Loading...
ΖωγραφικήΠορτραίτα στο λάδιΠρωτοσέλιδοΤΕΧΝΗ

Κώστας Ξ. Γιαννόπουλος: Για δυο σταγόνες χρώμα και μια σταγόνα μελάνι με τους Ντε Σταλ, Άβερυ και Γκρακ

  «Να θυμάστε ότι ένας πίνακας –πριν να είναι ένα πολεμικό άλογο ή μια γυμνή γυναίκα ή ένα ανέκδοτο- είναι βασικά μια επίπεδη επιφάνεια καλυμμένη από χρώματα συναρμοσμένα με μια συγκεκριμένη σειρά»

 μας θυμίζει ο ζωγράφος και θεωρητικός, κύριος εκφραστής του συμβολισμού Μωρίς Ντενί [1870-1943] και βέβαια χτυπάει ακριβώς εκεί που θάλλει η καρδιά της ζωγραφικής, στην οποία η πρόσθεση, η πράξη της αριθμητικής δηλαδή, μας πάει σε προηγούμενους –ισμούς ενώ η αφαίρεση σε μελλοντικά πεδία της μεγάλης κι ενιαίας καρδιάς της τέχνης της ζωγραφικής εικονιστικής ή ανεικονικής, παλιάς ή πρόσφατης. « Χρώματα συναρμοσμένα με μια συγκεκριμένη σειρά». Αλλά κι η λογοτεχνία με τις εικόνες της, τις μεταφορές και το σεβασμό ή την ανατροπή των κανόνων είναι επίσης μια ενιαία τέχνη όπου το μείζον και το έλασσον αρμονίζονται θαυμάσια.

Δυο σταγόνες χρώμα

 

Οι δυο σταγόνες χρώμα παραπέμπουν σε δυο ζωγράφους τον Μίλτον Άβερυ [1893-1965], αμερικανό ζωγράφο που διέδωσε τις δεκαετίες ’30 και ’40 στην Αμερική την τέχνη και την διακοσμητική ιδιοσυγκρασία του Ματίς, αποδίδοντας χρωματικές φόρμες σε επίπεδες επιφάνειες σπινθηροβόλου χρώματος που περικλείονται από χυτά περιγράμματα, προαναγγέλλοντας με την αφαίρεση τον φίλο του Ρόθκο. Διέθετε ένα εντελώς προσωπικό ποιητικό τρόπο φιλοτεχνώντας παραλίες, τοπία, ανθρώπινες φιγούρες μη περιφρονώντας την τεχνική του κολάζ αλλά προαναγγέλοντάς την.

Και τον Νικολά ντε Σταλ [1914-1955] γεννημένο στην Αγία Πετρούπολη, γιο βαρόνου που ακολούθησε τη μοίρα των εμιγκρέδων περνώντας από την Πολωνία, τις Βρυξέλλες και καταλήγοντας στο Παρίσι. Ο Σταλ σπούδασε ζωγραφική στις Βρυξέλλες αλλά είδε τον κόσμο των χρωμάτων ν’ ανατέλλει στο Παρίσι, αφού ταξίδεψε στην Ισπανία, Ιταλία, Βόρεια Αφρική, Ολλανδία, όπου ανακάλυψε τον Ρέμπραντ και τον Βερμέερ. Στο Παρίσι γνώρισε τον Μπρακ και μαθήτευσε κοντά στον Λεζέ. Παρά τη διεθνή φήμη που απέκτησε ως ένας από τους αφηρημένους ζωγράφους της Σχολής το Παρισιού απελπίστηκε ζητώντας το ανέφικτο, όπως ο Πόλλοκ και αυτοκτόνησε.

 

Η άλλη τέχνη

 

Από την άλλη τέχνη, αυτή της λογοτεχνίας ερχόμενος ο ήρωας του ημερολογιακού δεύτερου μυθιστορήματος του Ζυλιέν Γκρακ [1910-2007] « Ένας επικίνδυνος γόης» διαπιστώνει: «πως από την κατάσταση του να ζεις περνά στην κατάσταση του να βλέπει τη ζωή να περνά». Ιδανική οπτική είναι να μηδενίσεις τα μεγάλα διαστήματα ίσως και τα γεγονότα δοξάζοντας τις στιγμές που έχουν αποτυπωθεί ανεξίτηλα στο μυαλό σου σαν ζωγραφικός πίνακας , κάτι σαν ζωοφόρος- γι αυτό «ξάπλωσα στην άμμο κι αφέθηκα να με παρασύρει το πηγαινέλα των κυμάτων». Ο τόπος επινοημένος, το Κεραντέκ, κάπου στη Βρετάνη, χρόνος ένα καλοκαίρι καθώς αποσύρεται. Ο συντάκτης του ημερολογίου Ζεράρ μένει στο «Ξενοδοχείο των κυμάτων». Γύρω του πρόσωπα οικεία η Ιρέν, ο Γκρέγκορυ, ο Ζακ, η Κριστέλ… Ώσπου ο Ζεράρ ετοιμάζεται να φύγει και τότε φτάνει το νέο  της άφιξης ενός παλιού συμμαθητή που κανείς δεν τον έχει ξεχάσει αντίθετα με τον ίδιο που δε θυμόταν  κανένα. Μια γοητευτική, σκοτεινή, μυστικοπαθής προσωπικότητα που δημιουργεί πάντα απορίες. Άπιαστος, αψηλάφητος, δεσποτικός. Το βιβλίο γράφεται σε στρατόπεδο συγκέντρωσης μοιάζει να μιλά για το τέλος μιας οδυνηρής γενιάς που έζησε σε σκοτεινούς καιρούς. Αλλά έρχεται σε αντίθεση με το απλό, ανάλαφρο ύφος του. Σαν μια αιθρία που την τυραννούσε μια ομίχλη λευκή και πυκνή σαν μπαμπάκι που ούτε ένας δυνατός κατακόκκινος ήλιος μπορούσε να διαπεράσει.

Ο ερχομός του Άλαν με τη Ντολόρες ζωντανεύει μια εποχή με τις στιγμές και τις αναμνήσεις της.

Από το ημερολόγιο του Ζεράρ

«29 Ιουνίου

Σήμερα το πρωί περίπατος με τα πόδια στο Κεραντέκ. Ο περίγυρος της προβλήτας του μικρού λιμανιού πολύ έρημος, η παραλία που απλώνεται στα αριστερά εντελώς άδεια, περιστοιχισμένη από αμμόλοφους σκεπασμένους με ξερά βούρλα. Αγριεμένος καιρός στ’ ανοιχτά, ουρανός χαμηλός και γκρίζος, μεγάλα μολυβένια κύματα που έσκαζαν σαν καταρράκτες στην παραλία. Σε ξάφνιαζε η σιωπή αυτών των υψηλών κυματισμών καθώς έσκαγαν τα πέτρινα τούτα τείχη: μεγάλες γλώσσες, βιαστικές και τραχιέςς, αλλά επιδέξιες, ανησυχητικές, ξεπηδούσαν ξαφνικά σαν γλώσσα μυρμηγκοφάγου καθώς, χωρίς προειδοποίηση, έφθαναν στο ύψος του μόλου κι έσκαγαν στον αέρα σαν παγωμένοι πίδακες».

Έτσι καθώς ξεκινά τη μελαγχολική  αφήγησή του  ο Ζεράρ νιώθεις σαν να περιδιαβάζεις στις ζωγραφισμένες με σπινθηροβόλα χρώματα παραλίες του Άβερυ.

«Διασχίσαμε τους αμμόλοφους συγκινητικούς κάτω από το φεγγαρόφωτο, ευγενείς με τους μεγάλους κυματισμούς τους όπως ένα πεδίο μάχης την επομένη της σύγκρουσης. Στο βάθος του ορίζοντα αιθερόλαμνε μία γκρίζα ομίχλη, όμοια με τις μεγάλες δασώδεις εκτάσεις στο τέλος ενός ξέφωτου».

Ο ερχομός του επικίνδυνου γόη

 

Ο Άλαν έχει καταφθάσει, οι μνήμες των άλλων αφυπνίστηκαν-όσο για τις δικές του ποιος ξέρει. Μαθαίνουν για την καριέρα του αλλά τίποτα περισσότερο.

«Νιώθαμε ότι σήμερα δεν είχαμε τίποτα να πούμε ο ένας στον άλλο – καθένας εγκαταλειμμένος στο ακρωτήρι του, να δημιουργεί για τον εαυτό του ένα δωμάτιο κλειστό, όμοιο μ’ αυτούς τους απροσδιόριστους θαμπούς χώρους. Έντονες ζοφερές ριπές ανέμου τράνταζαν τα παράθυρα. Το απόγευμα παρατεινόταν άδειο, χωρίς ηλικία, άχρωμο».

Σπινθηρίζοντες οι τόνοι αλλά διαρκώς με ένα δειλό ή έντονο φθινοπωριάτικο φως εμποδισμένο όμως από σύννεφα κι ομίχλη.

Γκρακ ντε Σταλ και οι αναζητήσεις τους

 

Ο Ζυλιέν Γκρακ μείζων πεζογράφος, δοκιμιογράφος, αλλά κυρίως ποιητής ιδιαίτερων εικόνων, άλλοτε ιμπρεσιονιστικών, άλλοτε αλληγορικών ή  συμβολιστικών αποχρώσεων ερωτοτρόπησε και με το σουρεαλισμό, όντας φίλος του Μπρετόν αλλά και κριτικός απέναντί του.

Εδώ περισσεύει ο λυρισμός και ο όποιος θόρυβος  ή η σιωπή του τοπίου είναι μουσικός, ποτέ μονότονος- ενώ οι μεταφορές του δεν είναι φλύαρες όπως και οι χρωματικές επιφάνειες των δύο ζωγράφων του τρίπτυχου. 

‘Όπως ο Γκρακ  που πειραματίστηκε  με πολλά στυλ αλλά κράτησε κάποιες αποστάσεις απ’ όλα έτσι και ο Ντε Σταλ πειραματίστηκε πάνω στο θέμα του τοπίου, της νεκρής φύσης, αλλά και της ανθρώπινης μορφής, μερικές φορές μέσα από μια λυρική και μυστική ατμόσφαιρα, απλοποιώντας άλλοτε επίπεδες χρωματικές επιφάνειες τονίζοντας την αντίθεση κάποιων χρωματικών κηλίδων. Είχε απογοητευθεί πολλές φορές από τον μη αντικειμενικό χαρακτήρα των έργων του και αναζήτησε με πάθος λύσεις που να τονίζουν το αντικείμενο διατηρώντας όμως το αφηρημένο ύφος του. Αλλά έφτασε σε αδιέξοδο απ’ όπου δεν υπήρχε κανένας δρόμος διαφυγής. Έτσι δεν είχε άλλο κουράγιο να συνεχίσει.

Ως προς το λυρικό και μυστικιστικό χαρακτήρα της αναζήτησής του μοιάζει με την εικονολατρεία του Γκρακ ο οποίος όμως δεν ξεπέρασε κάποια όρια και επέζησε των αναζητήσεών του.

 «23 Αυγούστου

 Κοντά στο καζίνο, εκεί που τελειώνει απότομα η παραλία, αρχίζει κάθετα στο πέλαγος το οικείο τοπίο των αμμόλοφων που τους σαρώνει ανελέητα ο άνεμος, σπαρμένοι με απαλά πικρά λουλούδια στο γκρίζο του αλατιού. Ένας δρόμος με φυλλοβόλα δένδρα καταλήγει μετά από μια απότομη στροφή στη γύμνια ενός μικρού τοίχου κατά μήκος της παραλίας, και οι μπόρες, μέσα σ’ εκείνο το χαράκωμα του ανέμου, αφήνουν να στεγνώνουν εκεί για καιρό μεγάλοι πρασινόμαυροι νερόλακκοι που αντανακλούν τα περαστικά νέφη. Ο άνεμος σπρώχνει σαν τείχος το χείλος της κινούμενης έκτασης. (…) Ένα είδος αβέβαιης ανυπαρξίας βασιλεύει σ’ αυτούς τους θλιβερούς τόπους, όπου γυρίζουμε την πλάτη στα σπίτια, όπου δε ριψοκινδυνεύουμε πλέον παρά μια προβληματική αμφίβολη ζωή».

 

Ζυλιέν  Γκρακ, Ένας επικίνδυνος γόης, μτφρ. Ιφιγένεια Μπουτουροπούλου, εκδόσεις Καστανιώτης 2017
Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.