Loading...
ΔΙΑΝΘΙΣΜΑΤΑΕλευθέρας βοσκής

  Ανθούλα Δανιήλ: Το δαχτυλίδι

  Την αφορμή μού έδωσε ο Γκούσταβ Μάλερ (1860-1911), ο τελευταίος μεγάλος συμφωνιστής,  υστερο-ρομαντικός,  μουσικός.  εκκεντρικός, μοντερνιστής, με το ληντ «Το κορίτσι με το δαχτυλίδι». Ο Μάλερ πέθανε νωρίς. Όπως  έγραψε και η σύζυγός του Άλμα, ο θάνατός του ήταν «σταύρωση». Εσωτερικές συγκρούσεις, εξωτερικές αντιξοότητες, καρδιά αδύναμη, ο θάνατος της τετράχρονης κόρης του, το έργο του που  δεν έγινε αμέσως αποδεκτό,  όλα συνετέλεσαν να φύγει γρήγορα από τη ζωή,  χωρίς να προλάβει να χαρεί την καταξίωση, η οποία του αναγνωρίστηκε μετά θάνατον. Έκτοτε, είναι πάντα στην πρώτη γραμμή με τον Τιτάνα ή το Τραγούδι της γης, αλλά και πολλά λήντερ, δηλαδή τραγούδια, όπως «Το αγόρι με το κόρνο» που έχουμε συχνά ακούσει, αλλά και Το κορίτσι με το δαχτυλίδι που προαναφέραμε και θα μας απασχολήσει για λίγο, αλλά θα γίνει η αφορμή για μια εκτίναξη πολύ μακριά.

Και εξηγούμαι. Στο τραγούδι αυτό,  Το κορίτσι ρίχνει το δαχτυλίδι του στο ποτάμι. Το καταπίνει ένα ψάρι, στη συνέχεια το ψαρεύει ένας ψαράς και το προσφέρει στον βασιλιά. Να ένας τρόπος να πλησιάσεις έναν βασιλιά. Όχι να τρέχει πίσω σου αυτός με ένα γοβάκι στο χέρι, αλλά να στέλνεις το δαχτυλίδι σου –μποτίλια στο πέλαγο-  μήνυμα κρυφοερωτικό, άδηλη επιθυμία του τύπου «θέλω να γίνω βασίλισσα και ρίχνω στο ποτάμι την επιθυμία μου και κείνη μου κάνει τη χάρη».

Ρίχνω την καρδιά μου στο πηγάδι, να γενεί νερό να ξεδιψάσεις,

έχουμε τραγουδήσει πολλές φορές (σε στίχους Ιάκωβου Καμπανέλλη και  μουσική Μάνου Χατζιδάκι), αλλά δεν πρόκειται περί  αυτού, πρόκειται περί του δαχτυλιδιού. Και κάνουμε άλμα προς τα πίσω για να συναντήσουμε τον Ηρόδοτο και τις ωραίες Νουβέλες του.  

Ο Ηρόδοτος, λοιπόν, περιγράφει ένα ανάλογο περιστατικό, με αυτό που μελοποίησε  25 αιώνες μετά ο Μάλερ. Ο τύραννος Πολυκράτης της Σάμου, σκοτώνοντας  τα αδέλφια του, αποπλανώντας και δολιοφθορώντας, εκποδών ποιώντας κάθε αντεραστή του θρόνου  κι όλους τους πλούσιους του νησιού του, κατάφερε και έγινε τύραννος και ήταν πανευτυχής. Όλα του πήγαιναν καλά και έκανε φιλίες με τον Αιγύπτιο Φαραώ Άμαση. Αλλά τον βασάνιζε  το ευμετάβολον της τύχης και γι’ αυτό ζήτησε από τον Άμαση συμβουλή, τι να κάνει για να ζει για πάντα ευτυχισμένος. Και ο Άμασης του έστειλε επιστολή, στην οποία τον συμβούλεψε να πετάξει ό,τι είχε πολυτιμότερο … (Σαν να επανελάμβανε τη μεγάλη ελληνική σοφία -το τέλειο προκαλεί τον φθόνο των θεών, ισοδυναμεί με ύβριν και φέρνει τιμωρία). Ο Πολυκράτης πολύ στεναχωρέθηκε και δεν ήξερε τι να πετάξει. Αφού ψαχούλεψε καλά μες στην κασέλα με τα πολύτιμά του, αποφάσισε πως το πολυτιμότερο των πολυτίμων του ήταν το δαχτυλίδι του. Ένα θαυμάσιο δημιούργημα με σφραγιδόλιθο, αυτό που είναι και σήμα της απόλυτης εξουσίας του, πολύτιμη πέτρα, κοσμημένη με σμαράγδι χρυσόδετο, δημιουργία του κοσμηματοποιού Θεόδωρου που ήταν γιος του Τηλεκλή από τη Σάμο.

Όταν το πήρε πια απόφαση ότι αυτό ήταν το πολυτιμότερο που έπρεπε να πετάξει, ναύλωσε πεντηκόντορο και ανοίχτηκε στο πέλαγο κι εκεί μπροστά σ’ όλο το τσούρμο του, ηθοποιός που παίζει ρόλο –κοιτάτε με τι κάνω!- έβγαλε ιεροτελεστικά το δαχτυλίδι από το δάχτυλο και το έριξε στη θάλασσα για να βουλιάξει, μαζί με τα λόγια των θεών και τ’ αποσπάσματα του Ηράκλειτου, που λέει κι ο ποιητής.  Και όλοι ήταν μάρτυρες ότι ο βασιλιάς θυσίασε το μέγα δαχτυλίδι του για να μη χάσει την αιώνια ευτυχία του. Όμως  αμέσως ένιωσε τον ήλο του πόνου να του τρυπάει την καρδιά. Γύρισε στο παλάτι του να  παραδοθεί στη θλίψη του και να θρηνήσει το δαχτυλίδι του. Μετάνιωσε άραγε; Ποιος ξέρει.  Όμως,  ω! του θαύματος,  σε λίγες μέρες, ήρθε τρέχοντας από τη θάλασσα ένας ψαράς που είχε πιάσει ένα μεγάλο ψάρι και σκέφτηκε πως στον βασιλιά του έπρεπε να το προσφέρει: Βασιλιά μου, εγώ το ψάρεψα το μεγάλο ψάρι, όμως δεν έκρινα σωστό να το πάω στην αγορά, αν και αυτός είναι ο τρόπος να βγάζω το ψωμί μου, αλλά μου φάνηκε ότι ένα τέτοιο ψάρι μόνο σε σένα αξίζει και  στο αξίωμά σου· λοιπόν, σου το προσφέρω.  Ο Πολυκράτης πολύ χάρηκε και αμέσως αποκρίθηκε: Η πράξη σου με συγκίνησε κι η χάρη που μου κάνεις είναι διπλή∙ και τα λόγια σου και το ψάρι. Έλα λοιπόν το βράδυ να το φάμε μαζί. Όμως το μέγα ψάρι έκρυβε μεγαλύτερο θησαυρό μες στην κοιλιά του, και να το δεύτερο θαύμα κι έγινε, μόλις ο μάγειρος έβαλε το μαχαίρι και από τα ματωμένα σπλάχνα του ψάρεψε το δαχτυλίδι. Με τα μάτια τεντωμένα μέχρι τα πέρατα του θαυμασμού και της εκπλήξεως, το άρπαξε κι έφυγε τρέχοντας στον βασιλιά του να το δώσει. Γιατί ήταν του βασιλιά γραφτό η μοίρα του να μην αλλάξει. Κι αυτός ήτανε σύννους και σκεφτικός, επειδή κατάλαβε στη μέση πως μπήκε κάποιος θεός. Η Ζακελίν ντε Ρομιγύ υποστηρίζει ότι δεν είναι απαραίτητη η κατανόηση των πάντων με τη λογική και ο Ηρόδοτος παραδεχόταν την παρέμβαση του θείου, αλλά και εμείς λέμε –έτσι το θέλαν οι θεοί τότε και  είναι θέλημα Θεού και σήμερα ακόμα- πιστεύουμε πως οι υπέρτερες  δυνάμεις κυβερνούν τα ανθρώπινα –οι απλοί άνθρωποι το λένε Μοίρα κι οι ποιητές επίσης, «το ’χει μες στη Μοίρα του», λέει ο Γιώργος Σεφέρης και ο αναγνώστης βαφτίζει μοίρα ό,τι τον υπερβαίνει:  λοιμοί, πόλεμοι κι  ο θάνατος, ας πούμε. Ο  Πολυκράτης, που ανησυχεί από το θαύμα, παίρνει πάπυρο και πρόθυμη γραφίδα και στέλνει μήνυμα στην Αίγυπτο, στον Άμαση, να τον ενημερώσει. Ο Άμασης ετρόμαξε  κι έκοψε τη φιλία μονομιάς, φοβούμενος τη μοίρα τη δικιά του, αν συνεχίσει με τον Πολυκράτη να συγχρωτίζεται. Και καλά έκανε, γιατί το τέλος του Πολυκράτη ήταν φριχτό, όπως μας λέει ο Ηρόδοτος. Διότι οι θεοί φθονούν (ο Ανατόλ Φρανς λέει  Οι θεοί διψούν για αίμα και εκδίκηση δηλαδή) και ο φθόνος τους φέρνει την επί τα χείρω μεταβολήν των πραττομένων, με άλλα λόγια, φέρνει τα πάνω κάτω. Βλέπετε, ο Πολυκράτης δεν πέταξε στη θάλασσα το πολυτιμότερο που είχε –την εξουσία του δηλαδή- αλλά το σύμβολό της –το δαχτυλίδι- όμως τέτοια τερτίπια δεν τα χάφτουν οι θεοί! 

Να, τώρα, που αυτή η αρχαία ιστορία βρίσκει με αίσια εκδοχή την ανάλογη της σε έναν αμπελώνα κάπου στη Νότια Γαλλία, όπου ένας καλός άνθρωπος  τρυγάει το πρώτο καλό σταφύλι στο αμπέλι του και το προσφέρει στο μικρό του κοριτσάκι. Εκείνο θαυμάζει τις χρυσαφιές τις ρόγες του και τρέχει να το δώσει στον αδελφό της. Γεμάτος χαρά ο αδελφός το δίνει στη μαμά του. Κι εκείνη, ευγνωμονώντας την καλή της οικογένεια, το στόλισε επάνω στο τραπέζι κι όταν επέστρεψε ο κουρασμένος σύζυγός της του το προσέφερε για να τον ξεκουράσει. Το καλό έκανε τον κύκλο του. Δίνεις καλό, παίρνεις καλό. Είναι κι αυτός ένας από τους συμπαντικούς νόμους. Την ιστορία αυτή με ένα τσαμπί σταφύλι,  «une grappe de raisin»  από τα γαλλικά του καιρoύ  εκείνου, την θυμήθηκα τώρα, με αφορμή τον Πολυκράτη∙ κάνεις καλό, παίρνεις καλό, γιατί το καλό που κάνεις  επιστρέφει σε σένα. Κάνε το καλό και ρίχ’ το στο γυαλό, λέει ο λαός , αλλά επειδή και από την ανάποδη φοριέται η φαντασία και σε όλα τα μεγέθη, λέει ο Οδυσσέας Ελύτης,   κάνεις κακό, το βρίσκεις μπροστά σου. Μάχαιρα δίνεις, μάχαιρα παίρνεις και με το Ευαγγέλιο αν πας.  

Και να το πάλι το τραγουδάκι την καρδιά μου ρίχνω στο πηγάδι να γενεί νερό να ξεδιψάσεις… ο νόμος της καρδιάς, της προσφοράς.

Ο Πολυκράτης όμως, στην κλίμακα αυτών που αγαπούσε πιο πολύ, είχε την εξουσία, γι’ αυτήν που έπραξε όσα κακά μπορούσε, ενώ το αθώο δαχτυλίδι αδυνατούσε να άρει το φορτίο των αμαρτιών του. Ο Πολυκράτης, επίσης, αφενός από αλαζονεία, αφετέρου από έλλειψη σοφίας και σύνεσης παρερμήνευσε και τη συμβουλή του Άμαση, δεν τον προβλημάτισε  καθόλου το θαύμα του ψαριού –μωραίνει Κύριος ον βούλεται απολέσαι– και συνέχισε μέχρι το τέλος τη γνωστή του μέθοδο και πολιτική τακτική,  μέχρι που ήρθε η ώρα της πληρωμής κι ακούγονται νομίσματα να πέφτουν στο τραπέζι, λέει πάλι ο σοφός Σεφέρης. Βρήκε φριχτό θάνατο από τους Πέρσες, αργότερα. Το αργότερα των Περσών θα μας το γράψει η Ιστορία το 480 π. Χ. στη Σαλαμίνα και θα μας το πει ο Αισχύλος, αργότερα, το 472 π.χ.  στην Αθήνα και αργότερα στο Ηρώδειο, στην Επίδαυρο και σε λίγες μέρες πάλι στην Επίδαυρο, μπας και κατανοήσουμε ότι η ύβρις τιμωρείται.  Έχουμε, λοιπόν, ένα φιλοσοφικό διήγημα, όπου το δαχτυλίδι από κόσμημα και σύμβολο εξουσίας γίνεται μήνυμα προειδοποιητικό ότι δεν μπορείς να αποφύγεις το πεπρωμένο σου, τη  μοίρα σου, τη φύση σου, εντέλει, όπως ο λύκος κι αν εγέρασε κι άσπρισε το μαλλί ντου ούτε την γνώμην άλλαξε ούτε την κεφαλήν του, πάλι ο λέει ο σοφός λαός.

Δεν είναι τυχαίο που το πιο συμβολικό δείγμα δεσμού και δέσιμο για πάντα (;) είναι το δαχτυλίδι. Η μόδα το απαιτεί μονόπετρο και οι γκλαμουράτοι – ακόμα κι οι ξυπόλητοι στ’ αγκάθια- με μονόπετρο κάνουν την πρόταση γάμου, αλλά χωρίς γονάτισμα.  Και όταν, οσονούπω, κόψει η μαγιονέζα, το δαχτυλίδι επιστρέφεται μαζί με όλα τα τζοβαϊρικά. 

Από τον Θεό τραβιέται ο άνθρωπος όπως ο καρχαρίας από το αίμα,

λέει ο Οδυσσέας Ελύτης και μοιάζει να τονίζει τη σημασία της φυσικής ενστικτώδους έλξης, της επιθυμίας που αναδεικνύεται υπέρτερη πάσης λογικής δύναμης.  Η  επιθυμία δηλαδή, ως ενστικτώδης έλξη, από τη μύτη σε τραβάει είτε ως μόδα είτε ως φιλοδοξία να είσαι για λίγο γυφτοπρίγκιπας, όπως οι Αφρικανοί βασιλιάδες με δαχτυλίδια και περιδέραια δέκα οκάδες. Κι από την άλλη, οι λαμπεροί αστέρες του σινεμά που με μονόπετρα υπόσχονται το «για πάντα μαζί», το οποίο θα διαρκέσει δυο-τρία φεγγάρια, μέχρι να έρθει νέος έρωτας  γυαλιστερότερος, αυταπατότατος για να καταδείξει το  δικό του «για πάντα», τη δική του την ευκαιριακή ερωτική μικροαιωνιότητα και να επιβεβαιώσει την αδυναμία της ισχύος του ρητού :  Η επανάληψη μήτηρ πάσης μαθήσεως,  που έλεγαν οι πρόγονοί μας, αλλά εμείς είμαστε στην εξαίρεση μέχρι να μας καταπιεί ο κανόνας. 

Η ιστορία των δαχτυλιδιών δεν έχει τέλος. Υπάρχει κι άλλος αρχαίος μύθος, πλατωνικός αυτή τη φορά, και αφορά το δαχτυλίδι του Γύγη, το οποίο έκανε αόρατον όποιον το   φορούσε. Αυτό κι αν είναι θαύμα. Ο Ζορρό  φορούσε μια μπέρτα και μια μάσκα και εξαφανιζόταν ως «έτσι» για να εμφανιστεί ως «αλλιώς». Ο Γύγης όμως; Η  περίπτωση αυτή ενέπνευσε πολλούς, πάρα πολλούς δημιουργούς,  οι οποίοι κατέθεσαν στο παγκόσμιο καλλιτεχνικό θησαυροφυλάκιο έργα όπως το  Δαχτυλίδι των Νιμπελούγκεν του Ρίχαρντ Βάγκνερ,   όποιος το κατέχει, κατέχει και την απόλυτη εξουσία, κάτι σαν το χρυσόμαλλο δέρας, να πούμε, αλλά την ερμηνεία του δαχτυλιδιού άλλος την συσχέτισε με τα οικονομικά συμφραζόμενα της εποχής του (George Bernard. Shaw The Perfect Wagnerite. New York: Dover Publications, 1966), άλλος με τα ψυχολογικά ανάλογα  (Robert Donington,. Wagner’s ‘Ring’ and Its Symbols: The Music and the Myth. London: Faber and Faber, 1974)» κι άλλοι, αλλού, άλλα, βιβλία και ταινίες το βάθος των οποίων λάμπει προκλητικά το δαχτυλίδι.

Λέμε για τους πολιτικούς κυρίως ότι ο Χ. έδωσε το δαχτυλίδι στον Ψ. εννοώντας ότι τον έχρισε διάδοχο. Το δαχτυλίδι λοιπόν είναι σύμβολο της συνέχειας, δεσμού ακατάλυτου, όπως το δαχτυλίδι του γάμου, όχι το μονόπετρο που λέγαμε πιο πάνω, αλλά η βέρα στο δάχτυλο είναι που μένει εκεί για πάντα. Να θυμίσω ότι στον μύθο του Πρωτομάστορα που προέρχεται από την παραλογή Του γιοφυριού της Άρτας, η πρόφαση για να κατεβεί η όμορφη γυναίκα του Πρωτομάστορα στη μεγάλη καμάρα του γιοφυριού που με τίποτα δεν στέριωνε, γιατί απαιτούσε την ανθρώπινη θυσία, ήταν το δαχτυλίδι. Κι εκείνη πρόθυμη κατέβηκε να βρει το δαχτυλίδι, τον θάνατό της, δηλαδή. Ο μύθος μοιάζει απλός, αλλά η ουσία του ιερού δεσμού του ζευγαριού λάμπει στα βάθη του. Το δαχτυλίδι δεν είναι απλώς ένα κόσμημα.

Κι ενώ ετοιμαζόμουνα να κλείσω αυτή την μικρή περιήγηση  στα δαχτυλίδια, να που ο φίλος Κωνσταντίνος Μπούρας δημοσίευσε ένα πολύ ενδιαφέρον κείμενο, μια μυθιστορηματική αλήθεια,  που αφορά ένα δαχτυλίδι «με σκαλιστή πέτρα  (δίχρωμος τουρμαλίνης) που παρίστανε ένα κρανίο ιερέα των Μάγια (πράσινος από την μύτη και κάτω, άσπρος από τα μάτια και πάνω – σαν ανάποδος Ζορρό μού φαινόταν)», λέει.

«Το αγόρασα υπό μυθιστορηματικές συνθήκες σε ένα χωριό του Μεξικού φημισμένο για τους φόνους τουριστών»,  «σε μια εξωπλανητική χώρα το μακρινό εκείνο 1998». Αντιγράφω κατά λέξη: «Μπήκα σε ένα ενεχυροδανειστήριο κι είδα έναν ταλαιπωρημένο γεράκο να βγαίνει. Ήταν σχεδόν τυφλός, όμως με αντιλήφθηκε. Σταμάτησε και μου έβαλε το πολύτιμο δαχτυλίδι στο χέρι. Μετά μού έκλεισε την χούφτα…» (Τειρεσίας;). Η συνέχεια είναι θαυμαστή όπως και στον Ηρόδοτο: «Μόλις έσβηνες το φως και σκοτείνιαζε το δωμάτιο το δαχτυλίδι ακτινοβολούσε περίεργα ιδεογράμματα στο ταβάνι και στους τοίχους γύρω. Το φόρεσα ακριβώς τέσσερα χρόνια κι όλα πήγαιναν περίφημα. Μεταπτυχιακό στη Σορβόννη, δύο βιβλία στο Παρίσι, αγάπες, έρωτες, ταξίδια, Αφθονία υλικών και ψυχικών αγαθών. Όταν όμως “σε ζηλέψουν οι θεοί” το τέλος σου είναι μοιραία δυσοίωνο […]. Το καλοκαίρι τού 2001, μετά από μια επεισοδιακή παράσταση έργου μου στο Παλαιό Πανεπιστήμιο στην Πλάκα, μέθυσα (με μεθύσανε) κι όταν συνήλθα το δαχτυλίδι άφαντο. Από τότε έκοψα και το κρασί και τους έρωτες». Το αφήγημα δεν τελειώνει εδώ, αλλά το αφήνω στην προσωπική αναζήτηση του αναγνώστη (ηλεκτρ. Περιοδικό Περί ου, 2- 6-22). Εκείνο που  έχει όμως σημασία είναι η μαγική του δύναμη, η οποία έστω και από μακριά συντρέχει τον, έστω για λίγο, κτήτορά του. Ίσως ο μύθος (;) να σημαίνει πως το δαχτυλίδι ταξιδεύει σε άλλο χέρι για να φέρει και αλλού την επιτυχία. Ίσως, η καλή τύχη επιβάλει την διακοπή της, ως μέσο αυτοσυντήρησης, για να μην διαπραχθεί η ύβρις και η άνω και κάτω οδός του Ηρακλείτου να βρίσκει πάντα το επανερχόμενο κυκλικά νόημά της.

Εν πάση περιπτώσει, εμείς μπορούμε να διαβάσουμε τον Πρωτομάστορα   του Νίκου Καζαντζάκη και να ακούσουμε την όπερα του Μανώλη Καλομοίρη. Οίκοθεν, εννοούνται, Το κορίτσι με το δαχτυλίδι του Μάλερ, το δαχτυλίδι των Νιμπελούγκεν του Βάγκνερ, το «μου ’φαγες όλα τα δαχτυλίδια» του Γιώργου Μητσάκη. Εγώ, όμως,  θα νοσταλγώ πάντα εκείνο το φτωχό δαχτυλίδι της σκλάβας Εσθήρ που το φόρεσε στο δάχτυλό του ο Μπεν Χουρ –Τσάρλτον Ήστον- για να της δείξει πως εκείνος θα είναι σκλάβος της για πάντα.  Αθεράπευτα ρομαντική!

 

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.