You are currently viewing Κώστας Ξ. Γιαννόπουλος: Διπλό πορτραίτο στο νερό, Φλωμπέρ- Κάφκα, η επίδραση. Μέρος Γ’

Κώστας Ξ. Γιαννόπουλος: Διπλό πορτραίτο στο νερό, Φλωμπέρ- Κάφκα, η επίδραση. Μέρος Γ’

Ο ΦΛΩΜΠΕΡ ΑΝΑΠΟΛΕΙ

Καθώς ανοίγεις τις “Αναμνήσεις ενός Τρελού” και διαβάζεις, περιμένεις από τον συγγραφέα τους ν’ αφηγηθεί την ιστορία της ζωής του, αλλά τέτοιο πράγμα δεν έχει ως τώρα. Το παραδέχεται. Δεν έχει ζωή. Ή μάλλον δεν την έχει ζήσει ακόμη. Οπότε δε μένει άλλο από το να ξεδιπλώσει τις σκέψεις του. Παραδέχεται επίσης πως δεν μπόρεσε ή δεν θέλησε να ενταχθεί σε μια κοινωνία που θεωρεί πως είναι υποκριτική, κούφια, επίπλαστη, ανιαρή κι επιτηδευμένη. Οι σκέψεις του είναι βουτηγμένες στον πόνο, την πίκρα και το πένθος. Έτσι γυρίζοντας πίσω αναπολεί μια ξένοιαστη νιότη κι αναλώνεται σε λυρικές περιγραφές της φύσης.

      «Όταν ήμουν παιδί, μου άρεσε αυτό που βλέπουμε, όταν ήμουν έφηβος αυτό που νιώθουμε, τώρα που είμαι άνδρας, δε μου αρέσει πλέον τίποτα.» γράφει ο Φλωμπέρ στις πολύ λογικές αλλά οργισμένες «Αναμνήσεις ενός Τρελού». «Έχω διαβάσει, έχω μελετήσει με ζήλο και ενθουσιασμό… έχω γράψει… ω, πόσο ευτυχισμένος ήμουν τότε! Πόσο η σκέψη μου, στο παραλήρημά της, κοιτούσε ψηλά, σε ύψη άγνωστα στους ανθρώπους, όπου δεν υπάρχουν ούτε κόσμοι, ούτε πλανήτες, ούτε ήλιοι. Είχα ένα άπειρο πιο αχανές, αν είναι δυνατόν, από το άπειρο του θεού, ένα άπειρο όπου η ποίηση λικνιζόταν και άνοιγε τα φτερά της μέσα σε μια ατμόσφαιρα αγάπης και έκστασης, και έπειτα έπρεπε να κατέβω απ’ αυτές τις εξαίσιες περιοχές προς τις λέξεις, και πώς να αποδώσεις με τον λόγο αυτή την αρμονία που υψώνεται από την καρδιά του ποιητή και τις σκέψεις γίγαντα που κάνουν τις φράσεις να λυγίσουν, όπως ένα χέρι δυνατό και μυώδες κάνει το γάντι που το ντύνει να διαρραγεί;»

 ΕΤΥΜΗΓΟΡΙΑ

     Στο διήγημα του Κάφκα «Η Ετυμηγορία»  ο αφηγητής που είναι ταυτόχρονα και ο συγγραφέας αυτοπροσώπως ακολουθεί μια πορεία από το φως στο σκοτάδι. Αντίθετη διαδρομή δεν είναι δυνατόν να υπάρξει. Το διήγημα μιλάει για τη σχέση γιου και πατέρα, θέμα που ο Κάφκα έχει χρησιμοποιήσει εκτός από το «Γράμμα στον Πατέρα» σε αρκετά διηγήματα.

      Ψηλός, σωματώδης, με λαιμό χοντρό, ταυρίσιο, επιτυχημένος, γεμάτος αυτοπεποίθηση, με αιφνίδιες και αναίτιες εκρήξεις οργής, τρομοκρατούσε το γιο του. Του έπαιρνε τη ζωή. Του στράγγισε το αίμα. Του αφαιρούσε κάθε δυνατότητα για αξιοπρέπεια, λογική και δύναμη… Ο γιος ευνουχισμένος, εγκλωβισμένος σε αυταπάτες, έντρομος γεμάτος ενοχές προσπαθεί να κερδίσει πάση θυσία την πατρική αποδοχή. Από τον φόβο του θανάτου περνάει στην επιθυμία του θανάτου. Απολαμβάνει να πεθαίνει. Ο γιος πολεμάει αντί για τον πατέρα του τον εαυτό του: «Ο,τι κατέχω στρέφεται εναντίον μου, ό,τι στρέφεται εναντίον μου δεν το κατέχω πια… (…) Αποτελούμαι μόνο από καρφιά που μπήγονται μέσα μου και αν προσπαθήσω να αντισταθώ και να πολεμήσω, το μόνο που καταφέρνω είναι να χωθούν βαθύτερα…» γράφει στον φίλο του Μαξ Μπροντ. «Εγώ είναι ένας Άλλος» η φράση του Ρεμπώ ταιριάζει γάντι και κουμπώνει στον καρπό του Κάφκα. Ποιος ήταν ακριβώς; Ποιος είναι όταν λέει: «Ποτέ δεν ήμουν σίγουρος ότι ήμουν ζωντανός…»

Γιος, εραστής, υπάλληλος, συγγραφέας, αδερφός, αφανισμένος, νεκρός, έντομο… ρόλοι που παίζονται και ξαναπαίζονται, που εναλλάσσονται με ταχύτητα ηλικίας, όπως τα φορέματα μιας βαμπ που της τα φέρνει ο αμπιγιέζ στο καμαρίνι της και αυτή πρόθυμη αλλάζει πίσω από το παραβάν.  Ύστερα αυτός κολυμπάει ανάμεσα στις λέξεις αμφίσημες, ίσιες, στρογγυλές, επαμφοτερίζουσες. Ακούγεται ο παφλασμός του σώματος που πέφτει στο νερό απ’ τη γέφυρα. Ο γδούπος της πτώσης καλύπτεται από τον βόμβο του λεωφορείου που περνά. Φωνάζει: «Αγαπημένοι γονείς, κι όμως σας αγαπούσα πάντα».

ΤΑ ΜΑΚΡΟΒΟΥΤΙΑ ΤΟΥ ΦΛΩΜΠΕΡ

 Αν η ζωή του Κάφκα ήταν δισταγμός η ζωή του Φλωμπέρ ήταν μακροβούτια που το τέλος τους σημαδευόταν από βαθειές ανάσες. Ο Φλωμπέρ γεννήθηκε στο νοσοκομείο που εργαζόταν ο γιατρός πατέρας του. Η οικογένεια: ο Γουσταύος, η μητέρα μια αντισυμβατική ευαίσθητη και έξυπνη γυναίκα, αλλά κάπως ψυχρή και με συχνές μεταπτώσεις – γι’ αυτό ο Φλωμπέρ φρόντιζε να μην της εναντιώνεται, η αδερφή του, η Καρολίνα, και ο μεγαλύτερος αδελφός του, Αχιλλέας – ο καλός μαθητής, που αργότερα γίνεται γιατρός – διαδέχεται τον πατέρα, που ως ένα βαθμό αποτελεί πρότυπο για τον Γουσταύο και παρακολουθούν το μάθημα ανατομίας. Αγαπούν όμως την ζωγραφική, τη μουσική και το καλό φαί. Πότε πότε ξέρουν να χαίρονται και τη ζωή. Ο πατέρας είναι πάντα πολυάσχολος, οργισμένος συχνά, χωρίς λόγο. Δεν κατανοεί τους δικούς του. Τα παιδιά του τον θαυμάζουν αλλά και τον τρέμουν. Είναι επιτυχημένος και η επιτυχία αυτή καταπιέζει ολόκληρη την οικογένεια τόσο βαριά όσο η θλιβερή σιωπή του μεγάλου κτιρίου στο οποίο στεγάζεται το νοσοκομείο της Ρουέν, στην Νορμανδία. Ο πατέρας ανικανοποίητος, αλαζονικός, αυταρχικός. Ο γιος απείθαρχος αποβάλλεται από το κολέγιο. Τον συνεπαίρνει ο έρωτας, τον συγκινεί η δόξα. Αλλά έχει πολλές μελαγχολικές στιγμές. Ζει ανάμεσα σε νέους που ονειρεύονται την επανάσταση, που γράφουν ποιήματα και λαχταρούν να ζήσουν.

«Βλέπω με αγανάκτηση πως θα ξαναγυρίσει η λογοκρισία στο θέατρο», γράφει το 1835, σε ηλικία 14 ετών, «και θα καταργηθεί η ελευθερία του τύπου. Οι εκπρόσωποι του λαού δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα σιχαμερό κουβάρι από πουλημένους, οι βλέψεις τους είναι το συμφέρον, η κλίση τους η προστυχιά, η τιμή είναι μια ηλίθια αλαζονεία, η ψυχή τους λασπουριά και κάποια μέρα ο λαός θα ξαναρχίσει την τρίτη επανάστασή του… Ναι, ο αιώνας μας είναι γόνιμος από αιματοβαμμένες περιπέτειες… ασχολιόμαστε πάντα με την Τέχνη, που πιο μεγάλη από τους λαούς, τα στέμματα και τους βασιλιάδες είναι πάντα εκεί ψηλά και κρέμεται από τον ενθουσιασμό με το θεϊκό της διάδημα».

ΠΟΡΤΡΑΙΤΟ ΤΗΣ ΦΕΛΙΤΣΕ

.«Είμαι ολόκληρος ποτισμένος λογοτεχνία» αναφωνεί ο Κάφκα. Όταν διαπιστώνεται από πόσο βαριάς μορφής φυματίωση πάσχει, πανηγυρίζει! Σκέφτεται πως θα πάψει να δουλεύει στην ασφαλιστική εταιρία και θα γράφει απερίσπαστος. Ήταν τότε που αλληλογραφούσε με την αρραβωνιαστικιά του, την Φελίτσε που το όνομά της – τι ειρωνία! – σημαίνει ευτυχία  μα γι’ αυτόν: «… έμοιαζε με υπηρέτρια, κοκαλιάρικο, άδειο πρόσωπο, που κουβαλούσε την κενότητά του ανοιχτά. Γυμνός λαιμός. Μια μπλούζα ριγμένη πάνω της όπως όπως (…) σχεδόν σπασμένη μύτη, ξανθά κάπως τραχιά απωθητικά μαλλιά, ισχυρό πηγούνι. Όταν κάθισα, την κοίταξα πιο προσεκτικά για πρώτη φορά, αν και είχα βγάλει ήδη την αμετάκλητη ετυμηγορία μου». Σ’ αυτήν είναι που γράφει, ” πολυαγαπημένη δεσποινίς, και τι δεν θα έδινα τώρα για ένα σας βλέμμα!” Αλλά στην ίδια γράφει επίσης: «Ο τρόπος της ζωής μου συνδέεται αποκλειστικά με το γράψιμο, και οι όποιες αλλαγές γίνονται μόνο και μόνο για να ανταποκριθεί κατά το δυνατόν καλύτερα στο γράψιμο, διότι ο χρόνος είναι λίγος, οι δυνάμεις ελάχιστες, το γραφείο φρίκη, το σπίτι θορυβώδες και πρέπει κανείς να ξεγλιστράει με διάφορα τεχνάσματα, εφόσον δεν μπορεί να ζήσει μια ωραία, κανονική ζωή».

 Σ’ ένα περίπατο με τον Γκούσταβ Γιάνουχ, τον νεώτερο συνομιλητή του, φθάνοντας έξω από το πατρικό του, του εξήγησε γιατί είχε την αίσθηση ότι δεν επιστρέφει σπίτι του, «αλλά σε μια φυλακή ειδικά κατασκευασμένη για μένα, ακόμα πιο αποπνικτική γιατί μοιάζει με ένα απολύτως συνηθισμένο μικροαστικό σπιτικό… δεν μπορείς να σπάσεις τις αλυσίδες όταν δεν μπορείς να τις δεις». Τις έβλεπε ή όχι τις αλυσίδες, πάντως το αποτέλεσμα ήταν να είναι δεμένος μ’ αυτές, με μια καταναγκαστική συνήθεια, που όπως λέει ο Μπέκετ, σε ένα δοκίμιό του για τον Προυστ, δένει το σκύλο με το ξερατό του. Αυτό το δεσμό δεν μπόρεσε ποτέ να τον διαρρήξει. Κάποια στιγμή το 1919, στις 6/3, γράφει σε μια καρτ-ποστάλ στην αγαπημένη του Ότλα, «κάνε μου τη χάρη να μου γράψεις δυο λέξεις για το τι γίνεται σπίτι. (Οι γονείς αντιδρούν στην απόφασή της να παντρευτεί έναν χριστιανό). Στο γράμμα της Τρίτης, η μητέρα μου λέει περιέργως ειλικρινά για την δική της ταραχή και για την ακόμα μεγαλύτερη ταραχή του πατέρα, σαν να αποσιωπούσε έτσι πολύ περισσότερα ακόμη. Πώς ήταν στο σπίτι; Εσύ έμεινες περιέργως πολύ καιρό σπίτι.» Λίγες μέρες μετά, της γράφει πως «δεν παίζουμε ο ένας εναντίον του άλλου, έχουμε κοινό παιχνίδι και καθόμαστε πλάι πλάι, μα ακριβώς, επειδή είμαστε τόσο κοντά ο ένας στον άλλον, δεν διακρίνουμε πάντα τι θέλει ο άλλος, αν θέλει να σπρώξει ή να χαϊδέψει. Μπερδεύονται το ένα με το άλλο», όπως δυο σκαντζόχοιροι που κρατούν την απόσταση που τους επιτρέπει το μήκος από τα αγκάθια τους.

  ΣΤΗ ΛΟΥΙΖ ΚΟΛΕ

 Το Μάιο του 1852, προχωρημένη ώρα, Σάββατο προς Κυριακή μία ώρα μετά τα μεσάνυχτα, ο Φλωμπέρ γράφει στην ερωμένη του Λουίζ Κολέ: «Η νύχτα της Κυριακής με βρίσκει στη μέση μιας σελίδας που με απασχόλησε όλη την ημέρα και που αργεί ακόμα πολύ να τελειώσει. Την αφήνω για να σου γράψω, άλλωστε ίσως να με πήγαινε ως αύριο βράδυ, επειδή χρειάζομαι να ψάχνω συχνά για ώρες μια λέξη, κι έχω πολλές να ψάξω θα ήταν πιθανό να περίμενες ακόμη όλη την επόμενη βδομάδα ώσπου να τελειώσω (…) Πέρασα το απόγευμά μου προχθές, κοιτώντας την εξοχή μέσα από χρωματιστά γυαλιά. Κάτι που χρειαζόμουν για μια σελίδα της «Μποβαρύ» μου, που νομίζω ότι δεν θα είναι από τις πιο κακές.»

«Το αμφιθέατρο του νοσοκομείου ήταν προς τη μεριά του κήπου. Πόσες φορές μαζί με την αδερφή μου δεν σκαρφαλώσαμε στο κιγκλίδωμα, και κρεμασμένοι ανάμεσα στην κληματαριά κοιτάζαμε με περιέργεια τα απλωμένα πτώματα. Τα χτυπούσε ο ήλιος, οι ίδιες μύγες που πετούσαν πάνω σε μας και τα λουλούδια πήγαιναν και έπεφταν πάνω τους, ξαναγύριζαν, βούιζαν!… Βλέπω ακόμα τον πατέρα μου να σηκώνει το κεφάλι του την ώρα που άνοιγε με το νυστέρι του ένα πτώμα και να μας λέει να φύγουμε από εκεί.»  Όλη η οικογένεια εκτός απ’ τη μαμά μαζεύονταν στον προθάλαμο του λουτρού για να αξιοποιήσουν τον λίγο ελεύθερο χρόνο που διέθετε ο γιατρός για τα παιδιά του, και έβαζαν τον εαυτό τους στην θέση των κατηγορουμένων, ενώ έδιναν γενναιόδωρα σε κείνον το ρόλο του δικαστή. Φυσικά ήταν μια άνιση σχέση, που δεν της έλειπε η αγάπη και η κατανόηση, έπασχε όμως απελπιστικά από έλλειψη χρόνου.

Ο Φλωμπέρ από μικρός δεν φοβόταν τους κεραυνούς ή τα άλογα, έτρεμε όμως το σκοτάδι και τα φαντάσματα. Στην ίδια κατάσταση βρισκόταν και μεγάλος.

 Δύο γυναίκες σημάδεψαν την ζωή του, η αγαπημένη του μητέρα και η Λουίζ Κολέ, ερωμένη, σύντροφος και μούσα. Ο δεσμός τους υπήρξε θυελλώδης. Εκείνη τον λάτρευε, ήταν έντεκα χρόνια μεγαλύτερή του, όταν πρωτοσυναντήθηκαν ήταν 36 ετών εκείνη,  κι εκείνος 25. Ο Φλωμπέρ μαγεύτηκε από την ομορφιά της. Η Λουίζ ήταν πανέμορφη γυναίκα. Σχεδόν αμέσως ξεκίνησε και η αλληλογραφία τους που εν αγνοία της Λουίζ έμεινε στην ιστορία της λογοτεχνίας. Οι επιστολές που φιλοτέχνησε ο Φλωμπέρ είχαν όλα τα πλεονεκτήματα του ύφους του. Η πρώτη φάση της σχέσης τους κράτησε από τον Αύγουστο του 1846 ως τον Αύγουστο του 1848 και η δεύτερη από τον Ιούλιο του 1851 ως τον Απρίλη του 1854. Ρομαντισμός, ερωτικό πάθος, λογοτεχνικοί πόθοι, ενθουσιώδεις στίχοι από τη μεριά της Λουίζ. Ο Φλωμπέρ, ήταν γεμάτος τρυφερότητα για κείνη, αλλά ήταν εξαιρετικά μελαγχολικός και λυπημένος. Κατά τη διάρκεια της συγγραφής της «Μποβαρύ» εκείνος προσπαθεί να μείνει μακριά της. Επειδή η συγγραφή είναι μια εξαιρετικά κοπιαστική εργασία, η οποία απαιτεί χειρουργική ακρίβεια και προπάντων έλλειψη συναισθημάτων. Κανείς δε μπορεί να γράψει με βουρκωμένα μάτια και λυπημένη καρδιά. Εξάλλου οι δυο τους ήταν άνθρωποι με διαφορετική αντίληψη για τη Ζωή και την Τέχνη. Ο Φλωμπέρ που ήταν πολύ ικανοποιημένος επειδή εκείνη έγραφε ποιήματα, της έδινε συμβουλές. Αλλά εκείνη ούτε που τις έπαιρνε υπόψη της. Ήταν ηγερία του Αλφρέ ντε Μυσέ και του Αλφρέ ντε Βινύ με τους οποίους διατηρούσε και ερωτικές σχέσεις. Αλληλογραφούσε με τον Ουγκώ και τον Λεκόντ ντε Λίλ. Ήταν ευνοούμενη του Σατωβριάνδου και ζητούσε συμβουλές από τον Βερανζέρο. Σύχναζε στο φιλολογικό σαλόνι της μαντάμ Ρεκαμιέ. Ήταν καλλιεργημένη, δημοκρατική, ελευθεριάζουσα, υποστήριζε ένθερμα τα δικαιώματα των γυναικών, αλλά ήταν αριβίστρια και εκμεταλλευόταν τις καταστάσεις προς όφελός της.

«Κυρία», της γράφει για τελευταία φορά ένα εξαιρετικά ολιγόλογο σημείωμα. «Πληροφορήθηκα ότι μπήκατε στον κόπο χθες να έρθετε τρεις φορές στο σπίτι μου. Δεν ήμουν εκεί. Και φοβούμενος μήπως μια τέτοια επιμονή εκ μέρους σας θα μπορούσε να σας ταπεινώσει, η καλή αγωγή με υποχρεώνει να σας προειδοποιήσω: Δεν θα είμαι ποτέ.» Το σημείωμα έχει ημερομηνία 6 Μαρτίου 1855. Ο Φλωμπέρ είναι 34 ετών. Και οι προσπάθειές του να ολοκληρώσει την «Μαντάμ Μποβαρύ», τον έχουν κουράσει. ”Αυτό το βιβλίο με έχει αποκάμει. Έλιωσα πάνω του ό,τι απόμεινε από τα νιάτα μου. Ας είναι, πρέπει να γραφτεί”.

 

 

 

ΣΗΜΕΙΩΣΗ:
Στο επόμενο το τελευταίο μέρος

 

 

 

 

 

 

 

 

Κώστας Γιαννόπουλος

Ο ΚΩΣΤΑΣ Ξ. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας. Συνεργάστηκε για μια πενταετία με την εφημερίδα «η Εποχή» (όπου διατηρούσε τη στήλη'Περίτεχνα' και έφτιαχνε σκίτσα) και με το περιοδικό ‘''Στίγμα''’ από την ίδρυση του ως την αναστολή της έκδοσής του. Υπήρξε, επίσης, σύμβουλος του Πολιτισμικού Οργανισμού του Δήμου Αθηναίων όπου οργάνωσε ''5 συζητήσεις για ποίηση σαν παρτίδες πόκερ''Δημοσίευσε βιβλιοκριτικές στην «Καθημερινή» και στη «Νέα Εστία», παρουσίασε στο Γ΄ Πρόγραμμα της ΕΡΑ εκπομπές με ελληνική μελοποιημένη ποίηση, και αρθρογράφησε στο περιοδικό «Γαλέρα» καθώς και στα περιοδικά ''Νέο επίπεδο'' και ''Διαβάζω'' Εξέδωσε μια μονογραφία για τον Περικλή Γιαννόπουλο και μια μυθιστορηματική βιογραφία για τον Μιχαήλ Μητσάκη. Έχει γράψει ακόμη ένα θεατρικό μονόλογο και ένα βιογραφικό δοκίμιο για τον Κ. Γ. Καρυωτάκη, τα οποία είναι ανέκδοτα. Δημοσίευε στο περιοδικό «Ιστορία εικονογραφημένη» και συνεργάζεται με το περιοδικό δρόμου, ΣΧΕΔΊΑ ενώ είναι αρχισυντάκτης του Στρόβιλος.gr.

Αφήστε μια απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.