Loading...
ΔοκιμέςΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣΠρωτοσέλιδο

Δημήτρης Γαβαλάς: Σύγχρονη Ποίηση -Μια Άποψη

Το κάλλιστο ποίημα αποτελείται αποκλειστικά από στίχους· οι στίχοι από λέξεις· οι λέξεις από συλλαβές· οι συλλαβές από μεμονωμένους φθόγγους. Αυτοί πρέπει να εξεταστούν ως προς την ευφωνία ή την κακοφωνία τους, οι συλλαβές να μετρηθούν και να σταθμιστούν, οι λέξεις να επιλεγούν, οι στίχοι τέλος να οργανωθούν και να αρμοστούν μεταξύ τους”.  August Wilhelm Schlegel (1767 – 1845).

 

  1. ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΗ ΆΠΟΨΗ

Η παραδοσιακή άποψη για την ποίηση περιορίζεται κυρίως στο θέμα της συγκίνησης και απόλαυσης, που αυτή δημιουργεί στον αναγνώστη. Εικονο-ποιϊα, μελο-ποιϊα, λογο-ποιϊα, όλα αποβλέπουν στη ‘συγκινησιακή χρήση της γλώσσας’, με αποτέλεσμα την απόλαυση και ευδαιμονία, την ηδονή και ευφορία. Το ερώτημα είναι, σήμερα συνεχίζουν να ισχύουν τα ίδια; Η απάντηση είναι αυτονόητη: όχι βέβαια, αν ληφθεί υπόψη το περιβάλλον/ πλαίσιο μέσα στο οποίο βρίσκεται η σημερινή ποίηση. Η απάντηση αυτή οδηγεί στο ζήτημα του επαναπροσδιορισμού του ρόλου της ποίησης στον σύγχρονο κόσμο.

 

  1. ΝΕΑ ΆΠΟΨΗ

Όραμα – Νόημα – Σύνθεση, είναι το τρισδιάστατο σύστημα, που μπορεί να δικαιολογήσει την ύπαρξη της ποίησης σήμερα και γι’ αυτά τα τρία χρειάζονται άνθρωποι με νέες αντιλήψεις, προσαρμοσμένες στη νέα εποχή.

 

  1. ΠΟΙΗΣΗ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΣΥΜΠΥΚΝΩΣΗ (EZRA POUND)

Εδώ εμπλέκονται πολλά θέματα που αναφέρονται επιγραμματικά: πιθανοί κόσμοι λόγου, πολυσημία και αυτοσκόπευση, στερεότητα, ποιητικοί vs. πεζολογικοί στίχοι,

ευκολογραφήματα, πλαστή/ κατασκευασμένη ποίηση, λυρισμός και ωραία λόγια, ποίηση ως αναπαράσταση της πραγματικότητας, ποίηση ως επεξεργασία ‘πρώτης ύλης’ κτλ. Όπως το λέει ο Μ. Κατσαρός: “Αντισταθείτε, σ’ αυτούς που λένε λυρισμό τα ωραία λόγια”.

 

  1. ΚΕΙΜΕΝΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ

Συνοχή, συνεκτικότητα, προθετικότητα, αποδεκτότητα, πληροφοριακότητα, καταστασιακότητα, διακειμενικότητα. Ειδικά για την Καταστασιακότητα: από τους βασικούς παράγοντες της ‘κειµενικότητας’ είναι η ‘καταστασιακότητα’ που σχετίζεται άμεσα µε τις πολυειδείς κοινωνικές καταστάσεις και περιβάλλοντα. Αν μάλιστα ληφθεί υπόψη ότι τα ‘καταστασιακά περιβάλλοντα’ και οι κοινωνικές δραστηριότητες επηρεάζουν τις κειµενικές επιλογές και ταυτόχρονα επηρεάζονται από αυτές µε βάση τις βλέψεις και τις προσδοκίες του δημιουργού, τότε πρέπει να μελετηθεί η επίδραση της εκάστοτε κατάστασης στα κείμενα, αλλά και αντίστροφα. Η καταστασιακότητα ορίζεται ως το σύνολο των παραγόντων που καθιστούν ένα κείμενο συναφές µε µία κατάσταση. Άλλωστε, έχει προηγηθεί η διατύπωση επιστημονικών θέσεων σύμφωνα µε τις οποίες το κείμενο δεν είναι παρά η γλωσσική μορφή της κοινωνικής αλληλεπίδρασης. Κατά συνέπεια μπορεί να μελετηθεί μέσα στο συγκεκριμένο περιβάλλον στο οποίο σχεδιάζεται και παράγεται.

 

  1. ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΟ ΑΣΥΝΕΙΔΗΤΟ

Χρησιμοποιούμε φράσεις όπως: «μού ήλθε ξαφνικά στον νου»• «μού κατέβηκε μια φοβερή ιδέα»• «ο ηθοποιός έδωσε μια εμπνευσμένη παράσταση»• «ο ποιητής είχε μεγάλη έμπνευση». Εδώ ανατρέχουμε στη βιβλική και ομηρική ιδέα της υπερφυσικής κατοχής από αγαθούς δαίμονες. Ο Όμηρος απευθύνει έκκληση στις Μούσες να τον βοηθήσουν και μιλά για θεόπνευστους αοιδούς, ενώ έχουμε τις περιγραφές για την Πυθία που χρησμοδοτεί στους Δελφούς σε κατάσταση έκστασης που διεγείρει ο Απόλλων. Βλέπουμε, λοιπόν, πως συνεχίζουμε μια πανάρχαια παράδοση όταν, χωρίς δεύτερη σκέψη, χρησιμοποιούμε λέξεις όπως ‘εμπνευσμένος’. Αν εγκύψουμε προσεκτικά στην καθημερινή μας εμπειρία, βλέπουμε ότι το συνειδητό Εγώ σπανίως έχει μια λαμπρή ιδέα -είναι σχετικά αργόστροφο. Έχουμε μονίμως την εντύπωση ότι οι καλύτερες ιδέες μας προέρχονται από μια περιοχή της ψυχής διαφορετική του συνειδητού˙ φράσεις όπως «μού ήλθε στο μυαλό μια ιδέα» εκφράζουν καλά αυτό το δεδομένο. Ο μηχανισμός του ασυνειδήτου πρέπει, λίγο έως πολύ, να ιδωθεί ως εξής: σωρεύουμε συνειδητά υλικό το οποίο κατόπιν οδεύει σε κάποιο βαθύτερο επίπεδο του ασυνειδήτου, όπου και καταλήγει. Εκεί, υφίσταται μια διαδικασία αφομοίωσης και οργάνωσής του -ακολούθως, αναπαρίσταται στον συνειδητό νου με τη μορφή κάποιας ιδέας που συνήθως εκλαμβάνεται ως εξαιρετικά διαφωτιστική και λαμπρή, ιδέα που ο συνειδητός νους δεν μπορούσε να δημιουργήσει.

 

Καθώς αυτό είναι καθημερινό φαινόμενο, το εκλαμβάνουμε ως δεδομένο και δεν τού αποδίδουμε ιδιαίτερη σημασία. Ωστόσο, σαφώς και μένουμε έκπληκτοι από παρόμοια, πιο ασυνήθιστα φαινόμενα, όπως η καλλιτεχνική έμπνευση. Ένα σημαντικό δεδομένο είναι πως σε πολλές ινδοευρωπαϊκές γλώσσες η λέξη για τον ‘ποιητή’ και η λέξη για τον ‘μάντη’ είναι η ίδια. Στα Λατινικά η λέξη vates σημαίνει και ποιητής και μάντης. Η ιδέα που υποκρύπτεται είναι πως ο ποιητής εμπνέεται από κάποια ‘εξωτερική’ πηγή, όχι από τον συνειδητό νου, και είναι αξιοθαύμαστο ότι πολλοί μεγάλοι ποιητές των νεωτέρων χρόνων ασπάζονται την ίδια άποψη. Ο Γκαίτε λέει: «Τα τραγούδια έκαναν εμένα, όχι εγώ τα τραγούδια». Ο Λαμαρτίνος γράφει: «Δεν είμαι εγώ που σκέπτομαι• οι ιδέες μου είναι που με σκέπτονται». Ο ντε Μισέ λέει: «Ουσιαστικά δεν δουλεύει κάποιος, ακούει. Είναι σαν ένας ξένος να ψιθύριζε στο αυτί του». Και ο Σέλλεϊ κάνει μια πολύ περίεργη παρατήρηση: «Γιατί στην ώρα της δημιουργίας ο νους μοιάζει με μισοσβησμένο κάρβουνο, που μια αθέατη επιρροή, ωσάν άνεμος άστατος, τού ξυπνά αιφνίδια λάμψη».

 

  1. ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΟ/ ΤΕΧΝΙΚΟ VS. ΣΗΜΑΣΙΟΛΟΓΙΚΟ/ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΟ

Σήμερα μπορεί να διαβάσει κάποιος ότι «η εποχή που ο συγγραφέας/ ποιητής περίμενε την έλευση της Μούσας για να τον βοηθήσει στο έργο του πέρασε ανεπιστρεπτί». Πώς έγινε αυτό το θαύμα; με τη λεγόμενη ‘δημιουργική γραφή’. Αυτή η άποψη, πέρα από το ότι είναι βαθιά υβριστική για το πνεύμα, δείχνει πως οι άνθρωποι νομίζουν ότι κατέχουν τα πάντα, είναι στο χέρι τους και τα χειρίζονται, ενώ δεν είναι έτσι. Όσοι θεωρούν ότι όλα υπόκεινται στη βούληση του εγώ τους δεν έχουν παρά εδώ και τώρα να πάρουν χαρτί και μολύβι ή το πληκτρολόγιό τους και να γράψουν το αριστούργημα των αιώνων εκ του μηδενός –αλλά δεν μπορούν. Μόνο πλαστά και κατασκευασμένα ποιήματα μπορούν να φτιάξουν με την τεχνική, αλλά όχι γνήσια και δημιουργικά.

 

Εδώ αξίζει να αναφερθεί πως όταν ο Όμηρος και οι ποιητές που ακολουθούν επικαλούνται τις Μούσες για να τους δώσουν έμπνευση, αυτό που ζητούν δεν είναι η ποιητική δεξιοτεχνία, η τεχνική, το πώς θα το εκφράσουν, αλλά το πρωτογενές υλικό, η πρώτη ύλη, το θέμα. Έλεγαν: «Σάς παρακαλώ Μούσες, πείτε μου τι ακριβώς έγινε στην πολιορκία της Τροίας» (ή τι πραγματικά έγινε σε αυτές τις μυθικές ιστορίες). Ο Ησίοδος είναι ευτυχής όταν οι Μούσες τού παρέχουν μερικά νέα ονόματα που πλέον μπορεί να τα καταγράψει. Έτσι, οι επικλήσεις προς τις Μούσες μπορούν να εκληφθούν ως πρωτίστως επικλήσεις προς αυτή την αφηγηματική ικανότητα που εδρεύει στον νου μας, αλλά δεν εξαρτάται από εμάς. Ως προς τη συγγραφική μέθοδο, την υφολογική εκτέλεση καθ’ εαυτή, οι ποιητές την γνώριζαν πολύ καλά και μπορούσαν να την φέρουν σε πέρας με τον συνειδητό νου τους. Χωρίς λοιπόν τις Μούσες, δηλαδή το δημιουργικό ασυνείδητο, σε σύγχρονη γλώσσα, χωρίς το πνεύμα που όπου θέλει πνέει και δεν εξαρτάται από εμάς, τα κατασκευάσματά μας, όσο τεχνικά άρτια και να είναι, δεν συνιστούν δημιουργία ούτε βγάζουν νόημα, πολύ περισσότερο δεν εκφράζουν τα αρχετυπικά βάθη του ανθρώπου. Η τεχνική και η σύνταξη είναι καλές αφού πρώτα υπάρχει υλικό για να επεξεργαστούμε, αφού υπάρχει πρώτη ύλη, χωρίς αυτή ουδέν γίνεται και αυτή δεν υπόκειται στην εγωική μας βούληση. Δυστυχώς η άγνοια κάποιων που υποδύονται τους γνώστες δημιουργεί ψευδείς και στρεβλές εντυπώσεις και ο τόπος έχει πια γεμίσει πλαστούς ποιητές μέσα στο πλήθος των οποίων χάνονται και οι αληθινοί.

 

  1. ΚΑΙ ΜΕ ΦΩΣ ΚΑΙ ΜΕ ΘΑΝΑΤΟΝ (ΕΛΥΤΗΣ)

Ο ποιητής, ο αντάξιος αυτής της ιδιότητας, συλλαμβάνει, εκφράζει και προβάλλει την αρχετυπική πληροφορία ως όραμα για τους σύγχρονούς του, δίνοντάς της την κατάλληλη μορφή και αποδίδοντάς της νόημα. Το νόημα αυτό αντλεί από τα συλλογικά και πανανθρώπινα βάθη, όπου κινείται πάντα η φυσική διαδικασία της ζωής. Επειδή ακριβώς πρόκειται για πληροφορία, δηλαδή ένα στοιχείο που φέρει κάτι το πλήρες, γι’ αυτό είναι από τη φύση του ολιστικό, συνθετικό, ενωτικό και γι’ αυτό φέρνει ψυχική ευφορία, φυσική χαρά, ομορφιά και αλήθεια, σε αντίθεση με τη θλίψη και την αίσθηση χωριστικότητας, που φέρνει η μονομέρεια του ενός ή του άλλου. Ο Ελύτης μιλάει «για την αποστολή του ποιητή που οφείλει, εφόσον λειτουργεί σωστά, να κατευθύνεται, συμφιλιώνοντας μέσα του τις αντιθέσεις, προς τον επιθυμητό στόχο. Από την άνω ή την κάτω οδόν του Ηράκλειτου, πραγματικά ένιωθα επιτακτικά την ανάγκη να φτάσω σ’ αυτόν τον στόχο, στο σημείον όπου η ζωή και ο θάνατος, το φως και το σκοτάδι, παύουν να αποτελούν αντιθέσεις».

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.