Loading...
ΒιβλιοπαρουσιάσειςΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ

Ζωή Σαμαρά: Βαγγέλης Δημητριάδης, Κυπαρίσσια, Αθήνα, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2017, σελ. 70

Το κυπαρίσσι και η σκιά του

 

 

            Είδα παράξενο όνειρο. Ο ίσκιος μου περπάταγε σε όρθιο πεζοδρόμιο. […]

Σαν ίσκιος του ίσκιου» (σ. 47).

Η καθηλωτική περιγραφή του δένδρου και του ίσκιου του αρχίζει από την εικόνα του εξωφύλλου. Ένα ψηλό κυπαρίσσι στέκεται όρθιο, άγνωστο πού ακριβώς, πιθανότατα στον τόπο του τελικού προορισμού όλων μας∙ η σκιά του αναπαύεται στο έδαφος, με μικρή, σχεδόν ανεπαίσθητη κλίση προς τα κάτω. Γη και Ουρανός, Γη και Άδης, με πρωτότυπο τρόπο το δένδρο εξεικονίζει τον άξονα του σύμπαντος, καθέτως και οριζοντίως, και προαναγγέλλει το περιεχόμενο του βιβλίου. Γιατί όμως επιστροφή σε αυτό το συγκεκριμένο αρχέτυπο στην εποχή μας; Ίσως γιατί κάθε κρίση παραπέμπει στην Κρίση. «Η πνιγηρή ουτοπία της σκέψης θέλει κάποιο θεό να ραντίζει με θραύσματα λήθης το σύμπαν» (63), γράφει ο Βαγγέλης Δημητριάδης προς το τέλος του ποιητικού του βιβλίου. Σαν να θέλει να μας θυμίσει ότι το κυπαρίσσι ήταν αφιερωμένο στο θεό του Κάτω Κόσμου, τον Άδη (ή Πλούτωνα), το θεό που «ραντίζει με θραύσματα λήθης το σύμπαν» του. Μια τέτοια σκέψη ανοίγει την πόρτα της φαντασίας του αναγνώστη σε ένα ποιητικό τοπίο με αιώνιες και πανανθρώπινες διαστάσεις.

            Το ησιόδειο δίδυμο Ύπνος-Θάνατος κάνει διακριτικά αλλά και δραματικά την εμφάνισή του. Η νεκρή Άννα ερωτεύεται τον ποιητή, όπως ο Πλούτων την Περσεφόνη, σε μια ονειρική ατμόσφαιρα (31). Και το ποιητικό παιχνίδι γίνεται πιο σαφές, όταν οδεύουμε προς το κλείσιμο του βιβλίου: «Χθες βράδυ είδα πάλι πως είχα πεθάνει. […] Ευτυχώς ονειρεύομαι, είπα, και έφυγα να πάω σπίτι για ύπνο» (64). Επιστρέφει στην ασφάλεια του ύπνου, όπως το μωρό στην αγκαλιά της μάνας. Για μια στιγμή πιστεύει ότι ο ύπνος το προστατεύει από την απώλεια ή και τον δικό του θάνατο.

            Προφανώς, όταν είσαι ποιητής, μπορείς να ονειρεύεσαι και ξύπνιος. Εκ του ασφαλούς, καθώς η ζωή είναι όνειρο (Καλντερόν). Ο ποιητής είναι σκιά και καταστροφέας σκιών (58). Στον δεκάλογο «Φως και σκιές από όνειρα», το ποίημα VI αρχίζει με τη διαπίστωση: «Από τα όνειρά μου λείπουν το φως και οι σκιές» (60), ενώ το VII ξεκινά με «Είμαι φτιαγμένος από λέξεις και γράμματα», για να συμπεράνει: «Άρα διαφεύγω στα όνειρα» (61). Απροσδόκητη αντίθεση στον τίτλο ανάμεσα σε «φως και σκιές» και «όνειρα». Ο ίσκιος του κυπαρισσιού –η σκιά του θανάτου;– επηρεάζει τα νοήματα. Από την έλλειψη φωτός οι λέξεις πεθαίνουν, αλλά καθώς ο άνθρωπος δημιουργήθηκε από το Λόγο, και ο ίδιος «πεθαίνει σαν χάσει όλες τις λέξεις του». Ο ποιητής παρατηρεί έναν άγνωστο που «πορεύεται στο θρόισμα που ασκούν οι λέξεις στα πευκόφυλλα» (46), όπως ο Baudelaire τη μελαγχολία του Παρισιού.

Αν η ποίηση είναι προϊόν των δυσχερειών της ζωής, δεν μπορεί να αποτυπωθεί στο χαρτί, όταν ο ποιητής ζει «στον παράδεισο της γραφής» (29). Και αν «κυρίως την ξηρασία τη χαίρονται οι ποιητές» (45), χρειάζεται αναγνώστης τόσο δεινός κολυμβητής που να μπορεί να κολυμπά, όχι μονάχα στα βαθιά νερά αλλά και σαν πνεύμα στον ξηρό αέρα. Η ποίηση του Δημητριάδη απευθύνεται σε ένα βαθύτερο εγώ που κρύβεται μέσα στον αναγνώστη της: «Προσπαθείς να καταλάβεις τι θέλω να πω, μα δεν λέω κάτι για να το καταλάβεις, το λέω για να νιώσεις αυτό που συμβαίνει […] ή σύντομα θα συμβεί» (23). Λιτός και καίριος ορισμός της ποίησης και συνάμα της βραχύτητας του βίου. Οι ποιητικές λέξεις δεν μας χαρίζονται. Στέκονται απέναντί μας και δεν μας επικουρούν στην προσπάθειά μας να τις ερμηνεύσουμε, να αφαιρέσουμε το μυστήριό τους, τη μαγεία τους. Τοποθετούμε το βιβλίο μπροστά μας και εξετάζουμε τις λέξεις με τα μάτια και την καρδιά μας. Και όταν ο αναγνώστης κρατά το βιβλίο, «διαβάζει κι άλλος μέσα του με ένα κερί στο χέρι» (10), που μπορεί να είναι αλληγορία του ασυνειδήτου ή της παιδείας του. Στην ποίηση, προσθέτει ο Δημητριάδης, το γλωσσικό σημείο δεν είναι αυθαίρετο. Συλλαμβάνει δηλαδή συγχρόνως, μέσα στην ποίησή του, και τις δύο όψεις της γραφής, την πρωτογενή γραφή και το σχόλιο. Οι λέξεις και τα αντικείμενα αναφοράς ταυτίζονται. Το τριαντάφυλλο, είτε είναι λέξη είτε λουλούδι, βρίσκεται κρυμμένο μέσα στην τριανταφυλλιά (26). Τα κυπαρίσσια του Τάσου Λειβαδίτη δίνουν πνοή στο δένδρο (8). Ο ταξιδιώτης μπαίνει στο τρένο «με ένα βιβλίο στο χέρι. […] Ταξιδεύει διαβάζοντας Το ταξίδι» (25). Ίσως βέβαια και να μη διαβάζει. Να ξαναγίνεται παιδί και να ταξιδεύει μέσα στις εικόνες. Το ταξίδι της ζωής ολοκληρωμένο. Να κλείνουμε τα μάτια, χορτάτοι από ζωή, όπως το χρύσεον γένος μερόπων ανθρώπων στο μύθο των γενών του Ησιόδου. Πεθαίνοντας, ένιωθαν να παραδίνονται στον ύπνο.

Γιατί, τελικά, τι είναι ο ποιητής, τι είναι ο άνθρωπος; «Ένα ποίημα αλλιώτικο / δίχως δομή / δίχως υπόθεση / κάποιον εν τέλει στόχο // Αυτό είμαστε» (49). Κανένας μας δεν μπορεί να ξεφύγει από την ανθρώπινη κατάσταση. Παράδειγμα ένας μεγάλος φιλόσοφος και ένας μεγάλος απόστολος:

 Πλάτων και Πέτρος

 «Ο Πλάτων ησθένει». Τον Σωκράτη αρνήθηκε για υπαρξιακούς λόγους. Και ύστερα έκλαψε. Η ιστορία ταξίδεψε με μαύρα πανιά. Πήγε στη Γαλιλαία. Εκεί ο Πέτρος «ουκ οίδα τον άνθρωπο» δήλωσε, δηλαδή κάτι σαν «ο Πλάτων ησθένει». Πλάτων και Πέτρος προδώσαν τους ποιητές. Προδώσαν την ποίηση. Εκλεκτοί παραμένουν στη μνήμη. Ο Πλάτων ησθένει εκ φόβου και ο Πέτρος δεν ήταν για δέσιμο. Αδυναμίες ανθρώπινες. Η ποίηση δεν αρνείται την προδοσία. Η διάσωσή της πρωτεύει. (52)

 

 

Αναδημοσίευση από το περιοδικό Θευθ. Οι δύο όψεις της γραφής, τ. 13 (Ιούνιος 2021)
Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.