Loading...
ΘέατροΜε πάθοςΠρωτοσέλιδοΤΕΧΝΗ

Κωστής Ζ. Καπελώνης: Το Κράτος και η Βία εναντίον της Τέχνης

Η ιστορία είναι πολύ παλιά, από την εποχή των Μύθων ακόμη.

 

Ο Αισχύλος, στον Προμηθέα Δεσμώτη, προσωποποιεί το Κράτος (δηλαδή την Ισχύ) και τη Βία, που αλυσοδένουν τον Προμηθέα στο Καύκασο, με εντολή του ηγέτη των θεών, του Δία, διότι τόλμησε να κλέψει και να δωρίσει στους ανθρώπους τη Φωτιά, το Φως.

 Μετά τη μυθική εποχή, αυτή την κλοπή την κάνει η Τέχνη.

 Δωρίζει στους ανθρώπους πνευματικό φως, μια ενέργεια που δεν αρέσει καθόλου στους σκοτεινούς ηγέτες, που υποκαθιστούν τους θεούς. Έτσι, στο όνομα ενός σκοτεινού θεού, πρόσκαιρα παντοδύναμου, η Βία αναλαμβάνει δράση, κατόπιν εντολής ή και αυτόκλητη καμμιά φορά.

Μπορεί να έρχεται μόνη της, χωρίς το Κράτος, αλλά πολλές φορές το σύγχρονο Κράτος, η σύγχρονη Ισχύς, αφήνει τη Βία ανενόχλητη, να επιτελέσει το έργο της. Το έργο της φίμωσης των επικίνδυνων φωνών, που μπορεί να φέρουν φως στο μυαλό των υπηκόων, εναντίον του Κράτους ή της όποιας άλλης Ισχύος.

 Έχουμε πολλά παραδείγματα.

 Στο πιο πρόσφατο περιστατικό, η Βία, ντυμένη για βραδυνή έξοδο, κομψή ξανθιά τηλεπερσόνα, συνοδευόμενη από μπράβους της νύχτας, διακόπτει θεατρική παράσταση, γιατί ο καλλιτέχνης πρέπει να σωπάσει, επειδή νομίζει, η κομψή ξανθιά, ότι η τέχνη θίγει τον ηγεμόνα της.

 

Άλλοτε πάλι, κρατώντας σταυρούς, ή άλλα σύμβολα μιας πίστης που νομίζει πως της δίνει το δικαίωμα, παρεμποδίζει τους άλλους πιστούς, του θεάτρου, να προσέλθουν στο ναό της δικής τους λατρείας.

 Ή ακόμη χειρότερα, η Βία, σαν ορδή βαρβάρων, με σιδερόβεργες, σουγιάδες και μολότοφ, επιτίθεται να κάψει ένα θέατρο, γιατί τόλμησε να παίξει έργο που έχει στον τίτλο του το όνομα αντίπαλης ομάδας.

Ας μου επιτραπεί, γι’ αυτό το περιστατικό, να μιλήσω ως αυτόπτης.

Η ορδή των βαρβάρων κατέφθασε, μια ώρα πριν από την πρεμιέρα, με στόχο να μην επιτρέψει να υπάρξει η παράσταση.

Οργανωμένοι στην εντέλεια, με τα απαραίτητα εξαρτήματα και εφόδια, κράνη, σιδερόβεργες, σουγιάδες και όπλα φωτοβολίδων, κατέσφαξαν στην είσοδο την πινακίδα του τίτλου του έργου που τους ενοχλούσε, σπάσανε την πόρτα του θεάτρου, βανδάλισαν το σκηνικό, έριξαν φωτοβολίδα στα καθίσματα, τα κάνανε όλα γυαλιά καρφιά, δηλαδή κάνανε το θέατρο γήπεδο και φεύγοντας ρίξανε τις μολότοφ τους στην άλλη πόρτα του ξύλινου θεάτρου.

Από ευτυχή συγκυρία δεν πέτυχαν το σκοπό τους.

Ο στόχος τους δεν ήταν το έργο που τους ενοχλούσε, ήταν το Θέατρο που τόλμησε να επιλέξει να παρουσιάσει έργο, που δε γουστάρανε τον τίτλο του, αφού το περιεχόμενο δεν το γνώριζαν, μιας και η παράσταση δεν είχε ακόμη παρουσιαστεί.

Και το κυριώτερο, έφυγαν ανενόχλητοι, στο κέντρο της Αθήνας, από το μετρό του Συντάγματος, με τις σιδερόβεργες στα χέρια και τα κράνη στο κεφάλι και ουδέν κράτος επιχείρησε να τους ελέγξει.

Εκ των υστέρων, επελήφθη η Ασφάλεια, χωρίς κανένα αποτέλεσμα, όπως ήταν αναμενόμενο.

 Έφτασαν, αργότερα, στ’ αυτιά μου φήμες, ότι τους είπε -λέει- ο ηγεμών που υπηρετούσαν, «Εντάξει, κάνατε ότι κάνατε, φτάνει τώρα» και δεν ξαναήρθαν, όπως είχαν εκφρασμένη πρόθεση.

 

Άλλες φήμες έλεγαν ότι αυτά τα καλά παιδιά, οργανωμένοι σε θύρες των γηπέδων, εργάζονταν τις νύχτες παρκαδόροι ή στην Πόρτα νυχτερινών μαγαζιών, σε πράσινα και βένετα[1] ευαγή ιδρύματα, όπου φιλοξενούνταν αοιδοί την νύχτας, τους οποίους κάποιοι νοικοκυραίοι έρραιναν με άνθη.

Και καθημερινά έγραφαν συνθήματα στα καθίσματα του τραμ ή του ηλεκτρικού, συνδέοντας αριθμούς θυρών και αγκυλωτούς σταυρούς.

Και επενέβη το Κράτος, όταν έφτασαν σε φόνο, αποδεδειγμένο. Μόνο τότε.

Και η ιστορία συνεχίζεται, από τον Προμηθέα ως τον Ζαραλίκο.

 Πώς μπορεί να αποτραπεί αυτή η Βία, που ξεκινάει από τα μικρά και καθημερινά και φτάνει στα ολοκαυτώματα;

 

Ας ελπίσουμε ότι, όταν χαθεί η βία, θα αρχίσει ο Πολιτισμός.

 

Καμία φορά, πολύ σπανίως, το Κοινό αντιδρά και γίνεται ασπίδα μπροστά στη βία. Συνήθως όμως κι αυτό καθεύδει, αλυσοδεμένο από το κράτος και τη βία, σε έναν καναπέ, απέναντι από μια τηλεόραση, που του προσφέρει τον σανό της.

Η ιστορία του Αισχύλου ανεστραμμένη.

Δεμένος τώρα, όχι ο Προμηθέας, αλλά ο σκλάβος.

 

 

 

 

[1] Οι πράσινοι, οι βένετοι, οι ρούσσοι και οι λευκοί ήταν ομάδες οπαδών στον βυζαντινό ιππόδρομο, οι οποίες συχνά προκαλούσαν προβλήματα με τη συμπεριφορά τους, γιατί στις ομάδες αυτές είχαν εισχωρήσει στοιχεία που δεν είχαν σχέση με τις ιπποδρομίες, αλλά εκμεταλλεύονταν το αίσθημα των μαζών και προωθούσαν ιδιωτικά συμφέροντα.

 

(Οι φωτογραφίες είναι από την παράσταση του Θεάτρου Τέχνης, που δέχτηκε επίθεση, τον Φεβρουάριο του 2011.)

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.