Loading...
ΒιβλιοπαρουσιάσειςΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ

Γιώργος Ρούσκας: Χρύσα Νικολάκη: ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ – «Η ορθόδοξη παράδοση στην Ποίησή του», εκδόσεις Δρόμων, 2020

Κριτική προσέγγιση

 

 

Πολλές φορές όταν κρατάς στα χέρια σου κάτι που θεωρείς πολύτιμο, νιώθεις χαρά μαζί με τιμή και ευθύνη. Κάποιες φορές θέλεις απλά να το βλέπεις, διστάζεις να το αγγίξεις. Άλλες πάλι, τα δάχτυλά φλέγονται να το ψηλαφίσουν. Από τη στιγμή που υπάρχει, σου παρέχεται αυτή η δυνατότητα. Αποφασίζεις το τι θα πράξεις, ανάλογα και με το βάθος στο οποίο μπόρεσε να καταδυθεί το είναι σου.

Όταν ένα ποιητικό έργο έχει αποκρυσταλλωθεί μέσα σου ως πολύτιμο, συμβαίνει το ίδιο. Από τη στιγμή δε που η αίσθηση τούτη είναι κοινή για την πλειονότητα των συνοδοιπόρων σου, η πρόκληση είναι μεγαλύτερη.

Αυτό συμβαίνει και με το τεράστιο μέγεθος του Ρίτσου.

Ιερό τέρας της Γραφής. Άπαξ και το έργο του εκδόθηκε όμως, δίνει τη δυνατότητα να το ψηλαφίσει ο κάθε ένας, αδιακρίτως, ανεξάρτητα από το αν έχει χέρια επιδέξια, λεπτά, χοντροκομμένα ή βέβηλα. Αποκαλύπτονται τότε τόσο πολλές πτυχές, που δεν ξέρεις σε ποια να πρωτοσταθείς.

Ενδεικτικά:

Το τοπίο και ο άνθρωπος. Η μνήμη ως θεμελιωτής του παρόντος. Η θέση και η σημασία των αντικειμένων. Ο συμβολισμός τους. Η μεταμόρφωσή τους σε υποκείμενα. Η θέση, η παρουσία και η αντίληψη της γυναίκας. Ο ρόλος της λεπτομερούς σκηνογραφίας. Η ατμοσφαιρική απεύθυνση στο θυμικό.

 

Ένα από τα ζητήματα που έχουν από χρόνια εντοπιστεί και για τη διερέυνησή τους έχουν κάμποσες χιλιάδες λέξεων γραφεί, είναι το Θείο στα ποιήματά του. Το βιβλίο της Χρύσας Νικολάκη «Η ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΣΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ» ασχολείται με έναν συγκεκριμένο τομέα, ερευνώντας το πόσο έχει επηρεάσει η ορθόδοξη παράδοση τον ποιητικό του λόγο και πόσο ενυπάρχει σε αυτόν, πώς ανιχνεύεται, πώς λάμπει ή άλλες φορές υποφώσκει, σε σχέση βέβαια με την εποχή και το γενικότερο κοινωνικο-πολιτικο-πολιτισμικό κλίμα. Πόσο ευσταθούν οι θεωρίες για το αν ήταν χριστιανός –όχι μόνο στην ταυτότητα αλλά κατ’ ουσίαν–, πανθεϊστής, στρατευμένος, υπαρξιακός, εθνικός ή οικουμενικός.

 

Σαφώς και την Ποίηση δεν την ενδιαφέρει αν ο γεννήτοράς της, ο ποιητής, πίστευε και πού ή όχι. Η Ποίηση στέκεται ατόφια με την αξία της υπεράνω του ανθρώπου που της έδωσε λεκτική υπόσταση, γιατί από τη στιγμή που δημοσιοποιήθηκε δεν ανήκει σε εκείνον, αλλά σε όλους, αποτελώντας κοινό αγαθό. Τον ιστορικό ή τον θεωρητικό –σε επιστημονικό επίπεδο– και τον κριτικό λογοτεχνίας όμως σε επίπεδο κατανόησης, διείσδυσης, πρόσληψης, ενδιαφέρει κάθε τι που ενδεχομένως καθόρισε ή επηρέασε τη ζωή του ποιητή και υπογείως, επιγείως ή εναερίως πέρασε στον λόγο του: από την οικογενειακή του κατάσταση, την πίστη του στο Θεό, τις πολιτικές ή ακόμη και τις κομματικές του απόψεις, τις ιδιαιτερότητες, τις εμμονές, τις τυχόν ειδικές ανάγκες ή τις εξαρτήσεις, ή ο,τιδήποτε άλλο ήταν συνιστώσα της καθημερινότητάς του.

 

Σημασία έχει ότι ακόμα και αν δεν πίστευε, ο Ρίτσος ήταν περισσότερο χριστιανός από πολλούς κατ’ όνομα άλλους, αφού μέσα από τη γραφή του είναι πασίδηλη, αδιαμφισβήτητη και κυρίαρχη, η αγάπη του για τον πλησίον. Τι άλλο να ζητήσει κανείς; Έπονται η διακηρυγμένη πίστη του στην ταπεινότητα, ο πόθος του για ειρήνη, αδελφοσύνη, για δικαίωμα στην ελευθερία, το ψωμί και τη χαρά, όλα χριστιανικές αξίες – αρετές.

 

Το βιβλίο διαρθρώνεται σε τρεις ενότητες. Η πρώτη ανιχνεύει το πρόσωπο του Χριστού στην ποίηση και την πεζογραφία του Ρίτσου, η δεύτερη μέσα από τα αρχαιόθεμα ποιήματα της Τέταρτης Διάστασης το χριστιανικό, όσο και το αρχαιοελληνικό στοιχείο στο ποιητικό του έργο, και στην Τρίτη ενότητα εξετάζεται η οικουμενικότητα του ποιητή, οι αναφορές που τον θεωρούν εθνικιστή καθώς και το κατά πόσο η ποίησή του υπήρξε στρατευμένη και (ή) υπαρξιακή.          

 

Στο μικροσκόπιο μπαίνουν πολλά έργα του, μαζί με τις βιβλιογραφικές αναφορές σε αυτά. Εργασία δύσκολη δεδομένου και του τεράστιου όγκου

–παραγωγικότατος γαρ–, αλλά και της εκτεταμένης βιβλιογραφίας, η οποία προσδίδει ιδιαίτερο ενδιαφέρον στην όλη προσπάθεια, αφού συχνά ανευρίσκονται αντικρουόμενες απόψεις.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα το αφιέρωμα στον Ρίτσο στα Αιολικά Γράμματα, τον Μάρτη του 1976, όπου με εξαίρεση την κριτική του Τίμου Μαλάνου, οι κριτικές στο αφιέρωμα αυτό υπήρξαν αρνητικές, ακόμα και από τον σημαντικότερο κριτικογράφο της εποχής εκείνης, τον Ανδρέα Καραντώνη.  Μνημονεύω και την Αλεξάνδρα Αλαφούζου που έκανε την αρχή με την περίφημή της κριτική-κατηγορώ για το «Τρακτέρ», το 1934.

 

Τα έργα που χρησιμοποιήθηκαν ως κύρια βάση, είναι τα εξής:

Στο Χριστό, ποιητική συλλογή Τρακτέρ (1934)

Όταν έρχεται ο Ξένος (1935)

Ο λύχνος των φτωχών και ταπεινών (1935)

Επιτάφιος (1936,1956)

Μια πυγολαμπίδα φωτίζει τη νύχτα (1937)

Τραγούδι της αδελφής μου (1937)

Όνειρο καλοκαιρινού μεσημεριού (1938)

Εαρινή Συμφωνία (1938)

Μεγάλη Πέμπτη (1939)

Διέξοδος (1940)

Εμβατήριο του Ωκεανού (1940)

Ο σύντροφος μας Νίκος Ζαχαριάδης, (1945)

Η Κυρά των Αμπελιών (1945-47)

Ρωμιοσύνη (1945-47)

Πρωινό άστρο (1955)

Η σονάτα του σεληνόφωτος (1956)

Αποχαιρετισμός (1957)

Φιλοκτήτης (1965)

Ορέστης (1966)

Πέτρες (1968)

Ελένη (1970)

Ισμήνη (1972)

Γκραγκάντα (1972)

Δίψα στο Μυστρά (1974)

Καπνισμένο Τσουκάλι (1974)

Αντικαταστάσεις (1978)

Αίας (1978)

Εικονοστάσιο ανώνυμων Αγίων (1942-1985)

Επιλογικό (1988)

 

Όσο και αν υπάρχουν ιδιαιτερότητες στην πρόσληψη και στην ερμηνεία του συμβολισμού του Ρίτσου, όλοι οι μελετητές συμφωνούν για την ύπαρξή του. Το ίδιο συμβαίνει και με τον λυρισμό του, αφού το λυρικό στοιχείο είναι έκδηλο σε κάθε αναγνώστη.

 

Σε σχέση με την ύπαρξη θρησκευτικών συμβόλων, ονομάτων αγίων και εορτών στο έργο του, όχι μόνο δεν είμαι σίγουρος αν φανερώνουν μία ομολογία πίστης, αλλά θεωρώ ότι ως ενσωματωμένα στοιχεία του ελληνικού πολιτισμού, φανερώνουν τις αξίες της εποχής και τη γλωσσική–νοοτροπιακή–ιστορική συγκυρία, μέσα από τα βιώματα του Ποιητή. Αυτά άλλωστε αποτελούν τα σπάργανα μέσα στα οποία η Ποίηση γεννιέται.

 

Για την ορθόδοξη παράδοση στην ποίησή του, υπάρχουν πολλές απόψεις, όπως και για το αν πίστευε στον Χριστό ή αν ασπαζόταν τη διδασκαλία του και τις διακηρύξεις-αξίες της, χωρίς αναγκαστικά να πιστεύει.

 

Ο Ρίτσος, καταλήγουν αρκετοί σοβαροί μελετητές, είναι με τον Χριστό των φτωχών και ταπεινών και όχι με τον Χριστό του Ιερατείου, που διαστρέβλωσε τη διδασκαλία και τη θυσία του. Όπως λέει ο ίδιος, αρνείται να αγιάσει, γιατί θεωρεί ότι η άρνηση του ν’ αγιάσει είναι ίσως η μόνη φτωχή αγιοσύνη του.

 

Σχεδόν όλοι, μεταξύ των οποίων και εγώ, συμφωνούν στο ότι οι απλοί άνθρωποι στα μάτια του ποιητή είναι ιεροί. Αυτό περνάει και στους στίχους του:  

  • Η Άμυ Μιμς το επικυρώνει λέγοντας ότι ο Γιάννης Ρίτσος εξυψώνει τους λαϊκούς, απλούς ανθρώπους και ταυτόχρονα μυθοποιεί τον μικροαστικό λαϊκό χώρο.

  • Η Τζίνα Καλογήρου ολόσωστα διακρίνει ότι οι απλοί άνθρωποι… γίνονται «ανώνυμοι Άγιοι»… ενώ κάποιοι λαϊκοί μάγκες, εμφανίζονται φωτοστεφανωμένοι.

 

Η σε αρκετά σημεία εντοπισμένη άμεση ή έμμεση ταύτιση του Ποιητή με τον Χριστό, έχει προκαλέσει πολλές αντιδράσεις και ερμηνείες. Ακόμα και το φιλολογικό ψευδώνυμο «Ι. ΣΟΣΤΙΡ» που χρησιμοποιούσε ως νέος ποιητής, που παραπέμπει στην ονομασία του Χριστού «Σωτήρ», οπότε στο «Ίων ο Σωτήρ», ξένισε, αφού παραμερίστηκε η ευρηματικότητα της καρκινικής του μορφής: αν διαβαστεί ανάποδα, γίνεται το όνομά του: ΡΙΤΣΟΣ Ι.

Σε κάποιους αυτή η ταύτιση μπορεί να θεωρηθεί αυθάδεια ή βλασφημία. Κατά την Άμυ Μιμς, αποκαλύπτει τη βαθύτατη ταπεινοφροσύνη του.

Η ίδια θεωρεί ότι στο «Εικονοστάσιο ανώνυμων Αγίων» οι αναφορές του ποιητή στον Θεό… αναφέρονται στον χριστιανικό Θεό – όπως και οι αναφορές στην Παναγία. Βλέπει άλλη μια έμμεση αλλά και απροκάλυπτη ταύτιση του Ρίτσου με τον Χριστό αλλά αυτό δεν την εμποδίζει να διακρίνει και τις αντιπαραθέσεις του Θεού και του Χριστού, ακόμα και της Παναγίας, με άκρως αισθησιακές σκηνές.

 

Ο αρχιεπίσκοπος Αυστραλίας Στυλιανός αντίθετα τονίζει ότι κατ’ εκείνον ο Ρίτσος έχει βαθιά χριστιανική ορθόδοξη πίστη.

 

Ο Παντελής Πρεβελάκης θεωρεί ότι ο Ρίτσος στο ποίημα «Στο Χριστό» αμφι-σβητεί τη θεϊκή υπόσταση του Χριστού αλλά όχι την ηθική του φυσιογνωμία. Αυτός που είναι ένοχος είναι το ιερατείο.

Πιστεύει ότι ο Ρίτσος δεν αναφέρεται καθόλου στην Ανάσταση γιατί, για να τη συμπεριλάβει στη διδασκαλία του «Ξένου», έπρεπε πρώτα να πιστέψει ο ίδιος και να αναγεννηθεί.

 

Η Χρύσα Προκοπάκη αντίθετα, αναφέρει ότι η ταύτιση του Ρίτσου με τον Χριστό είναι καθαρή.

 

Για τον Χρήστο Αλεξίου, ο αγώνας του Ρίτσου να νικήσει τον εαυτό του δεν σχετίζεται με την πίστη του στο Χριστό, αλλά με τον υπαρξιακό του αγώνα στα σανατόρια ή στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, όπως και με τις τραγικές περιπέτειες του κοινωνικού του οράματος για μια κοινωνία ισότητας και κοινωνικής δικαιοσύνης.

Συμφωνεί με τον αρχιεπίσκοπο Στυλιανό και με τον Πρεβελάκη ότι η παρουσία του Χριστού και η επίδραση της διδασκαλίας του είναι έντονη στη διαμόρφωση της προσωπικότητάς του και της ποίησής του και στο ότι με τις παρατηρήσεις τους, κατορθώνουν να δείξουν πως στην ψυχή του Ρίτσου συνυπάρχουν αρμονικά ο Χριστός και ο Μάρξ.

 

Συμπληρώνω και τον Διόνυσο, φτιάχνοντας την τριάδα Διόνυσος, Χριστός, Μαρξ, όπως στο ποίημα «Μια πυγολαμπίδα φωτίζει τη νύχτα» (1937), δηλούται:

«Δε ρωτούσαμε “ο Χριστός ή ο Διόνυσος;” (όπως έγραφε

κάπου ένα βιβλίο, που το διαβάσαμε ύστερα από χρόνια,

με κάτι τόσα δα ψηφιά σαν πόδια ψύλλου).

Ο δικός μας Χριστός είχε περασμένα στ’ αυτιά του τσαμπιά

Σταφύλια.»

 

Σαν να μιλάει ο Σικελιανός.

 

Ο Αλεξίου θεωρεί ότι ο Ρίτσος δεν τον αρνείται τον Χριστό, αλλά αντίθετα απευθύνεται σε αυτόν με πόνο, εξαιτίας της διαστρέβλωσης που έχει υποστεί η διδασκαλία Του από την Εκκλησία και το κράτος.

 

Το θέμα του πανθεϊσμού στην Ποίηση του Ρίτσου, νομίζω ότι άνοιξε πρώτος ο Τάσος Λειβαδίτης –ορθά αναφέρεται στο ζήτημα η Χρύσα Νικολάκη–, ο οποίος σχολιάζοντας το έργο «Μαρτυρίες» είπε ότι πρόκειται για έναν ανθρώπινο πανθεϊσμό, που ξεκινά από την αποατομίκευση και την καθολικοποίηση του «προσωπικού».

 

Κατά την (εύστοχη κατ’ εμέ) άποψη του Παναγιώτη. Δ. Μαστροδημήτρη, στον πανθεϊσμό αυτό μπορούμε να συγκαταλέξουμε και άλλα δυο ποιήματα, το Κυρά των Αμπελιών  και τη Ρωμιο-σύνη, όπου:

  • Η σύνδεση προσώπων από την ελληνική αρχαιότητα ως τις μέρες μας συγκεφαλαιώνει ολόκληρη την ιστορική πορεία του Ελληνισμού

  • Ο Οδυσσέας ανταμώνει με τον Μεγαλέξανδρο, τους βυζαντινούς Αγίους, τους Ακρίτες, τους κλέφτες και τους αντάρτες.

  • Η Ελλάδα, άλλες φορές ως Παναγιά, άλλες σαν Θεά Δήμητρα, σαν Αρετούσα και κάποιες άλλες σολωμικές γυναικείες μορφές, δείχνει την προσπάθεια του ποιητή να εντάξει το αγωνιστικό παρελθόν στο αγωνιστικό παρόν.

 

Απόψεις με τις οποίες διαφωνεί και με τη δικιά του επιχειρηματολογία αντικρούει ο Αρχιεπίσκοπος Αυστραλίας Στυλιανός, ο οποίος υποστηρίζει ότι ο Ρίτσος είναι βαθύτατα και γνήσια ορθόδοξος.

 

Θα μείνω στην άποψη του Γ. Π. Σαββίδη (εφημερίδα Το Βήμα,1975), με την οποία συντάσσομαι:

«Απέδειξε, επίσης, ότι η ποιητική πράξη μπορεί να λάβει τα χαρακτηριστικά μιας υπαρκτικής καθολικότητας, υπερβαίνοντας τις ιδεολογικές προϋποθέσεις που συνοδεύουν το ποιητικό υποκείμενο».

 

Για το αν είναι στρατευμένος, εθνικός, κομματικός, οικουμενικός, υπαρξιακός, σχεδόν όλοι συμφωνούν(–με) ότι στο έργο του:

  • υπάρχουν άφθονα σύμβολα της πατρίδας και της πίστης

  • λάμπουν η αγάπη, η ελπίδα, η δικαιοσύνη

  • στροβιλίζονται ισχυρές πνοές υπερβατικού

  • συχνά ποτίζει το χαρτί ο λυρισμός

 

και από εκεί και μετά καθένας έχει τη δικιά του θεώρηση, όπως ενδεικτικά ο Μάρκος Αυγέρης, ο Τάκης Σινόπουλος, η Νόρα Αναγνωστάκη, η Αλεξάνδρα Ζερβού, ο Κώστας Μιχαηλίδης. Περιληπτικά εκτίθενται στο βιβλίο.

 

Το ποιητικό έργο του Ρίτσου απλώνεται σε χιλιάδες στίχους. Αναμενόμενο να έχουν γραφεί εκατοντάδες σελίδες κριτικής αποτίμησης, με διαφορετικές απόψεις.

 

Ο Παλαμάς ανύψωσε τον Ρίτσο, αφιερώνοντάς του στο γνωστό τετράστιχο τον στίχο «να παραμερίσουμε για να περάσεις».

Ο Μανώλης Αναγνωστάκης τον θεωρεί κύριο υπεύθυνο μιας ποίησης μεγαλόστομης και επικαιρικής. Τον υπερασπίζεται όμως στο έργο του «Ο ποιητής Μανούσος Φάσσης».

Ο Πάνος Θασίτης θεωρεί ότι είναι ένας δυνατός ποιητής χωρίς να ξεχνά τον «αρνητικό θρύλο» της ποίησής του.

Ο Τίτος Πατρίκιος ήταν αντιρρητικός προς τον Ρίτσο. Προσφάτως τον τιμά.

Ακόμα και ο Ντίνος Χριστιανόπουλος εκτιμούσε μια πτυχή της ποίησής του.  

Ο Νίκος Φωκάς, ασκεί μια ιδιαίτερα αρνητική κριτική στο συνολικό έργο του Ρίτσου ενώ ο Γιώργος Αράγης τον αντικρούει δυναμικά.

Ο Δημήτρης Νικορέντζος του καταλογίζει δυο αμαρτήματα (πολυγραφία, πολιτικοποίηση) τον θεωρεί όμως «μεγάλο».

 

Για μία καλή γεύση των ποικίλων απόψεων για το έργο του, δεν έχει κανείς παρά να ανατρέξει στη διαμάχη που είχε ξεσπάσει μέσα από θύελλα κριτικών το 1985 όταν εκδόθηκε το «Εικονοστάσιο ανώνυμων Αγίων».  

Όταν για ένα έργο γράφονται τόσα πολλά, θετικά και αρνητικά, αυτό σημαίνει ότι η Ποίηση δουλεύει. Δικαιούται κεφαλαίο το Πι.

 

Εν κατακλείδι: Ασχέτως με το αν πίστευε ή όχι, σαφέστατα υπάρχουν ενεργά στοιχεία ορθόδοξης παράδοσης στην Ποίηση του, αφού μέσα στην ισχυρή ορθόδοξη παράδοση της εποχής του γεννήθηκε, ζυμώθηκε, ανδρώθηκε, έγραψε.

Η Χρύσα Νικολάκη, ανασυνθέτει με μαεστρία το ψηφιδωτό τους, μέσα από ψηφίδες απόψεων κριτικών, μελετητών, ομοτέχνων, φιλολόγων, θαυμαστών.

 

Όποιον χαρακτηρισμό ή ταμπέλα και αν του προσδώσει κάποιος, δεν παύει να είναι σπουδαίος, τρανός, από τους σημαντικότερους Ποιητές μας.

 

Αν έχει νόημα η συγγραφή βιβλίου για το ζήτημα τούτο; Αν έχει νόημα τούτη η κριτική ματιά; Αν έχει νόημα η ενασχόλησή μας με την Ποίηση εν μέσω covid-19;  

Ο Ρίτσος, απαντά: 

 

 

Ἡ ἀράχνη

 

Κάποτε, μιὰ τυχαία κι ἐντελῶς ἀσήμαντη λέξη

προσδίδει μιὰ ἀπροσδόκητη σημασία στὸ ποίημα,

ὅπως π.χ. στὸ ἐγκαταλειμμένο ὑπόγειο, ὅπου

κανεὶς δὲν κατεβαίνει ἀπὸ καιρό, τὸ μεγάλο, ἄδειο κιοῦπι.

στὸ σκοτεινό του χεῖλος περπατάει χωρὶς νόημα μιὰ ἀράχνη,

(χωρὶς νόημα γιὰ σένα, μὰ ἴσως ὄχι γιὰ κείνην). 

 

(Ποιήματα 1958-1967, τόμ. Θ´, ἔκδ. Κέδρος,1989, σ. 216).

 

 

 

Γιώργος Ρούσκας, Δεκ. 2021

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.