Loading...
ΒιβλιοπαρουσιάσειςΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ

Δάφνη Μαρία Γκυ-Βουβάλη: Ξαναδιαβάζοντας την ποιητική σύνθεση «Το ξυράφι του Όκαμ» του Αλέξιου Μάινα (εκδ. Μικρή Άρκτος)

  Είναι γεγονός ότι η ανάγνωση ενός βιβλίου άλλα δώρα προσφέρει προς τέρψιν την πρώτη φορά που επιχειρείται, άλλα τη δεύτερη, και άλλα πιθανώς μια τρίτη μεταγενέστερη. Ο ορίζοντας του αναγνώστη σιγά-σιγά διευρύνεται, και το βιβλίο, με τρόπο θα ’λεγε κανείς μαγικό, δεν παύει να τον εκπλήσσει όλο και περισσότερο με τις καινούργιες πλευρές που του παρουσιάζει κάθε φορά, προσφέροντάς του ανείπωτη χαρά.

            Ο λόγος βέβαια γίνεται για αξιόλογα βιβλία, όπως «Το ξυράφι του Όκαμ» του Αλέξιου Μάινα, ο οποίος καταλαμβάνει ήδη αναγνωρισμένη θέση ανάμεσα στους σύγχρονους Έλληνες ποιητές του 21ου αιώνα.    

            Ο τίτλος του συγκεκριμένου ποιητικού βιβλίου του μάλιστα είναι εμβληματικός για το λογοτεχνικό γένος της ποίησης γενικότερα: το περίφημο «Ξυράφι του Όκαμ» είναι επιστημολογική αρχή που αποδίδεται στον Άγγλο σχολαστικό φιλόσοφο, φραγκισκανό μοναχό και θεολόγο του 14ου αιώνα Γουλιέλμο του Όκαμ, και η οποία ονομάζεται επίσης και «αρχή της οικονομίας». Πρόκειται ακριβώς για την αρχή που ασπάζονται όλοι οι ανά τον κόσμο εντρυφούντες στην ποίηση. 

            Και ο Αλέξιος Μάινας μόνο τυχαία δεν χρησιμοποιεί αυτόν τον τίτλο. Με λόγο λιτό, αλλά και μεστό συνάμα, χωρίς περιττά «ψιμύθια», και μέσα σε ένα πολυεπίπεδο πλαίσιο, τα ποιήματά του δεν χάνουν ούτε τη ζωντάνια τους, ούτε την περιγραφικότητα, ούτε τον πλούτο γλώσσας, θεμάτων και νοημάτων που μεταγγίζουν.

            Παρατήρηση πρώτη: Τα ποιήματα αποτελούν είτε μια συνεχή ροή συλλογισμών, είτε μια φαινομενολογική περιγραφή γεγονότων και εικόνων, οι οποίες συμπλέουν και συμπλέκονται με τους συλλογισμούς αυτούς, κατά τη διάρκεια ενός εικοσιτετραώρου της ζωής του ποιητή-αφηγητή, πάντα με τα νοήματά τους να εκφράζονται μέσω μιας «συμπυκνωμένης ανάλυσης», όσο αντιστικτικός κι αν είναι ο συγκεκριμένος όρος. Το βιβλίο βρίθει από οξυδερκείς αποφθεγματικές φράσεις.

            Παρατήρηση δεύτερη: Ο ποιητής-αφηγητής της σύνθεσης πραγματοποιεί –εμμέσως– διάλογο με τον αναγνώστη του, αναπτύσσοντας επιτυχώς το θεατρικό στοιχείο. Ο Μάινας, πιο σωστά: το ποιητικό εγώ σαν ηθοποιός, «παίζει» τον ρόλο του στη σκηνή. 

 

«Υποτίθεται πως πρέπει να κάνω μια εντυπωσιακή είσοδο» (μας λέει στο ποίημα με την προμετωπίδα «Ας κάνουμε πως είμαστε»), «αλλά μπαίνω και κάθομαι στην πολυθρόνα./ Αφηγητής δεν είναι ο συγγραφέας, είναι η μούμια της γιαγιάς/ που θα ριχτεί στο τζάκι, είναι οι πετονιές/ στα χέρια των παιδιών».

 

Παρατήρηση τρίτη: Ο ποιητής περιδιαβάζει μεταξύ παρόντος και (πρόσφατου) παρελθόντος. Πραγματοποιεί μια παράλληλη καταγραφή τους, όπου το παρόν οριοθετείται από την καταγραφή της ώρας, και το παρελθόν από επεξηγηματικούς «τίτλους» ή ορθότερα προμετωπίδες, σε κάθε ποίημα, (οι προμετωπίδες είναι και γενικότερα, σε όλες τις δημοσιεύσεις, το σήμα κατατεθέν της ποίησης του Μάινα), όπως, στη λιτότερη εκδοχή τους: «Για χθες», ή «Προχθές βράδυ». Η περιγραφή μιας άλλης μέρας, που παρουσιάζεται παρέα με φίλους, εισάγεται σαν σφήνα στο παρόν, το οποίο είναι κατ’ αρχήν ο ορισμός, το περιεχόμενο και η υφή της ποιητικής τέχνης, της ποίησης, έτσι όπως την αντιλαμβάνεται εδώ ο Μάινας (η προσέγγισή του της ποίησης διαφέρει από βιβλίο σε βιβλίο), στη συνέχεια η εσωτερική διεργασία που επιτελείται μέχρι την έκφρασή της στο χαρτί, και τέλος η έμπνευση, και οι ίδιοι οι στίχοι που παράγονται απ’ αυτήν. Στίχοι που είναι ορισμοί και αφορισμοί, εξαγόμενοι από φιλοσοφικούς στοχασμούς γύρω από την ίδια τη συγγραφή, τη ζωή και τον έρωτα. 

Και τι είναι ποίηση για τον Μάινα ή τον εν λόγω αφηγητή του; Πάρα πολλά πράγματα, που περιγράφονται με πάρα πολλούς τρόπους.

 

«Γράφω δεν θα πει δημιουργώ

θα πει διαχειρίζομαι, επισημαίνω.

(Νεωτερισμοί και ανατροπές είναι έργα του αναγνώστη.)

Γράφω σημαίνει ξαναγράφω, ομολογώ τι διάβασα.

Χαρτογραφώ ένα μονοπάτι».

 

υποστηρίζει στο ποίημα «(07:12) Η πάλη της αντάρας με το σύθαμπο». Ενώ στο «(09:45) Η γραμματική ως φυσιολογία» συνεχίζει:

 

«Το μελάνι ρέει σε σβόλους σαν υδράργυρος.

Το βλέμμα ρίχνεται στο παράθυρο, καδράρει την ύπαρξη.

Ο ήλιος μοιράζεται παντού σαν φεϊγβολάν.

(Τίποτα πρωτόλειο, τίποτα λευκό.

Ό,τι και να πεις είναι τσιτάτο.)»

 

Άλλωστε, σύμφωνα με το ποίημα «(08:29) Ναυπηγεία μερικής νωχέλειας», η ποίηση είναι:

 

«Πιθανότητα Α’ (ψυχολογική):

Ένας εσωτερικός οίστρος που φτιάχνει τις αιτίες του

για να δικαιολογηθεί. (Να βλέπεις σημαίνει να προβάλλεις.)

 

«Πιθανότητα Β’ (γνωσιολογική):

Η ομορφιά ως εργαλείο πρόσληψης, ως δεκανίκι του υποκειμένου

κατά την έξοδό του στον κόσμο. (Ένα γλυκάκι, ένα διεγερτικό).

 

«Πιθανότητα Γ’ (ποιητές όλων των χωρών ενωθείτε):

Το όμορφο σε καλή τιμή ως παρηγοριά

– το κεφάλαιο των φτωχών.

Εικαστικός πλουτισμός ως περιορισμός επαναστατικών τάσεων.

Και η ποίηση ως εξαργύρωσή του (ut picture poesis). 

Ομορφιά ως πολιτικό βάλιουμ.» 

 

Στο ποίημα αυτό, βεβαίως, φανερώνεται και το χιούμορ του Μάινα, σταθερό εργαλείο «θεατρικότητας» στην ποιητική και στην πεζογραφική του έκφραση, το οποίο αποδιπλώνεται και εδώ διάχυτο σε όλο το βιβλίο. Αλλά για «κλου», όπως λέει και ο ίδιος, μας παραθέτει στο «(09:45) Η γραμματική ως φυσιολογία» τους πιο γνήσιους στίχους, που βγαίνουν από την ψυχή του:

 

«Ό,τι σωθεί ας μην είναι απλή κατάθεση

αλλά πραγματικό θεώρημα της ψυχοκίνησης. 

Μια εισβολή της καρδιολογίας στη μελέτη των ρόμβων.

Και τι έγινε αν τα ονομάσουν στίχους;

Δεν ενδιαφέρουν ούτε έπαινοι

ούτε ακατανοησίες και ποδοκροτήσεις.

Υπάρχει η αυτόφωτη ανάγκη –

έξω από αυτήν η τέχνη

δεν αξίζει ούτε για δίφραγκο».

 

Έτσι, πιέζει

 

«τη δίχηλη πένα στο βυθό της παλάμης μου

(καλώ το άλογο της έμπνευσης)»

 

(στο ποίημα «Εδώ ήταν κάποτε ένα πέρασμα, [07:41] Η τύχη είναι το δεξί χέρι της τέχνης»), κι αρχίζει να θίγει με φιλοσοφική διάθεση, στοχαστικότητα κι  ενδοσκόπηση, οι οποίες συνδυάζονται με χιούμορ, ακόμη και (αυτο)σαρκασμό, λυρικά πετάγματα και πάμπολλες αποφθεγματικές ρήσεις, θέματα που περιστρέφονται γύρω από τον εαυτό και τη συνείδηση, την ανθρώπινη ύπαρξη, την καλλιτεχνική/ποιητική δημιουργία και τον έρωτα.

 

«Ό,τι είσαι και ό,τι συμβολίζεις

πάλλεται στον καμβά των διλημμάτων μου

κι οι γραμμές στα μάτια

και τα χείλια

σαν δροσερά φρεσκοκομμένα

νεκρολούλουδα

εξωραΐζουν την παροδικότητα»

 

μας λέει, λόγου χάρη, γεμάτος συναισθηματισμό και χορδές λυρισμού –με τον επιμελημένο πάντα ρυθμό– στο ποίημα «Έρως άμμος, (20:21) Μαζί σου κοιμηθήκανε τα πιο καλά μου χρόνια». Ενώ στο «(20:53) Νύχτωσε, λες και τα μάθαμε όλα», γράφει:

 

«Να περιγραφεί η νύχτα;

Χιονισμένη για να ’ναι ρομαντική κι ανέπαφη

ψυχρή για ν’ αποζητά συντροφιές

απόκοτη, εγκάρδια με τ’ αστέρια της

που δε φαίνονται και σίγουρα υπάρχουν

για να περιφέρονται ως υπόκωφοι αυτουργοί των πράξεων».

 

Σε άλλα σημεία, οι δυνατές παρομοιώσεις στις περιγραφές του, σε συνδυασμό με τη στοχευμένη και συμβολική εικονοπλασία, ξαφνιάζουν με την πρωτοτυπία και την παραστατικότητά τους, και δρουν καταλυτικά στην διαμόρφωση στίχων που οπτικοποιούν το εσώτερο και το κρύφιο: 

 

«Ήταν ξυπόλυτος, σαν να αναζητούσε την ψυχή του.

(Ξυπόλυτος, σχεδόν διπλάσιος, με τα χέρια στο σοφά

σαν ορεινό χωριό πριν πάει το ρεύμα.)

Τα χείλη του έπιναν και μιλούσαν

μόνα τους εκ μέρους του.»

 

Αυτή είναι η περιγραφή τού φίλου τού αφηγητή/ποιητικού εγώ, στο ποίημα «Θλίψις δευτέρα φύσις».   

Τα εργαλεία της ρητορικής χρησιμοποιούνται εξάλλου παντού πολύ αποτελεσματικά, και προς τούτο, ως παράδειγμα, μεταφέρουμε ολόκληρο το μικροποίημα που έχει τίτλο «(13:01) Ίδιοι, ήδη ανάγλυφοι», προς τέρψιν: Αποτελεί ποίημα-“μνημείο” σημαινόντων με αντίστοιχη αποδίπλωση σημαινομένων μέσα από ανάγλυφες λέξεις-μονάδες-νοηματικές νησίδες, που όχι απλώς συνοψίζουν και συνενώνουν –χωρίς σημεία στίξης– συνθετότερα νοήματα και εικόνες, αλλά αναδίνουν μέχρι και (έντονες) μυρωδιές εμπλέκοντας με έμμεσο τρόπο την αντιληπτική-αισθησιακή διάσταση με την ενεργοποίηση μιας οικείας εμπειρίας:     

 

«Τηγάνι με σφουγγάτο μαντάμ Ουρανία

μπαλκόνι με καναρίνι πορτοκάλια

σφουγγαρίστρα γλαστρούλες σέλινο φαράσι σκόρδα

 

φωνές πάνω από ακάλυπτο

 

με αντίλαλο σκάμμα χαλίκι ιδρώτα μπάλα

γκολ σαγιονάρες Αντωνάκη έλα να φάμε».

 

Και θα τελειώσουμε την παρούσα περιήγηση στην ποίηση που μας προσφέρει  η σύνθεση  «Το ξυράφι του Όκαμ» του Αλέξιου Μάινα, με δύο εξαιρετικά, στοχαστικά, “αδελφά” αποφθέγματά του: το πρώτο, συνιστά το εισαγωγικό ποίημα του εικοσιτετραώρου που αποδίδεται φαινομενολογικά στο βιβλίο, και έχει «τίτλο» (Πριν την ανατολή), ενώ το δεύτερο, στο ποίημα (Μετά τη δύση./  Όλη μέρα βράδιαζε), προχωρά τη σκέψη και την ολοκληρώνει (και με μια παιγνιώδη επίφραση ως νουθεσία εις εαυτόν):   

 

«Αν μόνο το ψέμα

είναι ευτυχία

τότε ας είναι αλήθεια

μόνο ό,τι μας κάνει ελεύθερους». 

 

Στο δε δεύτερο του ζεύγους:

 

«Κι αν μόνο το ψέμα

είναι ελευθερία

τότε ας είναι αλήθεια

αυτό που θα μας δίνει νόημα. 

 

(Απελπίσου αλλά συμμάζευε.)»  

 

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.