Loading...
ΑφιερώματαΔοκιμέςΠρωτοσέλιδο

Λένη Ζάχαρη: 1821-1922-2022, Από τον αγώνα για την ανεξαρτησία στη Μικρασιατική Καταστροφή και στις συνθήκες διαμόρφωσης του σύγχρονου ελληνισμού. Μέρος Β’ Η Μεγάλη Ιδέα, ο αλυτρωτισμός και οι συνέπειες για το ελληνικό κράτος 

 

Πριν φτάσουμε στο τραγικό 1922 οφείλουμε να εξετάσουμε ορισμένες πτυχές της ιστορίας μας, οι οποίες κρίνονται σημαντικές για την κατανόηση των μεγάλων γεγονότων και των αιτίων που τα υποκίνησαν. Μια απ’ αυτές είναι και η δημιουργία της Μεγάλης Ιδέας, αλλά και του «αλυτρωτισμού» όπως και του «εθνικισμού» που κυριάρχησαν τόσο πριν την Επανάσταση όσο, κυρίως, μετά από αυτήν. Ειδικά μετά τη δημιουργία του Ελληνικού κράτους, του περιορισμένου ως προς τα σύνορα, αυτά τα τρία θα αποτελέσουν κυρίαρχα στοιχεία τόσο της εσωτερικής όσο και της εξωτερικής πολιτικής μέχρι το 1922.

Με την κατάλυση της Κωνσταντινουπόλεως, ο ελληνόφωνος και ορθόδοξος κόσμος της ευρύτερης περιοχής της πάλαι ποτέ Ρωμανίας/Βυζαντινής αυτοκρατορίας αλλάζει πολιτική επιστασία, , χάνοντας έτσι την πολιτική και κοινωνική του συνοχή ως κυρίαρχο πολιτιστικό παράδειγμα εντός μίας κρατικής υπόστασης. Κατά αυτόν τον τρόπο, υπό την προτροπή και πολιτική εποπτεία του Σουλτάνου φθάνει το Οικουμενικό Πατριαρχείο να αναδεικνύεται σε προστάτη και αρωγό της ορθόδοξης χριστιανικής
πληθυσμιακής μερίδας, που ζει στα γεωγραφικά εδάφη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
Η συνείδηση ότι όσοι κατοικούν στα εδάφη της πάλαι ποτέ Βυζαντινής αυτοκρατορίας και μετά την Άλωση του 1453 μ.Χ. είναι Έλληνες είναι γεγονός αδιαμφισβήτητο. Οι λόγιοι της μετά την Άλωση του 1453 εποχής κάνουν λόγο για Έλληνες, Γραικούς ή Ρωμηούς (Ρωμαίους).

Ο πρώτος Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως μετά την Άλωση, ο Γεννάδιος Σχολάριος, θρηνεί για την υποδούλωση των Ελλήνων ως εξής: «Άγχομαι δεινώς επί τω του γένους ολέθρω…τίς ουχ ομολογεί βελτίστους Έλληνας ανθρώπων πάντων γενέσθαι;… Οίμοι, τι πρώτον οδύρωμαι; Την εν τοις σώμασι δουλείαν Ελλήνων, ή την εν ταις ψυχαίς φθοράν;»

 
                                     Γεννάδιος Σχολάριος, Πρώτος Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως μετά την Άλωση του 1453

Ο ιεροκήρυκας και μετέπειτα Επίσκοπος Κερνίκης και Καλαβρύτων Ηλίας Μηνιάτης, μιλώντας περί τα τέλη του 17ου αιώνος στον Ορθόδοξο Ναό της Βενετίας κατά την ημέρα του Ευαγγελισμού, παρακαλεί ως εξής την Παναγία να ελευθερώσει το γένος των Ελλήνων: «Έως πότε, Πανακήρατε Κόρη, το τρισάθλιον γένος των Ελλήνων έχει να ευρίσκεται εις τα δεσμά μιας ανυποφέρτου δουλείας;».
Τα κείμενα δείχνουν ότι οι Ρωμαίοι- Ρωμηοί (δηλαδή απόγονοι του Βυζαντίου- Ρωμανίας) γνώριζαν σαφώς ότι είναι Έλληνες. Χαρακτηριστικά η καθηγήτρια Ελένη Αγγελομάτη- Τσουγκαράκη καταγράφει ότι ο λόγιος Πατριάρχης Αλεξανδρείας Μελέτιος Πηγάς το 1576 σε επιστολή του προς τον Σιρλέτο αναφέρεται σε Γραικούς, το 1583 γράφοντας προς τον Μαρτίνο Κρούσιο αναφέρεται σε Έλληνες και σε επιστολή προς τον Μάξιμο Μαργούνιο αναφέρεται σε Ρωμαίους.
Η Εκκλησία ωστόσο  έπαιξε έναν πολιτικό παρά εθνικό ρόλο την περίοδο εκείνη, επηρεάζοντας και συγκεντρώνοντας τους υπόδουλους πληθυσμούς κάτω από την δικαιοδοσία της, όντας για αυτούς ένα σημείο αναφοράς. Πράγματι, η διάδοχη της βυζαντινής περιόδου κατάσταση βρήκε μεγάλο μέρος του πληθυσμού των κατακτηθέντων εδαφών να συνεχίζει να θεωρεί το Οικουμενικό Πατριαρχείο ως ένα φορέα επιρροής/αναφοράς.

Αυτό βέβαια δεν πέρασε απαρατήρητο από τον Πορθητή με την πολιτική βούληση του οποίου, υποστηρίζει ο Δ. Αποστολόπουλος, ανασυστάθηκε ως θεσμός και στο οποίο επέτρεψε πολιτικό ρόλο, πράγμα που φανερώνει και την επιθυμία του Πατριαρχείου, ορίζοντας με αυτόν τον τρόπο ένα είδος συνύπαρξης με τις πολιτικές και κοινωνικές παραμέτρους ανάμεσα στον υπόδουλο λαό και τους πληθυσμούς-κατακτητές.

Μια τέτοια προοπτική άνοιξε για το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως το δρόμο για τη μέριμνα, πολιτική
επιρροή και θρησκευτική κατήχηση στους πληθυσμούς των κατακτηθέντων περιοχών που δεν εξισλαμίσθηκαν, διατηρώντας την ορθόδοξη πίστη τους. Αυτή η διαδικασία υπήρξε συνεκτικός παράγοντας για τους πληθυσμούς της κατακτηθείσας αυτοκρατορίας, μέσα από τις πολιτικού χαρακτήρα πρωτοβουλίες της Εκκλησίας.
Τούτη η συνοχή βέβαια έρχεται ως «προέκταση της αποδοχής από τη μεριά του Οικουμενικού Πατριαρχείου του ρόλου του ως εναγκαλιστικού των υπόδουλων χριστιανών, παραμένοντας σε μία αταλάντευτα υπερεθνική πολιτική, αντίθετη σε κάθε εθνοκεντρισμό, συμπεριλαμβανομένου και του ελληνικού
»( Ι. Κ. Χασιώτης, Μεταξύ Οθωμανικής κυριαρχίας και Ευρωπαϊκής πρόκλησης, Ο ελληνικός κόσμος σταχρόνια της Τουρκοκρατίας, University Studio Press, Θεσσαλονίκη,2001). Μάλιστα, το προηγούμενο συμπέρασμα αναφέρεται, καθώς οι ελληνικοί/ελληνόφωνοι πληθυσμοί αποτελούσαν την πλειονότητα και το δυναμικότερο στοιχείο της αυτοκρατορίας πέραν των Οθωμανών, ενώ η προσέγγιση του Οικουμενικού Πατριαρχείου μέσα από την πρόδηλη ελληνική του παιδεία, έφτασε να περικλείει και να επηρεάζει όλους τους αλλόγλωσσους, υπόδουλους χριστιανούς λαούς. Πρόκειται για γεγονός αποδεκτό ακόμη και από την Οθωμανική προοπτική της ιστορίας της περιόδου, η οποία μιλώντας για χριστιανούς της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, συνήθως αναφέρεται στους Έλληνες. Βέβαια, προϊόντος του χρόνου, η άνοδος των κατά τόπους εθνικισμών αποδυνάμωσε τη συγκεντρωτική και κεντρομόλο δύναμη συνοχής της επιστασίας του Οικουμενικού Πατριαρχείου, όπως επιγραμματικά το διατυπώνει ο Π. Κιτρομηλίδης.( P. Kitromilides, Orthodoxy and Nationalism, στο, J. Hutchinson and A. Smith, Ethnicity, Oxford Readers, Oxford University Press, Oxford and New York, 1996)
Για την αφύπνιση του Νεοελληνικού εθνικισμού, πρέπει να ληφθεί υπόψη, ότι κάποια στιγμή με την περιπλάνηση των διανοητικών σχημάτων και ιδεών περί έθνους στη Βαλκανική χερσόνησο, περί τα τέλη του 18ου και αρχές του 19ου αιώνα, η οικουμενικότητα του ορθόδοξου μιλλέτ, όπως ονομάζονταν από την οθωμανική
διοίκηση οι ορθόδοξοι πληθυσμοί, άρχισε να διασπάται και να εμφανίζονται σιγά- σιγά νοερές ταυτότητες, οι οποίες αφύπνισαν συλλογικότητες και ομάδες ή ανθρώπους προς το αίσθημα του ανήκειν και του συλλογικώς ιστορικώς αυτοπροβάλλεσθαι μέσα από μία συγκεκριμένη εθνική ταυτότητα. Κάτι τέτοιο έγινε, βέβαια, και με τους ελληνόφωνους-ορθόδοξους πληθυσμούς, κάτω από ορατούς ιστορικούς κλυδωνισμούς και σχετικές αποκλίσεις από μία συγκεκριμένη εξακρίβωση της ταυτότητας, μία διαδικασία, η οποία περιγράφεται ως «τεκμηριωμένη μετάβαση από
την οικουμενική κοινότητα της βαλκανικής Ορθοδοξίας και των θρησκευτικά προσδιορισμένων μιλλέτ στον ακόμα ατελή, αδιαμόρφωτο και αβέβαιο κόσμο των σύγχρονων γλωσσικών εθνών».
(βλ. και Π. Κιτρομηλίδης, «Νοερές κοινότητες» και οι απαρχές του εθνικού ζητήματος στα Βαλκάνια, στο, Θ. Βερεμής, ( επιμ), ΕθνικήΤαυτότητα και Εθνικισμός στη Νεότερη Ελλάδα, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τράπεζας, Αθήνα, 1999 )
Έτσι, ξεκινάει μία βιβλιογραφική παραγωγή και διακίνηση ιδεών στα ελληνικά γράμματα, γνωστή πλέον ως νεοελληνικός Διαφωτισμός, η οποία προικοδότησε την αφύπνιση ενός εθνοτικού προσδιορισμού και τελικά έναν εθνικισμό, ως μία κίνηση προς πολιτική αυτοτέλεια και ανεξαρτησία, η οποία -εν πολλοίς- έχει τη βάση της στην παραγωγή αυτής της νέας ηθογραφίας. Η έννοια, λοιπόν, ενός νεοελληνικού έθνους, το οποίο προσδιορίζεται καταρχάς από τη νεοελληνική γλώσσα, όπως καθαρά διαγράφεται στα κείμενα του Δ. Καταρτζή, και μετέπειτα, από το ορθόδοξο θρήσκευμα έρχεται να σχηματίσει νοερά μία νέα πολιτική ταυτότητα και έναν εθνοτικό προσδιορισμό για μία μεγάλη μερίδα των πολιτών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, οι οποίοι αβίαστα, ειλικρινά και έλλογα, ένιωσαν το αίσθημα του ανήκειν σε αυτή την εθνική ταυτότητα. Αυτό το αίσθημα οδήγησε πλέον τους συνενωμένους αυτούς πληθυσμούς στο εγχείρημα της αυτοδιάθεσης, μιας και έπρεπε η διαμορφωθείσα εθνική συνείδηση, με τους όρους της εποχής, να βρει το δρόμο της
ως πολιτική πρόταση και κίνηση προς τη δημιουργία μίας κρατικής υπόστασης, η οποία θα αναδείκνυε την εθνική ταυτότητα των Νεοελλήνων σε ανεξάρτητη πολιτική ύπαρξη και σε μία δυνατότητα αυτό-έκφρασης αυτής της ύπαρξης.
Κάτι τέτοιο, βέβαια, οδήγησε στην Ελληνική Επανάσταση του 1821, η οποία θεωρείται ως ένα γεγονός, το οποίο απόληξε την εθνογενετική διαδικασία του Νεοελληνικού Διαφωτισμού, σηματοδοτώντας κατά αυτόν τον τρόπο τη δυνατότητα
του ανεξάρτητου κράτους των Ελλήνων στους μοντέρνους χρόνους
Η Επανάσταση και η δημιουργία κράτους, έστω και του μικρού αυτού και αδύναμου, έγιναν η αφορμή όλοι όσοι βρίσκονταν ακόμη υπό Οθωμανική κυριαρχία- πολλοί είχαν συμμετάσχει στην Επανάσταση!- να επιθυμούν να ενταχθούν στο κράτος.
Από την αρχή της ίδρυσης του κράτους ήταν  λίγο –πολύ  κοινή η συνείδηση ότι τα περιορισμένα πρώτα του σύνορα  θα έπρεπε να διευρυνθούν και να περιλάβουν και άλλους Έλληνες. Πριν από την υπογραφή της ιδρυτικού πρωτοκόλλου το 1830 ο Ιωάννης Καποδίστριας προτύπωνε τη «Μεγάλη Ιδέα» αναφέροντας μεταξύ άλλων στους ξένους ότι τα όρια της Ελλάδας έφταναν μέχρι εκεί που χύθηκαν ποταμοί αίματος κατά τις μεγάλες σφαγές του 1821, σημειώνοντας και ονομαστικά,  τη Χίο,  την Κύπρο, και τις Κυδωνίες.  Ενώ στη Διάσκεψη του Πόρου απεσταλμένοι των Κυπρίων συζητούσαν με το Καποδίστρια τη δυνατότητα να περιληφθεί και το νησί εντός των συνόρων του υπό σύσταση κράτους.
Η εξάρτηση όμως του νεοσύστατου κράτους από τις «προστάτιδες Δυνάμεις», οι αδυναμίες και οι παθογένειες του, οι οποίες αύξαναν την εξάρτηση, δεν επέτρεψαν την εθνική ολοκλήρωση. Το κράτος δεν κατάφερε να ισχυροποιηθεί τόσο προκειμένου να διεκδικήσει τους μείζονες στόχους του. Στην προσπάθεια επίτευξής τους,  τραγικές αποτυχίες οδήγησαν μεγάλα τμήματα του έθνους στη  καταστροφή. Ασφαλώς συνυπολογίζονται και αντικειμενικοί παράγοντες: κράτος περιορισμένο γεωγραφικά και πληθυσμιακά, βιομηχανικά υπανάπτυκτο, χωρίς πλουτοπαραγωγικές πηγές,  δύσκολη γεωγραφία.


Η Μεγάλη Ιδέα υπήρξε ένα από τα πιο μεγαλόπνοα προγράμματα εθνικής ολοκληρώσεως και αναπτύξεως στη Ν. Βαλκανική: προέβλεπε την απελευθέρωση και την ενσωμάτωση όλων των ιστορικών ελληνικών χωρών, δηλαδή της Θεσσαλίας, της Μακεδονίας, της Θράκης, των Επτανήσων, των Δωδεκανήσων, της Κρήτης, της Κύπρου, της Μικράς Ασίας και του Πόντου σε μια «Ελληνική Αυτοκρατορία». Παράλληλα και ταυτόχρονα υπήρξε ένα άλλο ελληνικό ρεύμα που συνέδεε την απελευθέρωση των ιστορικών ελληνικών χωρών, το οποίο προϋπήρξε της Μεγάλης Ιδέας. Ήταν ο φωτισμός της Ανατολής διά των φώτων της Δύσεως. Στον φωτισμό αυτό, η Ελλάς θα είχε τον ρόλο του «φάρου» της Δύσεως στην Ανατολή. Η Μεγάλη Ιδέα γεννήθηκε στη διάρκεια της Επαναστάσεως του 1821, μολονότι πολλά χαρακτηριστικά της κυοφορούνταν πριν από τον Αγώνα. Μάλιστα δε, η ιδέα της επικράτειας του έθνους, υπήρξε σε αντιδιαστολή με αυτή του ελληνικού κράτους, προγενέστερη αυτής.
Ο Ρήγας στη Χάρτα του, σιωπηρά και υπαινικτικά, προβάλλει την επικράτεια αυτή του έθνους, συμπεριλαμβανομένων όλων των ελληνικών ιστορικών χωρών, καθώς και μερών της ελληνικής Διασποράς και της Β. Βαλκανικής. Υποστηρίζει την καθιέρωση της ελληνικής ως κοινής γλώσσας και της κοινής πίστης.

 


Βέβαια ο Ιωάννης Κωλέττης, ο πρώτος κοινοβουλευτικός πρωθυπουργός της Ελλάδος, ήταν αυτός που εξήγγειλε στην Εθνοσυνέλευση της 3ης Σεπτεμβρίου τη Μεγάλη Ιδέα, όταν μίλησε με θέρμη υπέρ των ετεροχθόνων, κατά τη συζήτηση των σχετικών άρθρων του Συντάγματος, στη συζήτηση για τη διάκριση των αυτοχθόνων από τους ετερόχθονες και τα δικαιώματά τους, το 1844.
Στις 14 Ιανουαρίου 1844, στη συζήτηση του άρθρου 3 του Συντάγματος, που αναφερόταν στους «αυτόχθονες» και στους «ετερόχθονες» και συγκεκριμένα στον ορισμό του Έλληνα πολίτη, ο Ιωάννης Κωλέττης στην αγόρευσή του είχε τονίσει: «Διά την γεωγραφικήν  αυτής θέσιν η Ελλάς είναι το κέντρον της Ευρώπης. Ισταμένη και έχουσα εκ μεν δεξιών την Ανατολήν, εξ αριστερών δε την Δύσιν, προώρισται να φωτίση διά της αναγεννήσεως αυτής την Ανατολήν . Εν ονόματι… της μεγάλης ταύτης ιδέας είδον πάντοτε τους πληρεξουσίους του Έθνους να συνέρχονται διά να αποφασίσωσιν ουχί πλέον περί της τύχης της Ελλάδος, αλλ’ ολοκλήρου του ελληνικού Έθνους».

               Ιωάννης Κωλέττης, πρωθυπουργός και αρχηγός του Γαλλικού κόμματος, “πατέρας” της Μεγάλης Ιδέας


Είχε προηγηθεί, λίγα χρόνια πριν, στις 3 Μαΐου 1837 , ο πρώτος πρύτανης του νεοσύστατου Πανεπιστημίου, Κωνσταντίνος Σχινάς, ο οποίος οροθετούσε το πεδίο δράσης του ιδρύματος γεωγραφικά και ιδεολογικά: «Το Ελληνικόν Πανδιδακτήριον, κείμενον μεταξύ Εσπερίας και Έω (Δύσης και Ανατολής), είναι προωρισμένον να λαμβάνη αφ’ ενός μέρους τα σπέρματα της σοφίας και αφού τα αναπτύξη εν εαυτώ […] να τα μεταδίδη εις την γείτονα Έω, νεαρά και καρποφόρα».
Βέβαια όπως υπενθυμίζει και ο Herring, τον όρο θα καθιερώσει σύμφωνα με τη γνώμη πολλών ο ποιητής Αλέξανδρος Σούτσος με το ποίημά του «Ο Πρωθυπουργός» το οποίο λέει

Κι αν εις το γένος ήρχετο ιδέα τις μεγάλη
Τα νεκρωμένα μέλη του εις κίνησιν να βάλη
Κ΄ εζήτει την προγονικήν αυτού κληρονομίαν


Τις τολμητίας έμελλεν αντίστασιν να δείξη
Την πάνδημον εντός και εκτός φωνήν αυτού να πνίξη.

 

Ο όρος Μεγάλη Ιδέα υιοθετήθηκε αμέσως από τις εφημερίδες, καθώς εξέφραζε με τον πιο περιφανή τρόπο το απελευθερωτικό ιδεώδες τους έθνους – την εθνική αποκατάσταση των υπόδουλων Ελλήνων και την απομάκρυνση των Οθωμανών από τα ελληνικά εδάφη, όπως εύστοχα επισήμανε αργότερα ο ιστορικός Παύλος Καρολίδης. Τη Μεγάλη Ιδέα εγκολπώθηκε όχι μόνο ο ελληνικός λαός αλλά και η πολιτική ηγεσία και ειδικά ο Όθων και η Αμαλία.

Στην αρχή της διατύπωσης της η Μεγάλη Ιδέα θα συνδεθεί από τον Κωλέττη και ως όχημα ικανοποίησης των αναγκών των βετεράνων του πολέμου, οι οποίοι δεν έχουν πρόσβαση σε γη, είναι αποκλεισμένοι από το κράτος και έτσι η επεκτατική πολιτική μπορούσε να καλύψει όλους τους αγωνιστές που δε μπορούσαν να ζήσουν από τον πόλεμο. Γενικά πρέπει να θυμηθούμε πως το ζήτημα της αποκατάστασης των αγωνιστών ήταν ένα καυτό κοινωνικό και πολιτικό ζήτημα, και ήταν αδιανόητο το όποιο Κόμμα ή πολιτικός παράγοντας στο πρόγραμμα που θα διατύπωνε να μην αναφερόταν σε αυτό.
Είναι η περίοδος που το Γαλλικό Κόμμα υπό τον Κωλέττη, και ενόψει της Εθνοσυνέλευσης «ανεβάζει» στην πολιτική του ρητορική την αντίληψη για την απελευθέρωση των αλύτρωτων εδαφών με μικρές ή μεγαλύτερες πολεμικές ενέργειες. Η «πρόοδος» της χώρας για τον Κωλέττη σημαίνει να καταστεί χώρα « καλά οργανωμένη, ισχυρή και εκτεταμένη».
Όμως καμιά ιδέα, ακόμα και η Μεγάλη Ιδέα δε διατυπώνεται στην πολιτική μόνο για λόγους αρχών, ρομαντισμού, ή δεν είναι απλώς μια σκέψη που ήρθε ξαφνικά. Μια ιδέα διατυπώνεται γιατί είναι δεμένη με την εκπλήρωση συγκεκριμένων κάθε φορά ιστορικών κοινωνικών συμφερόντων, έχει συγκεκριμένο υποκείμενο. Από αυτό δεν εξαιρείται ούτε και η Μεγάλη Ιδέα.
Την ίδια στιγμή βέβαια που ο Κωλέττης έταζε αλύτρωτα εδάφη σε πάμφτωχους (αλλά ένοπλους) ανθρώπους, χωρίς ιδιαίτερη αντίσταση στο συγκεκριμένο σημείο από κανέναν άλλο πολιτικό παράγοντα, σε επιστολή του προς τον Υπουργό Εξωτερικών της Γαλλίας Γκιζό γράφει πως είναι υπερασπιστής του status quo επειδή κάθε άλλη πολιτική θα ήταν επικίνδυνη, ενώ ταυτόχρονα τόνιζε πως τα σύνορα του 1844 (έτος που στάλθηκε η επιστολή), δε θα μπορούσαν να είναι τα οριστικά σύνορα της Ελλάδας.

 

Τα βασικά χαρακτηριστικά συστατικά στοιχεία της Μεγάλης Ιδέας υπήρξαν ορισμένες περίοδοι και συμβάντα που τέμνουν την εξέλιξή της. Τέτοια συμβάντα και χαρακτηριστικά ήσαν τα εξής: πρώτον, οι άτακτοι του Αγώνα και οι πρόσφυγες από τα αλύτρωτα ελληνικά μέρη, οι οποίοι αποτελούσαν κατά κάποιο τρόπο ένα μοχλό πιέσεως προς την κυβέρνηση, ένα είδος λόμπι πανίσχυρου, επειδή επηρέαζαν τον Τύπο της εποχής και ιδιαίτερα μέσω των επαφών που είχαν εξέχοντα μέλη των προσφύγων και των ατάκτων με ανθρώπους της εξουσίας της Ελλάδας.

Άλλο χαρακτηριστικό στοιχείο υπήρξε ο Ρομαντισμός, ο οποίος εξέθρεψε την ιστοριογραφία της εποχής. Ρομαντικά στοιχεία διακρίνουμε ακόμα και στις επιβιώσεις του Διαφωτισμού, στα ζητήματα κυρίως της ελληνικής γλώσσας και παιδείας, κατά την εποχή εκείνη, το πρώτο ήμισυ του 19ου αιώνα, τις ιδιότητες δηλαδή που είχαν αποκτήσει κυρίως κατά την εποχή του Διαφωτισμού, ως αγαθά που συνέβαλλαν στην τελείωση του ανθρώπου. Από τότε η ελληνική γλώσσα και η παιδεία που προήγαγε το ελληνικό εκκλησιαστικό και κοινοτικό σχολείο είχαν συγκινήσει τους Έλληνες, τους Δυτικοευρωπαίους αλλά και τους συνοίκους αλλοφώνους λαούς της Ορθόδοξης Οικουμένης: τους Βουλγάρους, τους Νοτιοσλάβους, τους Σέρβους, τους Αλβανούς και τους Ρουμάνους.

Ο Δανιήλ Μοσχοπολίτης εξέφρασε θαυμάσια τον αντίκτυπο της ελληνικής γλώσσας και της παιδείας, με την κοσμοπολίτική τους ιδιότητα, στο τετράγλωσσο Λεξικό του. Αυτή η συγκίνηση, παρεμπιπτόντως, χάθηκε ανεπιστρεπτί όταν οι Έλληνες εγκατέλειψαν την κοσμοπολίτικη υπόσταση της γλώσσας και τη χρησιμοποίησαν με τη χερντεριανή της υπόσταση ως όργανο στην υπηρεσία του έθνους. Έτσι, λοιπόν, εξηγείται και η απομάκρυνση των συνοίκων λαών από την Ορθόδοξη Οικουμένη, έτσι δε εξηγείται και η μείωση της απήχησης που είχε το ελληνικό σχολείο, όταν προσέλαβε η ελληνική γλώσσα την ιδιότητα μιας σύγχρονης εθνικής γλώσσας. Ως προς την απόδραση των συνοίκων λαών από την Ορθόδοξη Οικουμένη, την οποία τόσο πολύ επέκρινε η Ελλάδα του 19ου αιώνα, πρέπει να υπενθυμιστεί  ότι πρώτοι απέδρασαν οι Έλληνες από την Ορθόδοξη Οικουμένη. Prior tempore, fortior iuris, είχαν κηρύξει εξαρχής οι Έλληνες. Τους Έλληνες μιμήθηκαν οι υπόλοιποι λαοί της Νοτιοανατολικής Ευρώπης, ακόμη και οι Τούρκοι, φυσικά με μεγάλη καθυστέρηση (1908). Η στροφή των Ελλήνων, η οποία δεν ήταν βέβαια αναπόφευκτη, προς την ελληνορωμαϊκή αρχαιότητα, έστρεψε και τους άλλους συνοίκους λαούς, στην προσπάθεια να βρουν και αυτοί τους αρχαίους τους προγόνους και υπονόμευσε κάθε επιθυμία για συνεργασία των λαών της περιοχής εναντίον της οθωμανικής κυριαρχίας.

Άλλα βασικά χαρακτηριστικά της Μεγάλης Ιδέας υπήρξαν ο αλυτρωτισμός και η ληστεία. Αλυτρωτισμός είναι η πολιτική προσπάθεια απελευθέρωσης των «αλύτρωτων αδελφών», δηλαδή των μελών ενός έθνους που ζουν εκτός του εθνικού κράτους, με την προσάρτηση στο τελευταίο των περιοχών όπου αυτά κατοικούν.

 

 

                                                                       Λάρισα 1851 – εμφανές το τουρκικό στοιχείο

 Ο αλυτρωτισμός, δηλαδή το πλήρες πρόγραμμα για την απελευθέρωση των αλύτρωτων ιστορικών ελληνικών περιοχών, δεν ήταν αναπόφευκτος. Η στροφή του μεγαλοϊδεατισμού προς τον αλυτρωτισμό υπήρξε συνέπεια της αδυναμίας των Ελλήνων να απελευθερώσουν τις αλύτρωτες χώρες διά του πολέμου και της διπλωματίας, με εξαίρεση τα Επτάνησα και τη Θεσσαλία που προσαρτήθηκαν στην Ελλάδα το 1863 και το 1881, αντιστοίχως. Οι υπόλοιπες αλύτρωτες ελληνικές χώρες περιήλθαν στο ελληνικό κράτος διά των πολεμικών και διπλωματικών επιτυχιών του Ελευθερίου Βενιζέλου κατά την περίοδο 1912-1922.
Συναφές χαρακτηριστικό ήταν επίσης η σχέση των προσφύγων και των ατάκτων με τη ληστεία.
Καπετάνιοι της Ρούμελης και της βορείου Ελλάδος, προσκείμενοι στον Κωλέττη, διενεργούσαν επιδρομές στις τουρκοκρατούμενες τότε ακόμη Θεσσαλία και Ήπειρο, στις οποίες χρησιμοποιούσαν εθελοντές κάθε προελεύσεως, μεταξύ των οποίων και πολλούς ληστές, προσκειμένους στους καπετάνιους.


Οι επιδρομές αυτές, τις οποίες ο αλυτρωτικός Τύπος πρόβαλλε ως συνέχεια του Αγώνα της Ανεξαρτησίας, εξασφάλιζαν α’) την περιοδική “εξαγωγή” του προβλήματος της ληστείας στην όμορη χώρα και την ανακούφιση της Στερεάς από τα δεινά της μεγάλης αυτής μάστιγας της υπαίθρου, β’) την ικανοποίηση των προσκειμένων στους κωλεττικούς καπετάνιους ληστών και άλλων εθελοντών εκτός της ελληνικής επικράτειας και εις βάρος της όμορης επκράτειας και γ) την εντύπωση ότι η κυβέρνηση προωθούσε με σθένος τη Μεγάλη Ιδέα. Από τις άμεσες συνέπειες αυτής της πολιτικής ήσαν αφενός η έξαρση του προβλήματος της ληστείας και αφετέρου η σύνδεση των ληστών με τον αλυτρωτισμό και η «αποδοχή» τους ως τμήματος του αλυτρωτικού στρατού του έθνους. Σύμπτωμα ενός σοβαρότερου προβλήματος, παρά συνέπεια αυτής της πολιτικής -το οποίο όμως έφερε στην επιφάνεια η πολιτική του αλυτρωτισμού-, ήταν η προφανής αυτοεξαπάτηση του έθνους και της ηγεσίας του και η αποδοχή αυτής της αυτοεξαπατήσεως. Ήταν αυτή η πρώτη σοβαρή άσκηση του έθνους και της ηγεσίας του στην φυγή από την πραγματικότητα με την αποδοχή ενός υποκατάστατου εθνικής αναπτύξεως».

 

Έχει επικρατήσει, προκειμένου για ιστορικές περιόδους του παρελθόντος να ασκείται πολλές φορές κριτική με βάση τις σημερινές ευαισθησίες ως προς το ορθόν και πρέπον, με βάση τις σημερινές αντιλήψεις περί ορθού και πρέποντος. Πρόκειται για λανθασμένη προσέγγιση του ιστορικού παρελθόντος και αυτό γίνεται, επειδή λησμονείται τις περισσότερες φορές, όταν δεν υπάρχει σκοπιμότητα, ότι οι πράξεις των ανθρώπων και οι αποφάσεις τους για μεγάλα ζητήματα, όπως αυτό της εθνικής πολιτικής, στη συγκεκριμένη περίπτωση της Ελλάδας τον 19ο αιώνα, ότι η πολιτική αυτή είχε την ευρύτατη συναίνεση των Ελλήνων κάθε τάξης.

Μολονότι, λοιπόν, ο αλυτρωτισμός είχε τις γνωστές συνέπειες δεν είναι δυνατόν, να παραβλέψουμε, από την πλευρά της ιστορικής έρευνας, την ευρύτατη συναίνεση που είχε αυτή η πολιτική και δεν μπορεί παρά να σταθεί κανείς με σεβασμό απέναντι σ’ αυτή τη συναίνεση. Βέβαια, σε περιόδους όπως ο 19ος αιώνας στην Ελλάδα, όπου τις συναινέσεις τις δημιουργούσαν μικρές ομάδες ενίοτε δε με μεγάλες δόσεις λαϊκισμού και ανέξοδου πατριωτισμού, αυτές οι συναινέσεις είχαν περιορισμένη αξία και σημασία. Για τον κρατικό μηχανισμό, στρατιωτικό και πολιτικό του ελληνικού κράτους,  ο αλυτρωτισμός αυτός  προσέδιδε κάτι το μεταφυσικό, βάζοντας στην άκρη σοβαρά θέματα, όπως η υπερφορολόγηση των  γεωργών ή η αδιαφορία για την επικρατούσα διαβλητή δικαιοσύνη. Με την επίκληση αυτής της ιδεολογίας, το μυθοποιημένο κράτος, ανενόχλητο,  μπορούσε να δρα νομιμοποιημένα και να προστατεύεται από οποιεσδήποτε απαιτήσεις που μπορούσαν να προβληθούν για ένα κράτος δικαίου και για παροχή  ισονομίας.

 

 “Καφενείον”: Οι συνέπειες του αλυτρωτισμού και της Μεγάλης Ιδέας στα μεσαία και χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα.

 

  Φυσική συνέπεια, η δυσχέρεια προσαρμογής  της  λειτουργίας του στα πρότυπα μιας οργανωμένης και αποτελεσματικής διοίκησης, που εδραιωνόταν εκείνη την εποχή στις δυτικές χώρες.
Στα εμπορικά, στα υπαλληλικά και στα αγροτικά μεσοστρώματα του ελεύθερου κράτους, πάλι,   η Μεγάλη Ιδέα προσέφερε ένα θαυμάσιο παραμύθι, το οποίο τα απομάκρυνε από τη σκληρή καθημερινότητα και τα εμψύχωνε με μεγαλειώδεις ελπίδες . Θεωρούσαν ότι αν η Ελλάδα αποτίνασσε εν τέλει τον τουρκικό ζυγό η κάθε τάξη θα είχε μια δική της γοργή ανοδική πορεία. Παρόμοιες προσδοκίες έτρεφαν και οι ακόμη φτωχότεροι, έμφορτοι μάλιστα,  μέσω παράδοσης, από χιλιαστικές θεωρίες για την ανάσταση του Βυζαντίου.   Και βεβαίως  να μην παραλείψουμε και τους ληστές  που ναι μεν λιμαίνονταν τις περιοχές, αλλά όταν τύχαινε να διαπράξουν τους άθλους τους από την άλλη πλευρά των συνόρων  ήταν φυσικό επόμενο να ηρωοποιηθούν. 

 

 Από τον «αλυτρωτισμό» προκύπτει και ο «εθνικισμός» τον 19ο αιώνα Ο εθνικισμός, στο εσωτερικό της Ελλάδας, συνέβαλε διαμεσολαβητικά στη διαπραγμάτευση των πολιτικών ρόλων, αξιών και προσδοκιών.  Φυσικά διευκόλυνε τη συνδιαλλαγή μεταξύ των τάξεων, κυρίως όμως ωφελήθηκαν οι αστοί, γεγονός που μαρτυρείται από τη συνεχώς αυξανόμενη κοινωνική πόλωση. Το νόημά του, ανάλογα με την κοινωνικοοικονομική κατηγορία ή τάξη ήταν διαφορετικό – ειδικά για την Αυλή και το Στέμμα, και την άρχουσα πολιτική και οικονομική ελίτ, ήταν μέσο νομιμοποίησης στα μάτια των υπηκόων αλλά και πηγή ευκαιριών όσο και προβλημάτων στην πρακτική πολιτική.  Η ελληνική κοινωνία της εποχής, αγροτική ή κτηνοτροφική κατά βάση με κάποια ανώτερη τάξη ως ηγέτιδα, αυτή την πολιτική μπορούσε να παραγάγει.
Ο κλεφταρματωλισμός, η ισχυρή ομάδα-λόμπι των προσφύγων από τα αλύτρωτα μέρη και η ανάμνηση του Αγώνα του ’21 περνούσε μέσα από τα διαθλαστικά πρίσματα του Ρομαντισμού της εποχής.
Προϊόν αυτής της πολιτικής υπήρξε και ο λεγόμενος «παλληκαρισμός», ο θαυμασμός δηλαδή προς τα παλληκάρια, τους φουστανελοφόρους της εποχής και κατοπινών εποχών. Ο παλληκαρισμός υπάκουε, όχι στη λογική, αλλά στο θυμικό και από αυτήν την άποψη ο ρόλος του υπήρξε καταλυτικός στις δημόσιες σχέσεις. Τα παλληκάρια ήσαν ήρωες του έθνους.

 

 

Ένα ζήτημα που έχει σχέση με τη Μεγάλη Ιδέα είναι και αυτό της αναβολής να προβληθούν κριτήρια του ορισμού των «Ελλήνων» και της «Ελλάδος». Τα εκτός της ελληνικής επικράτειας αλύτρωτα μέρη έγιναν γνωστά επισήμως κατά την εποχή του Αγώνος ως η «Πέραν Ελλάς» και οι σύνοικοι αλλόφωνοι λαοί ως οι «άλλοι» Έλληνες. ( Ι. Κολιόπουλος ) Αυτή η παράλειψη καθοριστικών κριτηρίων για τον ορισμό των Ελλήνων και της Ελλάδος, δηλαδή της ελληνικής επικράτειας, απέτρεψε τους Έλληνες, έκτοτε, να δώσουν απάντηση στο εξής ερώτημα: «Τι έχει μεγαλύτερη σημασία, εν τέλει, προκειμένου να προβληθούν οι διεκδικήσεις για την προσάρτηση εδαφών στο ελληνικό κράτος, οι κάτοικοι του τόπου ή η ιστορία του;». Αυτό το ερώτημα ακόμα δεν έχει απαντηθεί ικανοποιητικά και πειστικά. Είναι ίσως η βασική αδυναμία του ελληνικού ιδεολογικού σχήματος κατά τον 19ο αιώνα. Οι Έλληνες μάλλον πρόβαλαν το ιστορικό παρελθόν του τόπου ως δικαίωμα αναπαλλοτρίωτο, ότι δηλαδή το ιστορικό παρελθόν αποτελούσε τεκμήριο ελληνικότητας από την αρχαιότητα ως την εποχή εκείνη (19ος αιώνας).
Από το άλλο μέρος, η βασανιστική προσπάθεια των Ελλήνων να συμβάλουν στον γλωσσικό εξελληνισμό των «άλλων» Ελλήνων μαρτυρούσε την πεποίθησή τους ότι οι κάτοικοι του τόπου είχαν μεγάλη σημασία, αν όχι μεγαλύτερη σημασία, από την ιστορία για τη μοίρα του τόπου.
Από το 1844 και έπειτα λοιπόν, πολιτικοί, βασιλείς και λαός θα ξεκινήσουν να λειτουργούν προς την εκπλήρωση αυτού του στόχου. Βέβαια, ο στόχος αυτός όντας τρομερά μεγάλος για την Ελλάδα των περιορισμένων συνόρων του 1844, δημιούργησε προβλήματα στο Ελληνικό κράτος και ανάγκες που έπρεπε να ξεπεραστούν.
Η προσήλωση των κυβερνήσεων στην Εθνική ολοκλήρωση δημιουργούσε έξοδα για στρατιωτικές κινητοποιήσεις ή εξοπλιστικά προγράμματα τα οποία η Ελλάδα δεν μπορούσε να αντέξει. Πολλές φορές οι κυβερνήσεις έδιναν περισσότερη έμφαση στην επέκταση και όχι στην βελτίωση του ελληνικού κράτους. Έτσι τα εσωτερικά προβλήματα έμεναν άλυτα για δεκαετίες και διπλασίαζαν το βάρος και τον βαθμό δυσκολίας της Εθνικής ολοκλήρωσης. Τέλος, φυσικά, η Μεγάλη ιδέα αξιοποιήθηκε και για σκοπούς παραπλάνησης της προσοχής του λαού από τα εσωτερικά του προβλήματα.
Παρόλα αυτά, όλες αυτές οι ατέλειες δεν απέτρεψαν το Ελληνικό Έθνος να συνεχίζει όλο και πιο δυναμικά κάθε φορά την προσπάθεια για απελευθέρωση των αλύτρωτων αδελφών του.
Σε καμία στιγμή του πρώτου  αιώνα της ύπαρξης του ωστόσο, όπως ούτε και αργότερα, δεν  χαράχθηκε μια εθνική στρατηγική για υλοποίηση του οράματος της Μεγάλης Ιδέας. Μια στρατηγική η οποία θα είχε ως πρώτο και κύριο χαρακτηριστικό την προετοιμασία, δια της αυξήσεως της ισχύος του ελληνικού κράτους, προκειμένου όταν προσφέρονταν οι κατάλληλες ευκαιρίες να αξιοποιηθούν δεόντως. Έτσι η  εθνική ολοκλήρωση αναπόφευκτα έμενε «στον αυτόματο πιλότο». Θα υλοποιείτο αν και όταν το επέτρεπαν οι διεθνείς και περιφερειακές συγκυρίες, χωρίς κατ’ ανάγκη τη μείζονα συμβολή του ελεύθερου κράτους.

Αυτό περίπου συνέβη με την προσάρτηση των Ιονίων νήσων και της Θεσσαλίας. Η αδυναμία του κράτους δηλαδή, να δράσει αυτόνομα και αποτελεσματικά, φάνηκε στον Κριμαϊκό πόλεμο, αλλά κυρίως στον ρωσοτουρκικό του 1877, ενώ όταν η Ελλάδα το 1897 επεχείρησε να δράσει ανεξάρτητα υπέστη συντριπτική ήττα. Ταυτόχρονα με την ήττα αυτή καταδείχθηκε και η τραγική  έκταση της εξάρτησης της χώρας. Οι εδαφικές της  διεκδικήσεις  ήταν,  επομένως,  από την αρχή μεμονωμένες και δειλά προβαλλόμενες. Αφορούσαν πρώτα τα γειτνιάζοντα με τα σύνορα του κρατιδίου εδάφη: Θεσσαλία, Επτάνησα, Κρήτη, Ήπειρος. Αργότερα θα ερχόταν  – αν ερχόταν –  η σειρά  της Θράκης, της Κύπρου, της Ιωνίας, των Δωδεκανήσων – όταν θα το επέτρεπαν οι εξελίξεις.


Κατά τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα η Μεγάλη Ιδέα αντιμετώπισε την ανάπτυξη του εθνικισμού και άλλων Βαλκανίων αλλά και την αντίθεση των Μεγάλων Δυνάμεων, οι οποίες φοβούνταν ότι ελλόχευε ο κίνδυνος διατάραξης των ισορροπιών στην περιοχή. Η μεγάλη ιδέα των Νοτιοσλάβων απέβλεπε στην απελευθέρωση και στην ένωση των νότιων σλαβικών λαών, η ρουμανική τον πόθο της ένωσης Βλαχίας και Μολδαβίας, ενώ η έξαρση του εθνικού φρονήματος των Βουλγάρων οδηγούσε στη σύσταση ανεξάρτητου βουλγαρικού κράτους. Παρόμοια με τους άλλους βαλκανικούς εθνικισμούς, η ελληνική Μεγάλη Ιδέα αποτύπωνε μια ευρύτερη, κοινωνικοοικονομική εξέλιξη, δηλαδή την ενσωμάτωση της Ανατολής στο παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα    Από την δυναμική εμφάνιση του νοτιο-σλαβικού εθνικισμού, κυρίως της βουλγαρικής συνιστώσας του, ιδιαιτέρως από τον ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1877 με την προσωρινή δημιουργία της Μεγάλης Βουλγαρίας, η ελληνική εθνική ιδέα είχε να αντιμετωπίσει ακόμα έναν αντίπαλο. Το γεγονός αυτό «δίχασε» τις ελίτ ως προς το ποιός ήταν ο πιο σημαντικός, όσο  και επείγον ως προς την αντιμετώπιση του κίνδυνος. Πάρα πολλοί διέκριναν την ανάγκη να υπάρξει φιλία και συμμαχία με την Οθωμανική Τουρκία προκειμένου να αντιμετωπιστεί η βουλγαρική ορμή, ακόμα και από κοινού με την Πύλη.
Έτσι, ο ελληνισμός αξιοποίησε την ανάγκη των δυτικών κεφαλαίων να επεκταθούν  στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, ελπίζοντας ότι το ελληνικό κράτος θα μπορούσε να επιβάλει στη διεθνή αγορά τα ελληνικά οικονομικά συμφέροντα. Σημειωτέον ότι η Μεγάλη Ιδέα διευκολύνθηκε και από την Υψηλή Πύλη, είτε επειδή  η ίδια τόνιζε εμφατικά τον ισλαμικό της χαρακτήρα είτε  με την απομάκρυνση του σουλτάνου Αβδούλ Χαμίτ από τον συνταγματισμό.

 

  Προφανώς τα συμφέροντα των Δυνάμεων δεν συνδέονταν με τα συμφέροντα του Ελληνισμού. Έτσι, ενώ το 1830 το ελληνικό κράτος περιλαμβάνει μόνο την Πελοπόννησο, την Στερεά, τις βόρειες Σποράδες και τις Κυκλάδες, από το 1844 και μετά έχουμε νέες προσπάθειες στην εξωτερική μας πολιτική. Ο Κριμαϊκός πόλεμος του 1853 θα βάλει σε περιπέτειες τη χώρα αφού θα βρεθεί αντίπαλη με τις Μ. Δυνάμεις. Ο Βασιλιάς Όθωνας  σε συνεργασία με την πολιτική ηγεσία ακολουθεί την πολιτική της Μεγάλης ιδέας, αλλά αυτό δεν αρέσει στις αντίπαλες της Ρωσίας χώρες. Ωστόσο το 1864 προσαρτώνται στην Ελλάδα τα Επτάνησα μετά από Αγγλική παραχώρηση. Βέβαια αυτό δεν ήταν δώρο των ξένων προς τη χώρα, αλλά επειδή απλά τα νησιά πλέον ήταν άχρηστα στην βρετανική αυτοκρατορία, δόθηκαν στο κράτος της Ελλάδας ως «προίκα» στον νέο βασιλιά Γεώργιο Α΄ το 1864.

 

 

                                                       Φιλέλληνες συζητούν υπέρ των ελληνικών αξιώσεων (Μεγάλη Ιδέα)

 Στα επόμενα χρόνια έχουμε καθοριστικές επαναστατικές κινήσεις στην Κρήτη και τον αγώνα για Ένωση με την Ελλάδα τα έτη 1866 με 1869. Η Ελλάδα στέκεται στο πλευρό της Κρήτης, αποστέλλει όπλα, εθελοντές και πολεμοφόδια, αλλά μετά από απειλή της Τουρκίας για πόλεμο τον οποία απέτρεψαν οι Δυνάμεις, αναγκάζεται να σταματήσει. Η επανάσταση λήγει με Ελληνική ήττα, αλλά ο «Οργανικός νόμος» του 1868 βάζει το Κρητικό Ζήτημα σε νέες βάσεις και ανοίγει τον δρόμο για την μελλοντική αυτονομία της Κρήτης.

 

                                                                          Κρητική Επανάσταση 1866- 1869


Στα 1870 οι λεγόμενοι Πανσλαβιστές προσπαθούν να κερδίσουν όσα περισσότερα οθωμανικά εδάφη μπορούν για τα σλαβικά κράτη των βαλκάνιων (Μαυροβούνιο, Σερβία, Βουλγαρία). Με αρχηγό την ρωσική αυτοκρατορία οι πανσλαβιστές απειλούν τις ελληνικές διεκδικήσεις άμεσα.
Το αποκορύφωμα της αντιπαράθεσης είναι η έναρξη του ρωσοτουρκικού πολέμου του 1877 και η λήξη του με νίκη της Ρωσίας το 1878 που φέρνει την αυτονομία όλων των σλαβικών κρατών της βαλκανικής και την εδαφική τους επέκταση με την συνθήκη του Αγίου Στεφάνου τον ίδιο χρόνο. Την ίδια στιγμή η Ελλάδα βρίσκεται σε συνεχείς διπλωματικές συνομιλίες με τις Δυνάμεις και προειδοποιεί πως πρέπει να τεθεί ανάχωμα στην σλαβική επέκταση στην χερσόνησο του Αίμου. Αυτό φυσικά ήταν ολοφάνερο και από το γεγονός πως η Βουλγαρία με την συνθήκη αυτή προσαρτούσε στην επικράτεια της όλη την Μακεδονία και την Θράκη. Μετά από πολλές διπλωματικές πιέσεις και από την πλευρά των Ελλήνων, τον ίδιο χρόνο πραγματοποιείται το Συνέδριο του Βερολίνου στο οποίο αποφασίζονται αλλαγές στα σχέδια των Ρώσων.
Ο Γερμανός Καγκελάριος Όττο φον Μπίσμαρκ, που ήταν επικεφαλής του Συνεδρίου, ανέλαβε να σταθεροποιήσει τα Βαλκάνια, να αναγνωρίσει τη μειωμένη ισχύ της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και να εξισορροπήσει τα αντικρουόμενα συμφέροντα της Βρετανίας, της Ρωσίας και της Αυστροουγγαρίας. Προσπάθησε ταυτόχρονα να μειώσει τα οφέλη της Ρωσίας στην περιοχή και να αποτρέψει τη δημιουργία μιας Μεγάλης Βουλγαρία. Το αποτέλεσμα ήταν να μειωθούν σαφώς τα οθωμανικά εδάφη στην Ευρώπη, η Βουλγαρία να ιδρυθεί ως ανεξάρτητο πριγκιπάτο μέσα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, η Ανατολική Ρωμυλία να επιστραφεί στους Τούρκους υπό ειδικό καθεστώς και η περιοχή της Μακεδονίας να επιστραφεί τελείως στους Τούρκους, που υποσχέθηκαν μεταρρυθμίσεις. Με ειδική ρήτρα η Βρετανία πήρε την Κύπρο αφού υποσχέθηκε μυστικά “να προστατεύει όλα τα εδάφη του Σουλτάνου στην Ανατολή.”

                                                                      Οθωμανικό Γυμνάσιο στις Σέρρες- 1890

Τα αποτελέσματα χαιρετίστηκαν αρχικά ως μεγάλο επίτευγμα για την ειρήνευση και τη σταθεροποίηση. Ωστόσο οι περισσότεροι από τους συμμετέχοντες δεν ήταν πλήρως ικανοποιημένοι και τα παράπονα σχετικά με τα αποτελέσματα κακοφόρμισαν μέχρι να εκραγούν κατά τους Πρώτο και Δεύτερο Βαλκανικό Πόλεμο το 1912-1913 και στη συνέχεια στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, το 1914. Η Σερβία, η Βουλγαρία και η Ελλάδα κέρδισαν, αλλά πολύ λιγότερο από ό, τι νόμιζαν ότι δικαιούντο. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία, αποκαλούμενη τότε «ο ασθενής της Ευρώπης», ταπεινώθηκε και εξασθένησε σημαντικά, καθιστώμενη πιο ευάλωτη σε εσωτερικές αναταραχές και πιο ευάλωτη σε επίθεση. Παρόλο που η Ρωσία είχε νικήσει στον πόλεμο που προκάλεσε τη διάσκεψη, ταπεινώθηκε στο Βερολίνο και έφερε βαρέως τη μεταχείριση που υπέστη. Η Αυστρία απέκτησε πολλά εδάφη, γεγονός που εξόργισε τους Νότιους Σλάβους και οδήγησε σε δεκαετίες εντάσεων στη Βοσνία και Ερζεγοβίνη. Ο Μπίσμαρκ έγινε μισητός στόχος των Ρώσων εθνικιστών και των Πανσλαβιστών και διαπίστωσε ότι είχε δεσμεύσει τη Γερμανία πολύ στενά με την Αυστρooυγγαρία στα Βαλκάνια.
Η Ελλάδα απέσπασε υποσχέσεις κυρίως και το 1881 οι Δυνάμεις παραχωρούν την Θεσσαλία κι από  την Ήπειρο την Άρτα. Βέβαια, αυτό θα ήταν αδύνατον αν το 1878, έστω και αργοπορημένα διότι τελείωσε ο ρωσσσοτουρκικός πόλεμος 2 μέρες πριν, δεν εισερχόταν ελληνικός στρατός στην Θεσσαλία για να ξεσηκώσει τους ελληνικούς πληθυσμούς. Ο στρατός προφανώς αποχώρησε μετά από πίεση των Δυνάμεων, αλλά άναψε την σπίθα για να δημιουργηθούν τετελεσμένα γεγονότα με την εξέγερση των Ελλήνων της Θεσσαλίας και της Ηπείρου. Τα γεγονότα όμως δεν σταματούν.

                                                           Προσάρτηση Θεσσαλίας και Άρτας το 1881


Τα γεγονότα της Διεθνούς πολιτικής σκηνής με τις επεμβάσεις των Μ. Δυνάμεων, οι οποίες εξυπηρετούν τα συμφέροντά τους, καθιστούν την Μεγάλη Ιδέα “άπιαστο όνειρο”.


Το 1885-1886 ξεσπά η κρίση της Ανατολικής Ρωμυλίας με την Βουλγαρία να προσαρτά πραξικοπηματικά την περιοχή η οποία προβλεπόταν να είναι αυτόνομη. Η Ελλάδα αδύναμη να αντιδράσει, απλώς ξεκινάει στρατιωτικές κινητοποιήσεις και η Σερβία που κηρύττει τον πόλεμο στην Βουλγαρία, απλώς χάνει σύντομα στο πεδίο της μάχης. Ήταν λοιπόν φανερό πως ακόμα η Ελλάδα δεν μπορούσε να ασκεί πιέσεις σε στρατιωτικό επίπεδο, λόγω της αδύναμης πολεμικής της μηχανής, βιομηχανίας, οικονομίας και των ελλιπών υποδομών της.
Κατά την περίοδο διακυβέρνησης της χώρας από τον Χαρίλαο Τρικούπη το όραμα για ένα σύγχρονο κράτος, το οποίο θα ήταν οικονομικά ανεπτυγμένο και ισχυρό στη διεθνή σκηνή, δεν πραγματοποιήθηκε. Το κράτος οδηγήθηκε σε πτώχευση ( 1893 ).

Ο Τρικούπης και η Μεγάλη Ιδέα. Δυστυχώς, παρά τις προσπάθειες, το εκσυγχρονιστικό έργο του Χ. Τρικούπη όχι μόνο δεν κατάφερε να αποδώσει, αλλά δημιούργησε και τεράστια προβλήματα προκαλώντας τις αντιδράσεις όλων των κοινωνικών τάξεων.


Αν και επιχείρησε να διαγράψει με σαφήνεια και σύμφωνα με την πραγματικότητα το ιδεολογικό και το πολιτικό πλαίσιο της Μεγάλης Ιδέας, η ολοένα αυξανόμενη δυσαρέσκεια σε όλα τα κοινωνικά στρώματα, η αμφισβήτηση και η αποτυχία του στις εκλογές του 1895 και στη συνέχεια η ανεδαφική εξωτερική πολιτική των αντιπάλων του οδήγησαν στην ήττα της Ελλάδας κατά τον Ελληνοτουρκικό Πόλεμο του 1897 επιτείνοντας το πολιτικό αδιέξοδο

  Το 1897 στην Κρήτη ξεκινάει πάλι νέα επανάσταση κατά των Τούρκων. Η Ελλάδα κηρύττει επιστράτευση και ξεκινούν στρατιωτικές κινητοποιήσεις στα σύνορα με την Οθωμανική αυτοκρατορία. Η κυβέρνηση βέβαια δεν ήταν καθόλου σίγουρη για την έκβαση ενός ενδεχόμενου πολέμου, αλλά ο βασιλιάς Γεώργιος Α’ παρακινημένος από τον λαϊκό ενθουσιασμό για απελευθέρωση των σκλαβωμένων αδελφών του τάσσεται υπέρ του πολέμου. Η Ελλάδα στέλνει στρατιωτικά αγήματα στην Κρήτη για να βοηθήσουν τους επαναστάτες και η Τουρκία ως αντίποινα ξεκινάει τις εχθροπραξίες. Από αυτόν τον λεγόμενο «Ατυχή πόλεμο», η Ελλάδα βγαίνει ηττημένη και λίγο έλλειψε τα Τουρκικά στρατεύματα τα εισέλθουν στην Αθήνα. Με επέμβαση των Δυνάμεων ο πόλεμος σταματά, το γόητρο της Μεγάλης ιδέας θίγεται, η Τουρκία καταλαμβάνει μερικές περιοχές της βόρειας Θεσσαλίας και η Ελλάδα αναγκάζεται να πληρώσει αποζημιώσεις 92.000.000 δραχμών στους Τούρκους.

 

 

                                 Επανάσταση στην Κρήτη 1897- 1898 ( Στη φωτογραφία διακρίνεται ο Ελ. Βενιζέλος )

Ενώ γίνονται προσπάθειες για την ομαλή μετάβαση της εσωτερικής διοίκησης της Κρήτης από το σουλτανικό σύστημα στο νέο καθεστώς αυτονομίας οι πρωτοφανείς σε αγριότητα σφαγές του άμαχου πληθυσμού και οι καταστροφές οδηγούν, υπό την πίεση της διεθνούς κατακραυγής, στην αυτονομία του νησιού. Η Κρήτη είναι αυτόνομη με δικό της κυβερνήτη και κάνει ένα ακόμα βήμα για την ένωση της με την Ελλάδα.
Η Ελλάδα όμως μπαίνει σε μια πολιτική κρίση που θα κρατήσει για αρκετά χρόνια. Της επιβάλλεται Διεθνής οικονομικός έλεγχος που θέτει τα οικονομικά της υπό τα χέρια των ξένων δανειστών, αλλά και πάλι οι Έλληνες δεν ξεχνούν την Μεγάλη ιδέα του ελληνισμού. Με αφορμή τον ανταγωνισμό Σέρβων, Βουλγάρων και Ελλήνων για την τότε οθωμανοκρατούμενη Μακεδονία, ξεκινάει το 1904 ο Μακεδονικός αγώνας. Οι Σέρβοι και οι Βούλγαροι είχαν εδαφικές διεκδικήσεις έναντι των εδαφών αυτών λόγω γεωστρατηγικών οφελών από την προσάρτηση τους στα κράτη τους. Η Ελλάδα όμως πέραν τούτων έπρεπε να προστατέψει και τους μεγάλους ελληνικούς πληθυσμούς της στην Μακεδονία, οι οποίοι δέχονταν σφαγές από τις βουλγαρικές αντάρτικες ομάδες που ονομάζονταν κομιτατζήδες.

 

Ο αξιωματικός του ελληνικού στρατού Παύλος Μελάς. Θυσιάστηκε στο χωριό Στάτιστα, ο θάνατός του ενέπνευσε πολλούς αξιωματικούς του ελλην, στρατού να ακολουθήσουν το παράδειγμά του. 


Το ελληνικό κράτος  ξεκινάει εκστρατεία αποστολής δασκάλων και ιερέων για να ενισχύσουν τις τοπικές ελληνικές κοινότητες, ενώ αρχίζει να στέλνει δικούς της αντάρτες στην περιοχή, για να αντιπαλέψουν τους Βουλγάρους, τους ονομαζόμενους Μακεδονομάχους. Με σύμβολο λοιπόν τον πρωτομάρτυρα του μακεδονικού αγώνα Παύλο Μελά, ξεκινάει ένας αγώνας αιματηρός, δύσκολος και σκληρός στα εδάφη της Μακεδονίας, αλλά ο συνδυασμός ελληνικής παιδείας και ελληνικών ένοπλων σωμάτων προστασίας, κερδίζει τον βουλγαρικό ιμπεριαλισμό. Ο αγώνας θα λήξει το 1908 μετά το κίνημα των Νεότουρκων στην Θεσσαλονίκη, που υπόσχονται ίσα δικαιώματα και αντιμετώπιση όλων των πληθυσμών της αυτοκρατορίας. Η ελληνική κυβέρνηση βλέπει θετικά το γεγονός και αποσύρει τους ενόπλους της, αλλά τα γεγονότα δεν σταματούν εδώ.

 Ενώ συμβαίνουν αυτά στη Μακεδονία, στην Ελλάδα ο στρατιωτικός σύνδεσμος στις 15 Αυγούστου του 1909 κάνει κίνημα και αντιδρά στην άσχημη πολιτική και οικονομική τακτική των  κυβερνήσεων (κυρίως του τρικουπικού κόμματος, υπό την ηγεσία του Γεωργίου Θεοτόκη). Αφού βάζει την βουλή να ψηφίσει μια σειρά μεταρρυθμιστικών μέτρων, καλεί το 1910 τον Ελευθέριο Βενιζέλο στην Ελλάδα για να ηγηθεί του κράτους.

                                        Απεικόνιση των Βαλκάνιων συμμάχων έτοιμων για αγώνα με φόντο την Αγία Σοφία.


Ακολουθούν ο Α’ και Β’ Βαλκανικός Πόλεμος κατά τους οποίους η χώρα προσάρτησε τα εδάφη από την Ελασσόνα και πάνω, τη Θεσσαλονίκη και την Μακεδονία. Εντυπωσιακές είναι οι συμμαχίες που αναπτύσσονται κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους. Στον Α’ Βαλκανικό οι βαλκανικές χώρες συμμαχούν εναντίον της Τουρκίας. Στον Β’ Βαλκανικό Πόλεμο η Βουλγαρία στρέφεται εναντίον των υπολοίπων έχοντας απογοητευτεί από το αποτέλεσμα, αλλά και από τις αποφάσεις του Συνεδρίου του Βερολίνου. Η Συνθήκη του Βουκουρεστίου (28 Ιουλίου/ 10 Αυγούστου 1913) είναι η μία από τις δύο συνθήκες που μεγαλώνουν εδαφικά την Ελλάδα.
Το πολιτικό σύστημα «αναγκάστηκε» από «νέες δυνάμεις» να κάνει ένα βήμα μπροστά, να «ξεπεράσει» τον εαυτό του, και να  πετύχει τον διπλασιασμό της Ελλάδας. Σε αυτό ως γνωστό συνέτρεξαν τόσο η ευνοϊκή περιφερειακή συγκυρία όσο και η διορατικότητα και η πολιτική του Ελευθέριου Βενιζέλου, τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό. Το έθνος είχε αποδείξει ότι μπορούσε.
Με αυτόν τον τρόπο, οι διεκδικήσεις του Καποδίστρια από το 1830, η δυναμική διπλωματία του 19ου αιώνα, η υποστήριξη του ελληνικού κράτους στους πληθυσμούς του έξω από αυτό και ο εκσυγχρονισμός του Τρικούπη ενώνονται για να κάνουν εφικτές τις απελευθερωτικές κινητοποιήσεις των ετών 1912-1913.

Συμπεραίνεται, τελικά, από την ολόπλευρη κατανόηση των ιστορικών συνθηκών στις οποίες ευδοκίμησε η Μεγάλη Ιδέα, το ακόλουθο γεγονός: εν κατακλείδι, όποιο κι αν ήταν το όραμα της Μεγάλης Ιδέας, όσο ανεδαφικό κι αν φαίνεται για το σημερινό μάτι του Έλληνα πολίτη ή του ιστορικού, όσο κι αν δεν χωρούσε στη γεωπολιτική κονίστρα εκείνης της εποχής, όσο κι αν δείχνει ένα όραμα εσωστρεφές και ελληνοκεντρικό, το οποίο παρέβλεπε τους αστάθμητους παράγοντες αλλά και τη δυναμική των γειτνιαζόντων λαών, όπως επίσης και τους μεγάλους παίκτες και τα συμφέροντα τους στη σκακιέρα των διεθνών σχέσεων, όσο, επίσης, κι αν υπήρξαν αμφίβολλες πολιτικές και μη σταθερές, αλλά και αστοχίες προς την επίρρωση και ολοκλήρωσή του,υπήρχε ένας παράγοντας, ο οποίος συνέχιζε να τρέφει και να τρέφεται από τη Μεγάλη Ιδέα.
Όπως αναφέρει και η Ε. Σκοπετέα, ‘η Μεγάλη Ιδέα έπιασε ρίζες στους έξω Έλληνες, για τους οποίους είχε από την αρχή μια και μόνο σημασία: την ένωση με την ελεύθερη Ελλάδα’.
Βέβαια δεν πρέπει να αρνηθούμε το γεγονός ότι όλες οι αδυναμίες του Κράτους ενισχύονταν από τη Μεγάλη Ιδέα, το κυρίαρχο αίσθημα αλυτρωτισμού και τον εθνικισμό. Τη στιγμή μάλιστα που, όπως είδαμε, αντίστοιχες επιδιώξεις επικρατούν γενικά στη Βαλκανική.
Η εμφάνιση του Ελευθερίου Βενιζέλου στην πολιτική σκηνή μετά το Κίνημα στο Γουδί (1909), η συστηματική αναδιοργάνωση του κράτους, αλλά και ευνοϊκές, τις κρίσιμες στιγμές,  διεθνείς συγκυρίες οδήγησαν το ιδεολογικό σύστημα της Μεγάλης Ιδέας στο κορύφωμα της ακμής, κυρίως με τη Συνθήκη των Σεβρών (10 Αυγούστου 1920).
Και, κατόπιν, όλο το οικοδόμημα πλέον θα καταρρεύσει. Έρχονται οι μαύρες σελίδες στην ιστορία μας, καθώς θα ακολουθήσει η συρρίκνωση και η διάλυση αυτού του ιδεολογήματος  με τη Μικρασιατική Καταστροφή και  τη Συνθήκη της Λωζάννης (24 Ιουλίου 1923).

 

1.Γενναδίου Σχολαρίου Άπαντα, Τόμος 1, σελίδα 285, ανατύπωση από το Κέντρον Πατερικών Εκδόσεων, Αθήνα 2010.
2. Κωνσταντίνος Σκουτέρης, Κείμενα του Νέου Ελληνισμού, Αθήναι 1971, Έκδοση Εκκλησίας της Ελλάδος, σελ. 106.
3. Ελένη Αγγελομάτη- Τσουγκαράκη: Πως αυτοπροσδιορίζονταν οι υπό ξένη κυριαρχία Έλληνες, στον συλλογικό Τόμο: Έλλην- Ρωμηός- Γραικός, Εκδόσεις Ευρασία, Αθήνα 2018, σελ. 253- 254.
4.Ι. Κολιόπουλος, Ιστορία της Ελλάδος από το 1800, Το Έθνος, η Πολιτεία και η Κοινωνία των Ελλήνων, Εκδόσεις Βάνιας, Θεσσαλονίκη, 2000
5. Δ. Σταματόπουλου, Το Βυζάντιο μετά το Έθνος, Το πρόβλημα της συνέχειας στις Βαλκανικές ιστοριογραφίες, Εκδόσεις Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2009 (Σημαντική η συλλογιστική του Δ. Σταματόπουλου πρωταρχικά στο φωτισμό του τρόπου που κάθε μοντέρνα μετά- οθωμανική εθνική ταυτότητα ξαν – ανακαλύπτει ή φαντασιώνεται τις ιστορικές της ρίζες.)
6.Δανιήλ Μιχάλη Αδάμη Χατζή του Μοσχοπολίτου (1802) Λεξικόν Τετράγλωσσον Των Τεσσάρων Κοινών Διαλέκτων ( Ρωμαίικης- Βλάχικης- Βουλγάρικης – Αλβανίτικης) Προλεγόμενα- Εισαγωγή- Επιλεγόμενα Γιώργης Έξαρχος, Εκδόσεις Σταμούλης, Θεσσαλονίκη 2022
7. Ε. Σκοπετέα, Το «Πρότυπο Βασίλειο» και η Μεγάλη Ιδέα, Πολύτυπο, Αθήνα 1988
8. Ι. Κολιόπουλος, Η Μεγάλη Ιδέα της εθνικής ολοκλήρωσης, στο
http://www.Kathimerini.gr/429125/society/i-megali-idea-tis-ethnikis-oloklirosis (03-03-2014)
9.Β. Κρεμμύδας, Η Μεγάλη Ιδέα, Μεταμορφώσεις ενός εθνικού ιδεολογήματος, Τυπωθήτω, Αθήνα 2010
10.
Douglas Daikin, «Η ενοποίηση της Ελλάδας 1770- 1923», Εκδόσεις ΜΙΕΤ
11. Γ. Κορδάτου, «Μεγάλη ιστορία της Ελλάδος» τομ. 21., Εκδόσεις 20ος αιώνας
12. Τσιρνάρη Ελένη, «Μεγάλη Ιδέα και Ελληνοθωμανισμός (19ος – 20ος αι. ). Γέννηση, εξέλιξη, συγκριτική ανάλυση»
Διπλωματική Εργασία Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, Θεσσαλονίκη  2014
https://dspace.lib.uom.gr/bitstream/2159/19632/3/TsirnariEleniMsc2014.pdf

 

Βλέπε επίσης: Γιάννης Σκαρίμπας, Ο Κωλέττης και η «Μεγάλη Ιδέα»
https://eranistis.net/wordpress/2019/10/11/34038γιάννης-σκαρίμπας-ο-κωλέττης-και-η-μεγάλη-ιδέα

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.