Loading...
ΒιβλιοπαρουσιάσειςΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ

Ελένη Λόππα: Λίλια Τσούβα, Το τραγούδι των Ινουίτ, εκδ. Βακχικόν, Μάιος 2021

Με το πρώτο κιόλας βιβλίο διηγημάτων της η πολύ καλή φιλόλογος και έγκριτη κριτικογράφος, Λίλια Τσούβα, εντυπωσιάζει με την πρωτοτυπία των θεμάτων και την εξαιρετική της γραφή. Πρόκειται για δεκαέξι διηγήματα, με τρυφερή αφιέρωση στη μητέρα και τον γιο της, στην ιδιαίτερα καλαίσθητη έκδοση Βακχικόν, με τον θαυμάσιο πίνακα του Πωλ Γκωγκέν στο εξώφυλλο. Το καθένα από τα διηγήματα αναφέρεται σε διαφορετική χώρα του κόσμου, κάποτε μάλιστα και εντελώς εξωτική: Η Μάικο, στην Ιαπωνία, η Θερινή ομίχλη, στην περιοχή της Καλιφόρνιας, η Καρτ ποστάλ, στο Λονδίνο διαφορετικών εποχών/χρονολογιών, η Κράιμχιλντ στη Χαϊδελβέργη, η Ματίλντα, στη Ντελφτ, Ο γητευτής, στην πόλη Χάμελιν, Οι Σειρήνες, στη Γάνδη, Τα τραπουλόχαρτα, στο Δουβλίνο, Το όνειρο με τις τρεις πόρτες, στην πόλη Κοϊμπρα της Πορτογαλίας, Οι ανεμόμυλοι, στο Τολέδο, Το διάγγελμα, στο Κιριμπάτι ή Νήσο των Χριστουγέννων, το Τσιλοέ, το νησί των γλάρων, στη νότια Χιλή, Το κορίτσι με το μαύρο άλογο, στο χωριό Τζερικοακοάρα στον Αμαζόνιο, Ο ζογκλέρ, στη Βενετία, η Πρόσκαιρη βλάβη, στη Ν. Υόρκη, Το τραγούδι των Ινουίτ, στον Αρκτικό κύκλο.

Τα ονόματα των ηρώων/ηρωίδων, όπως και οι ασχολίες τους, που ποικίλουν από τόπο σε τόπο, είναι διαλεγμένες με προσοχή και γνώση, όπως και τα τοπωνύμια, οι δρόμοι, οι γέφυρες, τα ποτάμια, οι πλατείες, τα καφέ, οι εκκλησίες, τα μοναστήρια, ο πολιτισμός, τα ήθη και τα έθιμα, οι παραδόσεις, οι γλώσσες των ιθαγενών, (η Λίλια Τσούβα χρησιμοποιεί συχνά λέξεις των γλωσσών αυτών, π.χ. των Χόνος, αυτόχθονων της νότιας Χιλής, τις λέξεις: εμπανάδος, ντάλκα, παλαφίτος, στο διήγημα Τσιλοέ, το νησί των γλάρων), οι διατροφικές συνήθειες, τα εξωτικά ποτά, οι χοροί, οι θρησκείες και οι θεότητες, οι μαγικές δοξασίες, οι μουσικές, αλλά και τα έργα τέχνης, ιδίως ζωγραφικής, π.χ. «Η ταφή του κόμη Οργκάθ», του Δομίνικου Θεοτοκόπουλου, «Η βία της πραγματικότητας», του Φράνσις Μπέικον, «Ο κήπος των επίγειων απολαύσεων» του Ιερώνυμου Μπος, «η Δαντελού» του Βερμέερ, όλα περιγράφονται τόσο παραστατικά, ώστε ο αναγνώστης αποκτά τη βεβαιότητα πως η συγγραφέας επισκέφτηκε όλους αυτούς τους τόπους, ακόμα και τους πιο απομακρυσμένους, και μελέτησε τον ιδιαίτερο χαρακτήρα και την κουλτούρα τους.

Οι περιγραφές αυτών των περιπλανήσεων σε πόλεις και χώρες, από την Ιαπωνία μέχρι τους Ινδιάνους της Χιλής και τους Εσκιμώους στον Αρκτικό κύκλο, σε εξωτικές ατόλες και ωκεανούς, αλλά και σε εκκλησίες, μοναστήρια, βιβλιοθήκες, καφέ, είναι πραγματικά συναρπαστικές, μερικές φορές εξπρεσσιονιστικές. Η Λ. Τ. μάς μεταφέρει με έναν μαγικό τρόπο στα μέρη αυτά και συμμετέχουμε κι εμείς οι αναγνώστες στις φανταστικές ιστορίες που μας αφηγείται, κάποιες φορές σε πρώτο πρόσωπο (Κράιμχιλντ, Ο γητευτής, Το όνειρο με τις τρεις πόρτες), με τον μοναδικό, σαγηνευτικό της τρόπο: Για παράδειγμα, στο διήγημά της Τα τραπουλόχαρτα, όπου συνδυάζει και αντιπαραθέτει στο σκοτεινό και βίαιο της εποχής (πίνακας του Φράνσις Μπέικον), με το φωτεινό του Κούλαν/Άγγελου και το εύρημά του στη βιβλιοθήκη με τη λέξη ΑΓΑΠΗ. Και συγχρόνως τη σημαδιακή φράση του Τζέιμς Τζόις  και  τη γιορτή των Χριστουγέννων με τη Φάτνη και την τριανταφυλλιά: «Ο Κούλαν στον ύπνο του έβλεπε μαγικά πουλιά. Είχε χρυσά νήματα για μαλλιά. Ήταν κύκνος ή χέλι. Είδε εκείνον τον άνδρα με το καπέλο σ’ ένα ξέφωτο στο δάσος. Του φάνηκε πως χόρευε. Αλλά ο χώρος ήταν γεμάτος τραπουλόχαρτα, βαλέδες, ντάμες, σπαθιά, κούπες κι εκείνος αιωρούνταν στην προσπάθεια να τα πιάσει. Ύστερα ο Πάπας του έγνεφε, Ερινύες ούρλιαζαν, σαν ταινία οι εφιαλτικοί πίνακες του Φράνσις Μπέικον. Η βία της πραγματικότητας, διάβασε σε μια φωτεινή οθόνη. Αναστέναξε. Τίποτε στον κόσμο δεν έβγαζε νόημα πια. Ψηλός και αδύνατος ο Κούλαν, με βαθύχρυσα μαλλιά και λακκάκια στα μάγουλα. Πολύτιμοι λίθοι τα σμαραγδένια μάτια του. Άγγελο τον φώναζαν. {…}έφτασε στο Τρίνιτι Κόλλετζ. Όρμησε στον πάνω όροφο. Τα βήματά του τον οδήγησαν σε μια προθήκη. Μπουκ οφ Κελλς, αριστούργημα της καλλιγραφίας του ένατου αιώνα, ο εθνικός θησαυρός της Ιρλανδίας. Εικονογραφημένο χειρόγραφο με τα τέσσερα Ευαγγέλια, κελτικούς κόμπους, φιγούρες ανθρώπων και ζώων, μυθικών θηρίων. {…}Το μόνο που μπόρεσε να διακρίνει στο εξώφυλλο ήταν η λέξη ΑΓΑΠΗ. {…}Στον διάδρομο κοίταξε την αφίσα του Τζέιμς Τζόις: έζησε, αγάπησε, γέλασε, έφυγε. Από το παράθυρο του καφέ αν Σεν όπου κάθισε {…}είδε τη Φάτνη και δίπλα της μια ανθισμένη τριανταφυλλιά» (Τα τραπουλόχαρτα, σελ. 34,35).       

Στα περισσότερα από τα διηγήματα υπάρχει ένα έντονο παραμυθιακό, αλλά και μεταφυσικό στοιχείο, π.χ. Ο γητευτής, Οι Σειρήνες, Τα τραπουλόχαρτα, Το όνειρο με τις τρεις πόρτες, κάποια άλλα τα διατρέχει ένας μαγικός ρεαλισμός, π.χ. Οι ανεμόμυλοι, Το κορίτσι με το μαύρο άλογο, Ο ζογκλέρ, Το τραγούδι των Ινουίτ, ενώ δύο διηγήματα, τα πιο εκτεταμένα, Θερινή ομίχλη, ( σελ.13-18) και Πρόσκαιρη βλάβη, (σελ.55-61), έχουν, θα έλεγα, έναν χαρακτήρα αστυνομικό, αφού οι δύο ηρωίδες αδελφές, οικιακές βοηθοί, στο πρώτο, που βασίζεται και σε πραγματικό γεγονός του 1933, και ο ζωγράφος ήρωας στο δεύτερο, φτάνουν στο έγκλημα, κινούμενοι κατεξοχήν από αισθήματα εκδίκησης και μειονεξίας. Στο διήγημα, Καρτ ποστάλ, τρία μικρά κείμενα συνοψίζουν με ιδιαίτερη μαστοριά και ευαισθησία τρεις διαφορετικές εποχές, που σημαδεύτηκαν από σημαντικά γεγονότα. Ο ίδιος αποστολέας, ο Πωλ, στέλνει τις καρτ ποστάλ από το Λονδίνο στα ξαδέλφια του, σε τρεις διαφορετικές χρονολογίες. Η πρώτη με χρονολογία 1920 και με υπότιτλο: Σαν φύλλο στον άνεμο αναφέρεται στον θάνατο από ισπανική γρίπη της θείας Έβελιν, η δεύτερη με χρονολογία 2020 και με υπότιτλο: Σαν πυγολαμπίδες αναφέρεται στην πανδημία που χτύπησε την εποχή μας με τους θανάτους και τον εγκλεισμό και η τρίτη με χρονολογία 2050 και με υπότιτλο: Τα τσιπ αναφέρεται στο μέλλον, στη βιονική εποχή, στα τσιπ, στα ρομπότ και στις τεχνητές βιόσφαιρες, που φιλοξενούν φυτά από όλο τον πλανήτη. Μια εφιαλτική εποχή για κάποιον που έζησε σε άλλες πιο ανθρώπινες εποχές, γι’ αυτό και στην τελευταία του καρτ ποστάλ γράφει: «μου λείπει η φυσική επαφή και η αγάπη σας στις δαντελένιες ακτογραμμές του νότου» (σελ. 21).   

Ένα ιδιαίτερο, ίσως το πιο εντυπωσιακό στοιχείο στα διηγήματα της Λ. Τ. είναι η έντονη οικολογική  συνείδηση που τα διαπερνά, η έγνοια για τον άνθρωπο, τη φύση, τη διαφορετικότητα των πολιτισμών, «σε μια εποχή που ο κόσμος μας τείνει να ομογενοποιηθεί», όπως σημειώνεται στο οπισθόφυλλο του βιβλίου. Θα αναφέρω τρία χαρακτηριστικά παραδείγματα που αναδεικνύουν το ενδιαφέρον και το δέσιμο των ιθαγενών με τη φύση και τον τόπο τους, όπως τα παρουσιάζει η συγγραφέας: Στο διήγημα Το διάγγελμα, (σελ. 42-45) καταγγέλλονται οι πυρηνικές δοκιμές από το 1946-1958 στην ατόλη Μπικίνι των νησιών Μάρσαλ που, λόγω της ραδιενέργειας, έγιναν αιτία τερατογενέσεων. Ο ήρωας μάλιστα του διηγήματος, ο Κάι, «είχε δημιουργήσει και ο ίδιος μια ομάδα που πάλευε για την αποπυρηνικοποίηση. Συμμετείχαν και πολλοί κάτοικοι από τις γύρω ατόλες» (σελ.44). Στο ίδιο διήγημα καταγγέλλεται επίσης και το φαινόμενο του θερμοκηπίου που βύθισε νησιά στο νερό και ανάγκασε και αναγκάζει τους κατοίκους τους, όπως τον Κάι, να εγκαταλείψουν τους αγαπημένους τόπους τους και να μεταναστεύσουν, ενώ στο Τσιλοέ, το νησί των γλάρων, ο Ινδιάνος ήρωας, Εουχένιο, με αναπτυγμένη οικολογική συνείδηση «ήταν από τους πρώτους που αντέδρασε για τα εργοστάσια εκτροφής και επεξεργασίας σολομού στην περιοχή γιατί κατέστρεφαν τα μαγευτικά τοπία και τη θαλάσσια πανίδα» (σελ. 47). Τέλος, στο Τραγούδι των Ινουίτ οι αδελφές Έμμα και Ολίβια είχαν μάθει από τη μητέρα τους πως «στη φύση όλα έχουν ψυχή. Ο άνεμος, η θάλασσα, τα ζώα, τα φυτά. Μιλούσαν με τις πέρδικες, τα βρύα, τις φώκιες, τις αλεπούδες, τις φάλαινες, τα βιζόν» (σελ. 63). Με το παραδοσιακό τραγούδι των γυναικών της φυλής τους, το κατάτζιακ, «Απαντούσε η μια στην άλλη με φωνές και ανάσες που κυμάτιζαν, αναπαράγοντας τους φυσικούς ήχους που αντηχούν στις παγωμένες εκτάσεις» (σελ. 64), κατόρθωσαν να διώξουν μακριά από το σπίτι τους την τεράστια απειλητική λευκή αρκούδα και τα μικρά της.

Η Λ.Τ. κατασκευάζει γοητευτικές ιστορίες, με συναρπαστικούς ήρωες/ηρωίδες και τόπους, με πλήθος αναφορών σε έργα τέχνης (Θεοτοκόπουλος, Ιερώνυμος Μπος, Πικάσο, Γκωγκέν, Φράνσις Μπέικον, Ρόθκο, Κούνιγκ, Καντίνσκι), αλλά και σε ανθρώπους του πνεύματος (Όμηρος, Θερβάντες, Τζέιμς Τζόις, Μπόρχες). Έχω την αίσθηση πως μέσα από τα διηγήματά της θέλει να μας μεταφέρει ένα αισιόδοξο μήνυμα για τον κόσμο. Κυρίως με τη φράση του Δον Κιχώτη της Μάντσας, που είναι μάλλον και το ιδεολογικό της στίγμα: «Έρχομαι να διορθώσω τον κόσμο. Αφήνω πίσω μου ό,τι είναι βολικό, και πάω να ζήσω την περιπέτεια, το όνειρο» και στον αντίλογο: «Λείπει το όνειρο στις μέρες μας. Λείπουν οι αγώνες για κάτι ανώτερο. Πρέπει να πολεμήσεις και πάλι», εκείνος απτόητος απαντά: «Η τύχη οδηγεί τα βήματά μας» (Οι ανεμόμυλοι, σελ.41). Πράγματι. Άλλωστε, κάτι αντίστοιχο περίπου εκφράζει και ο Αντόνιο Ματσάδο στην πρώτη αράδα του τετράστιχου, που η συγγραφέας επιλέγει ως μότο στην αρχή των διηγημάτων της: «Διαβάτη δεν υπάρχει δρόμος, ο δρόμος γίνεται βαδίζοντας».  

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.