάλλαξε:

 

Μέτρησα τη ζωή μου με κουτάλια του καφέ, ο Έλιοτ,

Μ’ ένα κουταλάκι συλλέγω το χρόνο που πέρασε, ο Σιώτης.

 

Αστραπές της σκέψης, κραυγές της ψυχής, ματιές στο κόσμο, αισθήματα και συναισθήματα γεμάτα απόγνωση, διαστρέβλωση και απελπισία. Τη  φωνή του ποιητή την ακούει σαν «κελαηδητό σε ώρα πολέμου» ο Ελύτης, του Σιώτη όμως η φωνή είναι φωνή εν θερμώ, φάλτσα  και σωστή, γλυκιά και πικρή, γεμάτη από τις αντίπαλες δυνάμεις που μαίνονται στη ζωή.  Το ποίημα είναι μία γκριμάτσα, αλλά υπάρχουν και κάποιες στιγμές που μας φέρνουν δάκρυα,  όπως όταν εκείνοι που

 

νύχτα φεύγοντας άφησαν πίσω το σκυλί τους

γιατί από κει που πήγαιναν δεν θα γυρνούσαν, το

σκυλί ούτε τρώει ούτε πίνει ούτε κοιμάται, μόνο

 

περιμένει εκείνους που έφυγαν να γυρίσουν….

 

Εκείνο το σκυλί είναι και ο ποιητής, ο κάθε ποιητής που μένει πιστός στον  «αφέντη» του, ό,τι μπορεί να σημαίνει η λέξη  και όπως υπαινίσσεται βαρύθυμα ο Σεφέρης στο «Α΄. Hampstead»:

«ένα σκυλί/ ξεχασμένο/ που γαβγίζει/μοναχό/ και γυρεύει τον αφέντη του/ ή τη δευτέρα παρουσία /ή ένα κόκαλο».

 

Ο αναγνώστης  δεν μπορεί παρά να συμμεριστεί την ποιητική αγρύπνια του, την «αγραυλία» του, τον προβληματισμό του, στον ψυχισμό του και την ελπίδα του, να δούμε τις 

 

                                                                                                  ρίζες

              που δεν θα βουλιάξουν στη μαυρίλα αλλά θα μας φωτίζουν

                 με το αρχέγονο φως τους, ρίζες που τις διακρίνω

                 να πλησιάζουν μέσα από ένα πυκνό σχεδόν αύριο   

 

και δεν βάζει τελεία…

 

                                                   

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.