Loading...
ΒιβλιοπαρουσιάσειςΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ

Ευάγγελος Αυδίκος: Κώστας Λάνταβος, Η Σεβαστή, Εκδόσεις Αρμός 20219

 Ο Κώστας Λάνταβος είναι ποιητής. Πριν από δυο χρόνια (2020) κυκλοφόρησε η  συγκεντρωτική έκδοση όσων ποιητικών συλλογών έχει εκδώσει που καλύπτουν είκοσι χρόνια εκδοτικής δράσης, στεγαζόμενα κάτω από τον συμβολικό τίτλο «Η αγρύπνια εντός μου». Η σχέση του με τη πεζογραφία δεν είναι τακτική. Έχει εκδώσει δυο νουβέλες, αφήνοντας ανάμεσά τους διάστημα δέκα χρόνων.

   Ωστόσο, η πεζογραφία του μπορεί να κατανοηθεί καλύτερα αν αναγνωστεί ως λιμπρέτο της ποιητικής του δημιουργίας . Μ’ αυτό τον τρόπο, με μια αμφίδρομη  και παράλληλη ανάγνωση , αναδεικνύεται ένα κύριο συστατικό του σύμπαντος του συγγραφέα. Η νουβέλα λοιπόν «Σεβαστή» εγκιβωτίζεται σε όσα έχει γράψει για τη Λάρισα και τον κάμπο της, όπου βρήκε  φιλόξενη  στέγη κατεβαίνοντας από την πατρώα γη των βουνοκορφών της Ηπείρου, όπως συνέβη και με τον ήρωά του Στέργιο. «Πόλις –μητέρα του σταριού/ ευλογημένη απ’ τον κάμπο», ανακράζει καταθέτοντας την ποιητική του οφειλή στον σιτοβολώνα που έθρεψε και τα δικά του όνειρα.

   Επιπλέον, ο κάμπος γίνεται σκευή του. Ανασύρει εικόνες, αισθήματα και συναισθήματα, που γίνονται πρώτη ύλη για να γράψει τη «Σεβαστή» του. «Φορώντας/τον κάμπο κατάσαρκα/μετρώ τις σιωπές του/τα αισθήματα ξεθωριάζουν

πριν κρύσταλλο γίνουν/σε σχήμα καρδιάς».

    Ο συγγραφέας επιλέγει την αφηγηματική τεχνική που ανιστορεί σε κάποιον  νεότερο συνομιλητή του ένα συμβάν, μέσω του οποίου ανασυγκροτεί το παρελθόν της πόλης, οικιστικό και πολιτισμικό. Μ’ αυτήν την επιλογή τεκμηριώνονται και οι προεξαγγελτικές αναφορές του ή η διασαφήνιση του πολιτισμικού και ιστορικού παράγοντα, ώστε να είναι ουσιαστική η πρόσληψη της αφήγησής του. Εξαρχής οριοθετεί τον χρόνο και τον τόπο αλλά τις ιστορικές και κοινωνικές διστάσεις. «Δεκαετία του πενήντα. Στις αρχές της. Στη Λάρισα. Μια πόλη επίπεδη, ριγμένη στη μέση ενός κάμπου άλλοτε θλιβερού και μίζερου κι άλλοτε εντυπωσιακού και μεγαλειώδους. Μόλις που τελείωνε ο Εμφύλιος».

    Κάποιες δεκαετίες νωρίτερα, διατύπωνε την αμφίθυμη σχέση του με την πόλη και τον κάμπο ως εξής.

Η πόλις έρχεται από τα βάθη των αιώνων

μια αδιάλειπτη συνέχεια που τρομάζει.

Ριγμένη καταμεσής του κάμπου

στα σωθικά της κρύβει

τις χαμένες μέρες,

τον πλούτο του φιλάργυρου ταγού

και την απελπισία του κολλήγα

 

   Οι ήρωες του Λάνταβου είναι δύο. Πρωτίστως, η Σεβαστή,  που είναι θύμα αλλά και θύτης- τιμωρός, και ο Στέργιος. Συναντιούνται στις παρυφές της Λάρισας, στη μεταπολεμική περίοδο που η πόλη αλλάζει φυσιογνωμία, ρετουσάροντας τα ονόματα των συνοικιών, για να  κόψει τον ομφάλιο λώρο από το ‘αμαρτωλό’ παρελθόν του συνταγματάρχη Λιάπκιν. Γύρω από την πόλη συνωθούνται οι απόγονοι των πρώην κολλήγων ή νομάδων που αναζητούν να στήσουν μόνιμο κονάκι. Γράφει ο ποιητής Λάνταβος συνοψίζοντας και την ψυχολογική ένταση αλλά και τις πυρέσσουσες φιλοδοξίες:

 

προσδοκώ αυτή την ώρα –

λίγο πριν ξημερώσει .

 

ελπίζω στην αρετή της καινούργιας μέρας

 

   Μ’ αυτές τις προσδοκίες αγοράζουν το οικόπεδο οι γονείς της Σεβαστής. Με βλέμμα στο μέλλον και την επιθυμία να αποκτήσει έναν τόπο αναφοράς επιλέγει ο Στέργιος την Σεβαστή για γυναίκα του. Πώς όμως δυο τυπικοί εκπρόσωποι της μεταπολεμικής περιφερειακής Ελλάδας αλλάζουν συμπεριφορά; Είναι ένα οντολογικό πρόβλημα, που σχετίζεται με το πλαίσιο εκείνο , το οποίο καθιστά αναπόφευκτη την αντίδρασή τους σε ό,τι  τους συμβαίνει.

Μόνος στην ερημιά του κάμπου

κλειδώνω τη μνήμη.

Δεν είναι όλα για το φως

 

Ο ποιητής παλιότερα ένιωθε το μέσα του να συγκλονίζεται, ωστόσο απέφευγε να δώσει διέξοδο σε όσα τον απασχολούσαν. Πλέον, ήρθε η ώρα και τα εκθέτει όλα στο φως.

      Πώς γίνεται μια γυναίκα σεβαστική, με αποδοχή από τον περίγυρο να γίνει σκληρή τιμωρός; Να προκαλέσει κακό αλλοιώνοντας το πρόσωπο ενός ανθρώπου; Και πώς ο Στέργιος, που χαρακτηριζόταν από εργατικότητα και συνέπεια, μηχανεύθηκε τρόπο να απαλλαγεί από τη γυναίκα, στην οποία  επένδυσε το μέλλον; «Κυνηγημένος από χίλιους πόθους», γράφει ο ποιητής. Όμως, άλλος ήταν ο πόθος και ο καημός του Στέργιου- όχι ο ερωτικός. Συνεπώς, και οι δύο αισθάνονται φορείς μιας ανάγκης κοινωνικής, που καθιστά αναπόφευκτη τη συμπόρευση μ’ αυτό που τους επιβάλλεται από το πολιτισμικό τους κεφάλαιο ως μονόδρομη επιλογή.

    Αφετηρία για την εκτροπή ήταν η ατεκνία της Σεβαστής. Η καθημερινότητα υφίσταται ρωγμή και «η διαιώνιση της πλήξης» στις παρυφές της πόλης διακόπτεται από την αναζήτηση των δύο ηρώων να ανακτήσουν τα στοιχεία εκείνα που υπονομεύουν τη συμμετοχή στην πληκτική καθημερινότητα.

      Ο Στέργιος νιώθει αποσυνάγωγος , χωρίς παιδί. Τότε, εμφανίζεται ο ταγματάρχης ως από μηχανής θεός πυροδοτώντας τη δραματοποίηση της αφήγησης. Ο  συγγραφέας δεν ενδιαφέρεται να βυθομετρήσει το πρόσωπο αυτό. Είναι εκείνος που θα εξυπηρετήσει τα σχέδια του Στέργιου να απαλλαγεί από τη Σεβαστή. Να την διώξει από την οικογενειακή εστία κατηγορώντας της για συζυγική απιστία.

     Η Σεβαστή, ωστόσο, δεν στρέφεται εναντίον του συζύγου της. Εκδικείται τον ταγματάρχη  κι αυτό επιφέρει την τιμωρία της από το επίσημο σύστημα δικαιοσύνης. Αφήνει τον άντρα της στο απυρόβλητο, να το βρει απ’ το Θεό. Κατανοεί ότι και οι δύο είναι θύματα της κοινωνικής ανάγκης που αναθέτει ρόλους και ορίζει τα αποδεκτά όρια των κοινωνικών συμπεριφορών. Έτσι έμαθε. Για την ίδια η τιμωρία του αξιωματικού αποσκοπούσε στην εξάλειψη των υπονοιών ότι είχε υπόσταση η κατηγορία της απιστίας.

Αρνούμαι απ’ τη φυλακή του χρόνου

ν’ αποδράσω-καλοδεχούμενη η καταιγίδα

 

Η Σεβαστή δεν εναντιώνεται στον κοινωνικό της ρόλο, στη «φυλακή του χρόνου» και του τόπου. Δεν αντιστέκεται στην καταιγίδα. Αφήνεται να παρασυρθεί από αυτή, γιατί  μόνο έτσι θα μπορούσε να επιστρέψει , χωρίς σκιές, στην καθημερινότητα της γειτονιάς της. Είναι τέκνο της κοινωνικής ανάγκης. Το ίδιο πιστεύει και για τον Στέργιο, γι’ αυτό και δεν τιμωρεί αυτόν. Κατά τη Σεβαστή, ο Στέργιος διεκδικούσε να ολοκληρώσει τον δικό του ρόλο. Έτσι, η αναζήτηση τρόπου απόκτησης παιδιού είχε αναφορές στην ίδια ανάγκη που όριζε τη ζωή τους. Ο ταγματάρχης τιμωρείται γιατί  αμφισβήτησε, με τη ρυτίδωση της εικόνας της πιστής συζύγου, τη θέση της στην καθημερινότητα των Ταμπάκικων.

                   Ο Λάνταβος έχει γράψει, λοιπόν,  μιαν ενδιαφέρουσα νουβέλα, η οποία μπορεί να  προκαλέσει, σε πρώτο επίπεδο, βιαστικές αποτιμήσεις. Άνθρωποι που στις αρχές της μεταπολεμικής περιόδου είναι δέσμιοι του αόρατου νήματος της κοινωνικής ανάγκης.

 

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.