Loading...
ΔοκιμέςΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣΠρωτοσέλιδο

Δημήτρης Γαβαλάς: Γραφή Επιχειρηματολογικού Κειμένου

Στη σκιά της ‘δημιουργικής γραφής’

 

  1. Βασικοί Κανόνες για τη Διατύπωση Σωστού Επιχειρήματος

 

(Α) Είτε γράφουμε είτε διαβάζουμε ένα κείμενο που περιέχει επιχειρήματα, το πρώτο που ρωτάμε είναι «τι θέλω να δείξω;» ή «τι θέλει να δείξει ο συγγραφέας;», δηλαδή το Συμπέρασμα (Σ) του επιχειρήματος.

(Β) Να χρησιμοποιούμε καθαρή γλώσσα με σωστή σύνταξη. Να αποφεύγουμε μακρές περιόδους με πολλές υποταγμένες προτάσεις. Να χρησιμοποιούμε λέξεις κατανοητές και να αποφεύγουμε τους νεολογισμούς.

(Γ) Να παρουσιάζουμε τις σκέψεις μας με φυσικό τρόπο και με λογική σειρά, ώστε κάθε πρόταση να έρχεται ως συνέπεια των προηγούμενων. Καλό είναι να φτιάχνουμε ένα διάγραμμα ροής των ιδεών μας και να διατυπώνουμε τα επιχειρήματά μας με σχηματική μορφή.

(Δ) Να κάνουμε σωστή επιλογή στις Προκείμενες (Π) που υποστηρίζουν το συμπέρασμά μας. Να προσέχουμε οι προκείμενες να είναι όσο το δυνατόν πιο αξιόπιστες. Να προτιμούμε εξαρτημένες προκείμενες που υποστηρίζουν το συμπέρασμα σε συνδυασμό μεταξύ τους. Να προσέχουμε μήπως ξεχάσαμε κάποια προκείμενη και το επιχείρημά μας είναι ελλειπτικό.

(Ε) Αν το συμπέρασμά μας πρέπει να υποστηριχθεί από πολλές απόψεις, να προσπαθούμε να διακρίνουμε όλες τις σκοπιές από τις οποίες μπορούμε να εξετάσουμε το θέμα μας και να ξεχωρίζουμε τα αντίστοιχα επιχειρήματα.

(Ζ) Να ελέγχουμε με κάθε τρόπο τις αρχικές μας προκείμενες. Είναι οι πηγές μας αξιόπιστες; Μην ξεχνάμε να αναφερόμαστε στις πηγές μας.

(Η) Να προσέχουμε ώστε οι λέξεις που χρησιμοποιούμε να έχουν πάντα την ίδια σημασία. Αν χρησιμοποιούμε λέξεις που έχουν πολλές σημασίες, να ξεκαθαρίζουμε με ποια σημασία τις χρησιμοποιούμε. Να ορίζουμε όρους ή άλλες λέξεις, όταν είναι αναγκαίο.

(Θ) Σε κάθε επιχείρημα που χρησιμοποιούμε να προσέχουμε αν είναι σωστά δομημένο, αν πράγματι το συμπέρασμα εξάγεται από τις προκείμενες και να προσπαθούμε να διακρίνουμε σε ποιο είδος επιχειρημάτων ανήκει.

(I) Να εξετάζουμε όλες τις τυχόν αντιρρήσεις που κάποιος μπορούσε να διατυπώσει για το επιχείρημά μας. Να προσπαθούμε να τις αντικρούσουμε με άλλα επιχειρήματα ή να βελτιώσουμε το επιχείρημα με τέτοιο τρόπο, ώστε να γίνει ανθεκτικό στις αντιρρήσεις αυτές.

  1. Λάθη που Πρέπει να Αποφεύγουμε

 

(Α) Πολλές φορές αποφεύγουμε σε ένα επιχείρημα να διατυπώσουμε μια προκείμενη. Αυτό γίνεται είτε από απροσεξία και βιασύνη, είτε επειδή θεωρήσαμε την προκείμενη αυτή ως κάτι προφανές. Από τις πιο συνηθισμένες περιπτώσεις είναι να παραλείπουμε να ορίσουμε αμφισβητούμενους όρους. Ας δούμε ένα παράδειγμα:

 

Ο κλέφτης δε βρίσκεται στο κτίριο τώρα [Π1],

δεν τον είδανε να φεύγει [Π2] 

υπήρχαν φύλακες προσεκτικοί στις δύο εισόδους [Π3].

Ο κλέφτης πρέπει να έφυγε από την έξοδο κινδύνου [Σ].

 

Στο παραπάνω επιχείρημα οι προκείμενες δεν είναι αρκετές για να βγει το συμπέρασμα. Αυτό γίνεται μόνο αν προστεθεί μια τέταρτη προκείμενη

[Π4]: «Στην έξοδο κινδύνου δεν υπήρχε φύλακας».

Αν όμως παρατηρήσουμε προσεκτικά το επιχείρημα, βλέπουμε ότι ακόμα και έτσι είναι ελλειπτικό. Από τις προκείμενες Π2 και Π3 αυτό που εξάγεται είναι ότι

«ο κλέφτης δεν έφυγε από τις δύο εισόδους» [Π5].

Από την Π1 βγαίνει το συμπέρασμα ότι

«ο κλέφτης έφυγε από το κτίριο» [Π6].

Τώρα οι Π2 και Π4 βγάζουν το συμπέρασμα ότι

«ο κλέφτης μπορούσε να βγει απαρατήρητος από την έξοδο κινδύνου» [Π7].

Και το συμπέρασμα Σ βγαίνει από τις Π6+Π5+Π7, αν προστεθεί μια ακόμα προκείμενη

[Π8]: «Εκτός από τις εισόδους και την έξοδο κινδύνου δεν υπάρχει άλλος τρόπος διαφυγής».

Βλέπουμε λοιπόν πως σε ένα επιχείρημα που φαίνεται απλό, μας λείπουνε πέντε προκείμενες, οι τρεις από τις οποίες είναι ενδιάμεσα συμπεράσματα από άλλες.

(Β) Παρ’ όλο που οι περισσότερες λέξεις που χρησιμοποιούμε στον λόγο μας έχουν σαφή σημασία, υπάρχουν και άλλες που, αν δεν διευκρινίσουμε με ποιο τρόπο τις χρησιμοποιούμε, είναι δυνατό να έχουμε παρερμηνείες. Για παράδειγμα, όταν μιλάμε για «οικονομική πρόοδο», άλλοι μπορεί να εννοούν «την αύξηση του εισοδήματος του μέσου εργαζόμενου» και άλλοι «την αύξηση των κερδών των μεγάλων επιχειρήσεων». Πρέπει λοιπόν να αποφεύγουμε να χρησιμοποιούμε την ίδια λέξη με δύο διαφορετικές σημασίες στο ίδιο κείμενο και να ξεκαθαρίζουμε κάθε φορά με ποια σημασία χρησιμοποιούμε τέτοιες έννοιες.

(Γ) Πρέπει να προσέχουμε να μη χρησιμοποιούμε ασυνείδητα κάποια παραλλαγή του συμπεράσματος, για να υποστηρίξουμε το συμπέρασμα. Για παράδειγμα:

«Ο Θεός υπάρχει, γιατί το γράφει η Βίβλος που λέει πάντα αλήθεια, επειδή είναι θεόπνευστο έργο». Το επιχείρημα αυτό είναι λανθασμένο, γιατί μια προκείμενη «η Βίβλος είναι θεόπνευστο έργο» προϋποθέτει το συμπέρασμά μας. Δηλαδή, για να είναι η Βίβλος θεόπνευστη, πρέπει να υπάρχει Θεός. Άρα χρησιμοποιήσαμε την «ύπαρξη του Θεού», για να αποδείξουμε την «ύπαρξη του Θεού». Το λογικό αυτό σφάλμα το ονομάζουμε και ‘λήψη ζητουμένου’.

(Δ) Να προσέχουμε να μη βγάζουμε συμπεράσματα χρησιμοποιώντας την αιτιολογία της άγνοιας. Ας δούμε πάλι ένα παράδειγμα: «Μερικοί ισχυρίζονται ότι στην Ιαπωνία γίνονται βασανιστήρια. Αλλά εγώ δε γνωρίζω στοιχεία που να επιβεβαιώνουν ότι στην Ιαπωνία γίνονται βασανιστήρια. Άρα αυτοί που το ισχυρίζονται ψεύδονται. Επομένως, στην Ιαπωνία δεν γίνονται βασανιστήρια». Το συμπέρασμά μας δεν είναι ισχυρό, γιατί το ότι δεν γνωρίζω κάτι δεν μπορεί να θεμελιώσει ένα συμπέρασμα, είτε υπέρ είτε κατά. Σκεφθείτε τη Γερμανία του Χίτλερ. Οι περισσότεροι Γερμανοί δεν γνώριζαν ότι υπήρχαν στρατόπεδα συγκέντρωσης. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν υπήρχαν. Για να είναι ισχυρό το επιχείρημα, πρέπει να πούμε: «Αλλά παρά τη συστηματική έρευνα που έγινε από αντικειμενικούς διεθνείς οργανισμούς σε όλη την Ιαπωνία, δεν βρέθηκαν στοιχεία ούτε υπήρξαν μαρτυρίες για βασανιστήρια».

(Ε) Ένα ακόμα σημείο που πρέπει να προσέχουμε είναι στις περιπτώσεις όπου έχουμε ένα σύνολο και τα μέρη ή τα στοιχεία από τα οποία αποτελείται (για παράδειγμα, μια ποδοσφαιρική ομάδα και οι παίκτες από τους οποίους αποτελείται, το πλήρωμα ενός πλοίου και οι ναύτες που το αποτελούν κτλ.). Στις περιπτώσεις αυτές δεν είναι βέβαιο ότι τις ιδιότητες που έχει το σύνολο τις έχουν και τα μέρη του, ή και το αντίστροφο. Τούτο συμβαίνει γιατί, πολλές φορές, το σύνολο είναι κάτι περισσότερο από το άθροισμα των μερών του. Έτσι, έντεκα καλοί ποδοσφαιριστές δεν είναι βέβαιο ότι φτιάχνουν και μια καλή ομάδα (μπορεί να μη συνεργάζονται μεταξύ τους, να μην ακούνε τον προπονητή κτλ.). Ομοίως, πάλι σε μια καλή ομάδα μπορεί μόνο οι μισοί παίκτες να είναι πραγματικά καλοί.

 

  1. Πώς Γράφουμε ένα Κείμενο

 

Αυτό που πρέπει πρώτα από όλα να συνειδητοποιήσουμε είναι ότι, όταν γράφουμε ένα τέτοιο κείμενο, δεν γράφουμε για τους εαυτούς μας. Πρόκειται να το διαβάσουν άλλοι. Πρέπει λοιπόν κάθε φορά να ρωτάμε: «Είναι κατανοητά από τους άλλους αυτά που γράφουμε;». Επιπλέον, πρέπει να γράφουμε με διαφορετικό τρόπο, ανάλογα με το κοινό στο οποίο απευθυνόμαστε. Απευθυνόμαστε σε μαθητές, φοιτητές, επιστήμονες, τον μέσο άνθρωπο; Σε κάθε περίπτωση η πληροφορία που χρησιμοποιούμε και ο τρόπος ανάπτυξης του θέματος πρέπει να προσαρμόζεται, έως ένα βαθμό, στις γνώσεις και τις ικανότητες του αντίστοιχου κοινού.

 

Συνήθως, όταν γράφουμε ένα κείμενο, στόχος μας είναι είτε να εξετάσουμε ένα θέμα είτε να υποστηρίξουμε μια θέση είτε να εξηγήσουμε ένα φαινόμενο είτε να παρουσιάσουμε μια κατάσταση. Πολλές φορές όλα αυτά πηγαίνουν μαζί. Έτσι, για παράδειγμα, αν το πρόβλημά μας είναι οι Ολυμπιακοί Αγώνες, τότε πρέπει να εξετάσουμε το θέμα από όλες τις απόψεις, να δούμε τι πράγματι είναι σήμερα οι Ολυμπιακοί Αγώνες, να δούμε τις αιτίες που οι αγώνες διαμορφώθηκαν με αυτό τον τρόπο και ποιους σκοπούς εξυπηρετούν. Κατόπιν μπορούμε, με βάση κάποιες αρχές, να κάνουμε κριτική στον θεσμό, να εκφράσουμε θέσεις υπέρ ή κατά, από διάφορες απόψεις, και να υποστηρίξουμε αυτές τις θέσεις με επιχειρήματα που αντλούν προκείμενες από την προηγούμενη εξέταση. Βλέπουμε λοιπόν ότι η γραφή ενός επιχειρηματολογικού κειμένου είναι αρκετά σύνθετη δραστηριότητα.

 

Εκείνο που είναι το πιο σημαντικό, όταν ξεκινάμε να γράψουμε κάτι, είναι να μπορούμε να διατυπώσουμε ακριβώς και με σαφήνεια ποιο είναι αυτό που θέλουμε να υποστηρίξουμε, δηλαδή το τελικό συμπέρασμα της επιχειρηματολογίας μας. Στο συμπέρασμα αυτό υπάρχουν κάποιοι όροι τους οποίους πρέπει ίσως να ορίσουμε, δηλαδή να εξηγήσουμε τι σημαίνουν και με ποιο τρόπο τους χρησιμοποιούμε.

 

Κατόπιν, πρέπει να σκεφθούμε τους λόγους με τους οποίους θα υποστηρίξουμε το συμπέρασμα. Ένα συμπέρασμα, συνήθως, μπορεί να εξετασθεί και να υποστηριχθεί από πολλές απόψεις, από κοινωνική, οικονομική, πολιτισμική κτλ. Άρα, είναι δυνατό να έχουμε πολλά επιχειρήματα που υποστηρίζουν τη θέση μας. Πρέπει λοιπόν να ξεχωρίσουμε αυτά τα επιχειρήματα και να τα διατυπώσουμε σαφώς, βρίσκοντας τις προκείμενές τους. Για ευκολία ίσως πρέπει να αριθμήσουμε τα επιχειρήματα και να συμβολίσουμε με γράμματα τις προτάσεις σε κάθε επιχείρημα. Καλό είναι να φτιάξουμε ένα διάγραμμα στο οποίο να φαίνονται οι σχέσεις μεταξύ των προτάσεων και πώς τα διάφορα επιχειρήματα συνδέονται μεταξύ τους και υποστηρίζουν το συμπέρασμα.

 

Ας σκεφθούμε: Μήπως παραλείψαμε κάποιες προκείμενες; Μήπως κάποιες προκείμενες δεν είναι βέβαιες και πρέπει να τις υποστηρίξουμε με κάποιο άλλο επιχείρημα; Πράγματι εξάγεται σωστά το συμπέρασμα; Ξαναφτιάχνουμε ένα νέο διάγραμμα μετά από τις προσθήκες και τροποποιήσεις που κάναμε. Ας σκεφθούμε επίσης τυχόν αντιρρήσεις που μπορεί κάποιος να φέρει στις θέσεις μας και τα επιχειρήματά μας. Ας προσπαθήσουμε να αντικρούσουμε αυτές τις αντιρρήσεις είτε με παραδείγματα είτε με επιχειρήματα. Στη συνέχεια να εντάξουμε στο διάγραμμά μας τις νέες προσθήκες και τροποποιήσεις και μετά να αρχίσουμε να γράφουμε το κείμενό μας ακολουθώντας τη λογική ροή του διαγράμματος.

Διασκευή αντίστοιχου κειμένου από το βιβλίο των Αναπολιτάνου, Γαβαλά κ.ά. Λογική: Θεωρία και Πρακτική. ΟΕΔΒ, Αθήνα, 1999. (Απευθύνεται σε μαθητές, φοιτητές).
Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.