Loading...
ΒιβλιοπαρουσιάσειςΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ

Λέανδρος Πολενάκης:  Δάφνη-Μαρία Γκυ-Βουβάλη: «Τα λόγια του ονείρου», εκδόσεις Βακχικόν

Άφετε τα παιδία

 

 

Στο καινούργιο ποιητικό της βιβλίο από τις εκδόσεις «Βακχικόν» με τίτλο: «Τα λόγια του Ονείρου», η Δάφνη-Μαρία Γκυ-Βουβάλη μας μυεί με τρόπο μαγικό, δεν διστάζω να χρησιμοποιήσω αυτή την παρεξηγημένη λέξη, σε ένα όραμά της μυστικό, που αποτελείται από εικόνες και χρώματα, φως και σκοτάδι, ανταύγειες και ήχους μουσικούς. Ένα όραμα, που, από μια ατέλεια της ανθρώπινης φύσης, η οποία στερείται οργάνου για να επικοινωνεί με το αδιαίρετο όλον του κόσμου, πρέπει, για να γίνουμε κοινωνοί του, να μεταφερθεί σε γλώσσα ανθρώπινη και να εκφρασθεί με ανθρώπινες λέξεις.  Λάμπουσες όπως βότσαλα μετά τη βροχή στην όχθη ενός ιδεατού Αχέροντα ποταμού, όπου παροικούμε, ζωντανοί στον ύπνο αγγίζοντας τα όρια του νεκρού, στον ξύπνο αγγίζοντας τα όρια του κοιμισμένου, κατά τον λόγο του Ηράκλειτου. Λέξεις πεπερασμένες στην καθημερινή τους χρήση, που, όμως, εδώ στην ποιητική λαλιά και διάλεκτο της Δάφνης – Μαρίας Γκυ δεν λέγουν, αλλά σημαίνουν.  Όπως οι χρησμοί της Πυθίας. Τέτοια η γλώσσα της ποίησης, ήδη από τη γέννησή της σε απροσμέτρητα βάθη χρόνου: χρησμική. Μας μιλάει για το άρρητο ρήμα, για το αθέατο θέαμα και για το ανήκουστο άκουσμα, με τις πέντε περατές αισθήσεις μας. Επινοεί μια προσωπική, δική της διάλεκτο και γλώσσα, που διαθέτει τα κοινά σύμβολα ώστε να επικοινωνούν μαζί μας με μια έκτη αίσθηση. Μεταβαίνει από τον λόγο με μικρό στον Λόγο με μεγάλο και στο ταξίδι της αυτό μας παίρνει μαζί της. Προάγοντας το εγώ σε εαυτό, υψώνοντας τον εαυτό στον κόσμο των σφαιρών, ανοίγοντας την κλειστή σαν στρείδι, αναδιπλωμένη στον εαυτό συνείδηση, στον αληθινό κόσμο της γνώσης, πέρα από τις εκάστοτε απατηλές μορφές του επιστητού που παίρνει διαδοχικά και αφήνει ο χρόνος. Αυτό που η Ανατολική σοφία ονομάζει Μάγια. Επειδή, αν όλα στον κόσμο ήταν φαινομενικά, όπως διατείνεται μια άλλη μερίδα των σοφών της γης, τότε και η ίδια η φαινομενικότητα θα ήταν φαινομενική. Με αποτέλεσμα να πλανιόμαστε αενάως ανάμεσα στους αντικριστούς καθρέφτες που ορθώνει η φαινομενικότητα για να θαυμάζει τον εαυτό της. Κάτι το οποίο συμβαίνει σήμερα, κατά κόρον, δυστυχώς. Ούτε διαφαίνεται οδός να ξεφύγουμε από την παγίδα που στήσαμε, για να συλλάβουμε τα φαντάσματα που γεννά ο διαταραγμένος νους μας, εθισμένος να θητεύει στο ά-σχημο. Και πιαστήκαμε σε αυτήν, σαν σε ιστό κακόβουλης αράχνης. Μόνη έξοδος η Τέχνη και η κατάφαση της Ομορφιάς.

Για να επιστρέψω στον κόσμο της Δάφνης – Μαρίας, ο Λόγος της μας φέρει σε κοινωνία με το άλλως ασύλληπτο γαλαξιακό όλον, αλλιώς με τον Θεό των μεγάλων και μικρών πραγμάτων, αδιακρίτως. Όπου ένα ταπεινό και πρόσκαιρο λουλούδι που ζει μονάχα εικοσιτέσσερις ώρες, αξίζει περισσότερο από μια πρόσκαιρη αυτοκρατορία που ζει χίλια χρόνια. Έτσι ζυγίζει τις αξίες ο θεός των μεγάλων και των μικρών πραγμάτων και η όρθια ποίηση των ανθρώπων, ανεξαρτήτως των εκπτωτικών μεγεθών ή του επισπεύδοντος χρόνου: με μέτρο το σώμα του θεϊκού βρέφους Διόνυσου-Χριστού. Γι’ αυτό μισούν και διώκουν την ποίηση οι πρόσκαιροι τύραννοι και ακόμη περισσότερο οι μικρόνοες και δουλόφρονες πιστοί οπαδοί – υπηρέτες τους.

Οι λέξεις, λοιπόν, της Δάφνης – Μαρίας Γκυ, με όσα σημαίνουν, είναι τα κλειδιά για να ψηλαφήσουμε το μυστικό όραμά της: Έρωτας, γέννηση, έρωτας, θάνατος, έρωτας πάλι γέννηση, ένυλος έρωτας της ψυχής αλλά και του σώματος, το συναμφότερον κατά την ρήση του Αγίου Γρηγορίου Παλαμά, βάσει του οποίου πλάστηκε ο άνθρωπος «κατ’ εικόνα και ομοίωση». Αέναη επανάληψη του κύκλου, έρωτας πάλι με όλες τις αισθήσεις, ύπνος, όνειρο, πέρασμα από το σκοτάδι στο φως. Μύηση στο άλλο. Η ποίηση της Μαρίας – Δάφνης ομνύει με λέξεις, ώσπου να γίνει εικόνα και όραμα στιγμιαία, πριν διασπαστεί σε χίλιες λέξεις πάλι, που η κάθε μια τους είναι μια εικόνα. Πρόκειται για μια σύνθεση από 37 ποιήματα σε ελεύθερο στίχο και δέκα ποιητικά πεζά. Με ομοούσιους, ένσαρκους και έμψυχους στίχους, όπως στο άτιτλο ποίημα που προτάσσεται ως εισαγωγή της σύνθεσης, το οποίο θα μου επιτρέψετε να σας το διαβάσω, από τρία αρχαϊκά ανομοιοκατάληκτα ιαμβικά τρίστιχα, που αρχίζουν όλα με την αρχετυπική λέξη ποθώ:

                 Ποθώ το πρόσωπο του ονείρου           

                 σιωπηλό

                μέσα στον λευκό καθρέφτη της Σελήνης

     

                Ποθώ την ίριδα των πεταλούδων

                πάνω στα πέταλα των λουλουδιών

                για είκοσι τέσσερις ώρες ζωής

 

                Ποθώ τη Διάπλατη Πύλη

                την αύρα των στίχων

                καθώς αναθρώσκει στο στερέωμα

 

Η Δάφνη – Μαρία το ξέρει λοιπόν, ότι όλα στον συμπαντικό της κόσμο αρχίζουν με τη λέξη πόθος. Και δεν τελειώνουν. Ας την ακολουθήσουμε, λοιπόν, με οδηγό τον πόθο του παντός, στο ατέλειωτο μυητικό ταξίδι της.

Διαλέγω στίχους τυχαία, από διάφορα ποιήματα, συνδέω τα φαινομενικώς ασύνδετα, ταιριάζω τα φαινομενικώς αταίριαστα και προχωρώ βαθιά στη χώρα του αχωρήτου, όπως θα έλεγε ο Σεφέρης. Όπου, τυχαίο και αποσπασματικό παύουν μεμιάς να υπάρχουν και ενώνονται για να μας δείξουν ένα δρόμο. 

Ο θόλος του Θεού βγήκε σεργιάνι. Αιωρείσαι για μερικά δευτερόλεπτα πάνω από τη γη και μετά πετάς. Μέσα στους δαιδάλους τ’ ουρανού. Στίχοι, ποιήματα, νοήματα, φθόγγοι και λέξεις, άρπαξα το μίτο τους κι ακολούθησα τη μνήμη μου στο κενό. Ακολούθησέ με μέσα στο Σπίτι αργά, σαν ξετυλίγεται ο μίτος στα δωμάτια. Χρώματα γεννιούνται, χρώματα. Απογειώνομαι ανάμεσά τους, με προσπερνούν, τα προσπερνώ, τ’ αγγίζω. Θροΐζουν. Χάνομαι στο φως. Η πόρτα που άνοιξε με οδήγησε στο φως. Ευτυχώς που το βάδισμά μου τραγουδούσε πάνω στη χλόη κι έδωσε σήμα στους φρουρούς να μ’ αφήσουν να περάσω. Ω, τι ευδαιμονία! Σύντομα το κυματιστό το Σέλας του Βορρά θ’ ανάψει. Φυσά η αύρα η νυχτερινή, παιδάκια φέρνει κι ευχούλες στην κορυφή ν’ αναγαλλιάζουν. Το χαμόγελο του Θωμά, την αγκαλιά της Αθηνάς, τις μπουκλίτσες της Μαγδαληνής, τ’ ανάκατα λογάκια της Ακυλίνας…

Εδώ σταματώ, έχουμε φτάσει πια σε ένα σημείο συν-εννόησης. Πρόκειται για το μυητικό ταξίδι της επιστροφής σε έναν υπεσχημένο τόπο ή στον χαμένο – ξανακερδισμένο παράδεισο των αθώων ψυχών, όπου την ποιήτρια υποδέχονται αγνές παιδικές φωνές με ονόματα Αγίων. Όπως του ολιγόπιστου Θωμά, της Αθηνάς (μια από τις Σαράντα Μάρτυρες), της Μαγδαληνής (όπως διέπλασε την ιστορία της ο λαϊκός μύθος) και της γενναίας νεομάρτυρος Ακυλίνης. Είναι άραγε το ταξίδι της Αντιγόνης στον κάτω κόσμο για να συναντήσει τους δικούς της και να ξαναγεννήσει τον Διόνυσο, σύμφωνα τους Ορφικούς; Ή μήπως για το ταξίδι άνω-κάτω της Περσεφόνης που επιστρέφει για να ξανανθίσει η γη; Όποια εκδοχή και αν διαλέξουμε, απηχεί σαν τραγούδι το Ευαγγελικό: «Άφετε τα παιδία ελθείν προς με». Η ποιήτρια είδε το χαρούμενο φως στο ταξίδι της και μας το αφηγείται σε κατάσταση νηφάλιας μέθης. Ένα βάκχειο και συνάμα νηπτικό ταξίδι επιστροφής σε μια μητέρα-πατρίδα.

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.