Loading...
ΒιβλιοπαρουσιάσειςΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ

Βασίλης Δ. Παπαβασιλείου: Ελένη Παπανδρέου, Επτά και μισή λύπη, Εκδόσεις Ιωλκός

«Η ζωή αλλάζει δίχως να κοιτάζει τη δική σου μελαγχολία.»

 

Κάθε βουλητικό ενέργημα, λέει ο Αρθούρος Σοπενχάουερ, πηγάζει απ’ την ανάγκη, επομένως από στέρηση, επομένως από πόνο[…] κι ακόμα, η επιθυμία διαρκεί πολύ, ενώ η πλήρωση είναι σύντομη, λειψή και μάλλον φαινομενική.

Η Ελένη Παπανδρέου στην τρίτη ποιητική της απόπειρα, δανείζεται τα μάτια, τη σκέψη και το συναίσθημα όλων των απλών ανθρώπων «…αφού είμαι όλοι οι άνθρωποι, όλα τα τοπία» [σελ55] προσπαθώντας να ξορκίσει το κυρίαρχο, τη ΛΥΠΗ.

ΚΑΘΕ ΠΡΩΙ ακολουθεί τα πρώτα τους βήματα που, εκόντα άκοντα, στην ασφάλεια ακόμη και θαλπωρή του καταφυγίου, προσπαθούν ν’ αφήσουν πίσω τη μελαγχολία στην πρόκληση της νέας μέρας, στο νέο φως :

«για λίγο το δωμάτιο γίνεται ένας μικρός ωκεανός/ και το φως στις γρίλιες/ οι φυλλωσιές απ’ τα νησιά μας.»

Απ’ τη πρώτη στιγμή το βιαστικό πρωινό την τραβάει απ’ το ρούχο μακριά απ’ τον ωφέλιμο, τον ερωτικό χρόνο, [σελ.9,10] την ντύνει με το πουκάμισο της ‘’άλλης’’ ζωής πριν αφήσει το σπίτι, το κέντρο του ψυχικού μας κόσμου.

Έχουμε όλοι δύο ζωές, λέει ο Φερνάντο Πεσσόα, την πραγματική, αυτή που ονειρευόμαστε στη παιδική μας ηλικία, αυτή που συνεχίζουμε να ονειρευόμαστε μεγάλοι στο βάθος της ομίχλης και την ψεύτικη, αυτή που ζούμε στις συναλλαγές μας με τους άλλους, την πρακτική, την χρήσιμη. Στην πρώτη, την πραγματική, δεν υπάρχουν φέρετρα, θάνατοι, μόνο εικόνες των παιδικών μας χρόνων.

Ο ήχος του κλειδιού που γυρνάει στη πόρτα, ξυπνάει μια τρεμάμενη ελπίδα και ο φόβος, χωρίς την ατρόμητη αλκή να τον ευτελίζει, σαν αεικίνητη ίριδα χρωματίζει και ξεβάφει τις ώρες πίσω απ’ τα κλειστά βλέφαρα.[σελ.12,13]ΕΠΤΑ ΚΑΙ ΜΙΣΗ το καθημερινό ραντεβού με τη ΛΥΠΗ, φορώντας το σκληρό προσωπείο αποχαιρετά την αθωότητα.Το λεπίδι της ΑΣΦΥΞΙΑΣ του πλήθους τεμαχίζει την ημέρα, μοναχικοί καπνιστές σωρεύουν φόβο, αποτσίγαρα κι απόγνωση στους σταθμούς· στην άλλη αποβάθρα ξένη, οικεία και απρόσιτη η περασμένη μας ζωή. [σελ20]

Τα πορτοκάλια που γλιστρούν αδειάζοντας τον σάκο [σελ.14] είναι ο χαμένος στην καθημερινότητα χρόνος και μαζί μ’ αυτόν η χαμένη ζωή. Η μνήμη της όσφρησης επαναφέρει για λίγο αγαπημένες στιγμές:

«Ο δρόμος μύριζε πορτοκάλια/ που γλιστρούσαν από ένα σάκο ανοιχτό.»

Βιαστικός ο έρωτας δεν στέκει ποτέ κι όμως είναι πάντα ένα βήμα πίσω από μια παρατεταμένη ευτυχία:

«…μια πιεσμένη ώρα/ που ταξιδεύει ακυβέρνητη σε φλογισμένα μέλη.» [σελ.15]

Ανήμποροι θεατές, κοιτούν πίσω απ’ το τζάμι ‘’τη ζωή των ‘αλλων’’[σελ.21] με το carpe diem του Οράτιου να τριβελίζει το μυαλό και κάθε φορά που τα μάτια κλείνουν, [22] απινιδωτής η θύμηση του έρωτα επαναφέρει έναν ελλειπτικό σφυγμό. Όποιος ξεχνάει χάνεται, ραγίζει όποιος θυμάται, σημειώνει ο Ναζίμ Χικμέτ.

Ένα ΟΜΟΡΦΟ μικρό αγόρι, [σελ.23]κάτω απ’ τις προστατευτικές φτερούγες του πατέρα του είναι η νοσταλγική, προγονική μνήμη που δε μας εγκαταλείπει ποτέ:

«ΟΜΟΡΦΟ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ένα αγόρι.

Σαν επιστροφή σε λησμονημένο τραγούδι.

Ένα σύννεφο είναι ο πατέρας του·

στοιβάζει γέλια και χαρές

στα μεγάλα του χέρια

να διώξει τη σκουριά της πόλης.»

Οι επιρρεπείς του ονείρου, αφήνονται με εμπιστοσύνη στο πρώτο περαστικό σύννεφο μουρμουρίζοντας παλιά παιδικά τραγούδια, επισημαίνει ο Κώστας Παπαγεωργίου.

Πίσω απ’ το τσιμεντένιο τοίχος των ρούχων, κρύβονται γυμνές, ερμητικά κλειστές οι ψυχές. Καθένας μοναχός ονειρεύεται και δεν ακούει τον βραχνά του άλλου, μας λέει ο Σεφέρης.[25]

Στο ποίημα ΚΑΙ ΣΗΜΕΡΑ, [26]μέσα απ’ τις φωτεινές χαραμάδες της θύμησης, νοιώθεις κατάσαρκα τη θαλπωρή των αχτίδων που εκπέμπουν τα μαθητικά σκιρτήματα λούζοντας σκουρόχρωμους δρόμους, κατώφλια κι άδεια σκαλοπάτια. Υπάρχει μια ρωγμή σε όλα. Από εκεί είναι που μπαίνει το φως, λέει ο Λ. Κοέν.

Η πλήξη είναι μια ασάλευτη προσμονή σε σώμα δανεικό που διανύει το αόρατο παρόν, η μονοτονία μιας ανούσιας κι ανήλιαγης επανάληψης. Η ζωή μικραίνει, απομένει κουκκίδα ακίνητη ενώ στροβιλίζονται γύρω της, οι ώρες, οι μέρες, και τα χρόνια.[27,29] Κατά τον Γιώργο Βέη η ανία είναι ο ιός του πνεύματος.

Εχθρός της πλήξης ο έρωτας, ένας κατάλευκος  γλάρος, με τα μαγικά φτερά του μετατρέπει την σκοτεινή αίθουσα σε απέραντο ωκεανό.Η αγάπη δεν έχει κουλτούρα, δεν έχει φυλή, δεν έχει σύνορα, σαν την αντανάκλαση της σελήνης σε μια ήσυχη λίμνη.[σελ.28] Η αγάπη είναι απλή, όπως τα φύλλα που στο δένδρο μεγαλώνουν, παρατηρεί ο Γουίλιαμ Μπάτλερ Γέητς.

«ΚΑΠΟΙΟΣ ΠΑΛΕΥΕΙ /να γεμίσει την ώρα με λέξεις/να μη νοιώθει σαν βράχος δίχως

θάλασσα./ Δεν έχει τίποτα δικό του να πει./Θαρρείς και παίζει μια μουσική κλεμμένη.»

[ΣΕΛ.30] Η μοναξιά [σαν βράχος δίχως θάλασσα] προσπαθεί να γιατρευτεί με υποκατάστατες στιγμές ξένης ευτυχίας [θαρρείς και παίζει μια μουσική κλεμμένη.]

«ΤΕΛΟΣ/ μαζεύει τις σημειώσεις του/ με την επιμονή μιας προσευχής/που κάθε μέρα

κάποιος ψιθυρίζει/με την πίστη της συνήθειας»[σελ.34]:

Η οδύνη του ποιητή που την προσδιορίζει, την αγγίζει σχεδόν, ανίσχυρος να την κρατήσει στα χέρια του:

«…μετά μονοτονία η αγαπημένη/ συνήθεια η λατρεμένη/ κενό το απόλυτο.»

Λέει ο Βιτγκενστάιν: Κάθε μεγάλη τέχνη κλείνει μέσα της ένα ΑΓΡΙΟ θηρίο: Εξημερωμένο.

Ένα σιδερωμένο πουκάμισο, μια ζεστή καλημέρα, ένα φευγαλέο χάδι· μικρές, βιαστικές κι ανύποπτες στιγμές μπορούν ν’ απαλύνουν την ΟΔΥΝΗ των νεκρών λεπτών, αυτές είναι η πατρίδα της ευτυχίας μας.[31]

Αλλά η ΛΥΠΗ καιροφυλακτεί:

« ΔΕΝ ΕΧΩ ΤΙΠΟΤΑ να δώσω./ Μονάχα λύπη/ που δε μπορώ να σώσω αυτή τη μέρα

Πάντα το επείγον του ‘’αδράξτε τη μέρα’’ βασανίζει το μυαλό. [31]

Η φωνή του ερωδιού που βγαίνει απ’ το στόμα της γυναίκας [σελ.42] μπορεί να είναι η χαμένη αθωότητα, η νοσταλγία του βλέμματος εκείνου που όλα τα χωρεί χωρίς να τα χορταίνει· το ασκίαστο παιδικό θάμπος με τη μεγεθυντική του φαντασία μπροστά στο πανόραμα του κόσμου.

Η γλυκιά ανάμνηση χαρίζει ΑΟΡΑΤΑ ΧΑΜΟΓΕΛΑ· για μια στιγμή, οι κάφτρες των τσιγάρων γίνονται πεφταστέρια που φωτίζουν το ημίφως μιας πόρνης πόλης.[44,46]

Ένα ΠΟΤΑΜΙ η ζωή, παρασύρει πέτρες και λάσπη κατασκεπάζοντας τα δένδρα που μας μεγάλωσαν, τα βρώμικα νερά του ακόμα καθρεφτίζουν θαμπά τις ρίζες της ανέμελης ανάμνησης, στο νοσταλγικό κλάμα ενός ακορντεόν. Η επώδυνη συνειδητοποίηση της λήθης του ονείρου.[50]

Σαν αστρικό ελάφι η παιδική ΚΑΡΔΙΑ, ακόμη ελεύθερη, ακόμη ζωντανή, μετρά διαρκώς με αγωνία την αυξανόμενη απόσταση από το σάρκινο σώμα.[53]

Στη ΣΙΩΠΗ των σφιγμένων χεριών, στη σιωπή της ανάσας πριν το τσιγάρο, η μνήμη ανα-σχηματίζει τη λίμνη του Έρωτα που κολυμπήσαμε, υπό τον τρομακτικό, μπάσο κρότο των δευτερολεπτοδεικτών.[54]

Τα άφθαρτα ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ μας [58]είναι τα σπίτια μας, λέει η Ελένη Παπανδρέου, οι έρημές τους νότες ανακινούν αγαπημένες λέξεις, ξεχασμένα συναισθήματα κι αυτά το δάκρυ του χαμού:  «…μέσα κατοικούσαν απώλειες…»

Αναθυμάται με θλίψη [65] η ποιήτρια κι επανασυνδέεται με το όνειρο, την απόχη των στιγμών:

«ΕΜΕΙΣ ΠΟΥ ΖΗΣΑΜΕ άμετρα

σε χρόνους απρόσμενους

κάτι παλιό κρατήσαμε.

Την ιστορία μας σκάλισε

σε σώματα διάφανα

με γράμματα εκτυφλωτικά

της γνώσης που χάσαμε

στο δρόμο για ένα τρένο.»[66]

Για τους Κινέζους, λέει η Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ, το μέλλον βρίσκεται πίσω μας. Όπως όταν ταξιδεύεις και κάθεσαι πλάτη πλάτη με τον οδηγό. Το παρελθόν, ο δρόμος που διάνυσες είναι το μόνο που έχεις μπροστά σου. Ποτέ δε θα είμαστε πλάι στη ζωή ή μαζί της. Η πλάτη μας μόνο θα ζεσταίνεται για λίγο, όσο να φθάσουμε.

Ο βίος που δε βρίσκει τρόπο να υπάρξει μέσα στην απαρέγκλιτη φύση, όπως παραδείγματος χάρη ένα δάσος, ένα νησί, ένα ποτάμι, κινδυνεύει να χάσει γρήγορα την ακτινοβολία του· δίχως εντατική οργανική ζωή, δίχως εσωτερικό, συμβολικό βίο, σιγά σιγά αδρανεί και καταλήγει ακίνητος, σιωπηλός κι ανέκφραστος.

Με τις πολύπλοκες και τολμηρές κινήσεις της φαντασίας, η Ελένη Παπανδέου παράλληλα με το εικονοπλαστικό της όραμα, αναπτύσσει ένα νέο αίσθημα ποιητικού λόγου. Μεγεθυντικός φακός οι λέξεις της μεγαλώνουν την πολύ σύντομη αγάπη, την πολύ σύντομη ζωή. Η ποίησή της απηχεί τη φωνή, τη δύναμη και τα πάθη του σύγχρονου ανθρώπου, αποτέλεσμα εσωτερικής λειτουργίας και συστηματικής ανασκαφής του έσω κόσμου, με σκοπό την ανεύρεση κι ανάλυση των δύο πολύτιμων μετάλλων:  Της αγάπης και της οδύνης. Εξήντα ιχνογραφίες με σπάνιες αλλά έντονες εξαιρέσεις χρωμάτων· οι εικόνες με δεξιοτεχνία συντεθειμένες, προσανατολίζονται σε καθαρά ψυχικά τοπία, με ανεξίτηλο το αποτύπωμα της μελαγχολίας που κατακάθεται μέσα μας, από τη ροή του καιρού. Προσδιορίζει έτσι με χοντρές μαύρες μολυβιές το χάος που δημιουργεί η ολίσθηση στη λογική του υπολοίπου και η μονότονη καθημερινότητα, ενώ με τις σκόρπιες χρωματιστές επανασυνθέτει τα συντρίμμια.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.