You are currently viewing Μαριάννα Παπουτσοπούλου: Nureyef*   

Μαριάννα Παπουτσοπούλου: Nureyef*  

Ο Ρούντολφ Νουρέγιεφ γεννήθηκε φτωχός σ’ ένα βαγόνι του Υπερσιβηρικού, που έτρεχε και σφύριζε περνώντας κοντά στο Ιρκούτσκ, από μια όμορφη μάνα Τατάρα, που της έμοιαζε σαν μια σταγόνα νερό. Ταξίδευε να βρει τον άντρα της στο μακρινό Βλαδιβοστόκ, κι έφτασε με τον γιο. Ήταν Μάρτιος του 1938.

Ο μικρός μεγάλωσε σε ένα χωριό κοντά στην πόλη Ουφά, στη δημοκρατία του Μπασκορτοστάν στα βάθη της ασιατικής ΕΣΣΔ, μαζί με τους γονείς και τις τρεις αδερφές του, που στην ανάγκη του δάνειζαν τα φουστάνια τους, αφού δεν υπήρχαν λεφτά για πολλά ρούχα ούτε  αποχωρητήριο στο σπίτι, κι αναγκάζονταν να βγαίνουν έξω στο δρόμο.

 Μπορεί κανείς εύκολα να φανταστεί, όχι μόνο τη φτώχεια της μουσουλμανικής  αυτής οικογένειας κατά τη διάρκεια του πολέμου και μετά, αλλά και την αυστηρότητα του πατέρα, που ήταν αξιωματικός του κόκκινου στρατού.  Όσο για τη φλόγα της μάνας, που ο σκλάβος Αλί [1] έλεγε ότι κουβαλούσε στο αίμα του και τον έκανε να είναι αυτός που ήταν, κρατούσε δεμένο και εμπνευσμένο το σύνολο των προσώπων.  Τα ξυπόλητα πόδια του χορευτή στις φωτογραφίες που του έβγαλαν πολύ αργότερα στη Δύση, κι έχουν μείνει να τον θυμίζουν σε μας, τους ταπεινούς του θαυμαστές, μοιάζουν φλόγες ή πόδια ενός πουλιού με πλατύ άνοιγμα φτερών. Οι καλές νεράιδες του παραμυθιού είχαν δώσει στο φτωχό αγόρι όλα τα πλούτη και τα χαρίσματα.

 Στο σχολείο οι δάσκαλοι γρήγορα κατάλαβαν πως το ζωηρό  ντροπαλό παιδί με το εξεταστικό βλέμμα ήταν προικισμένο. Προσπάθησαν να το στείλουν να μάθει χορό αντί να χοροπηδάει σαν σπάνιο κατσίκι στα πανηγύρια του τόπου. Φυσικά όλα αυτά έκαναν έξαλλο τον πατέρα του.  Ακούς εκεί χορευτής…

Τελικώς βρέθηκε το 1955 στη σχολή Βαγκάνοβα του μπαλέτου Κίρωφ (Μαρίνσκι) στο Λένινγκραντ, φυτώριο των μεγάλων χορευτών. Μια αλλαγή της τύχης του μικρού Ρούντολφ, που αντανακλούσε την πρόθεση  της τότε πολιτικής ηγεσίας να αναδείξει κάθε ταλέντο της αχανούς χώρας, και τις αντίστοιχες πρωτοβουλίες στη μακρινή του επαρχία.

 Μαθήτευσε λοιπόν κι αυτός, κι αποδείχτηκε ταλαντούχος, απειθάρχητος, ιδιαίτερος, πανέμορφος. Βρήκε δασκάλους προστάτες, που τον φιλοξένησαν, φίλους και πικρούς εχθρούς, βρήκε τον μπελά του, είχε και την  KGB στον ίσκιο του.

  Την εποχή εκείνη ήμουν τριών ετών, δεν  γνώριζα πως υπάρχει η Σιβηρία, η Ρωσία, ή κάτι σαν το μπαλέτο Μαρίνσκι στον παγωμένο Βορρά. Θα τον έβλεπα μετά από δώδεκα χρόνια  να χορεύει μαζί με τη Μαργκότ Φοντέιν στη στενάχωρη σκηνή του Ηρωδείου, χάρη στην έμπνευση του Θεόδωρου Κρίτα να καλέσει το Royal Ballet στο Φεστιβάλ Αθηνών το καλοκαίρι του 1965, με ρεπερτόριο, Ρωμαίος και Ιουλιέτα, Κουρσάρος κ.ά. Ώρες ολόκληρες έμεινε  η μάνα στην ουρά του ταμείου για τα περιζήτητα εισιτήρια. Ο Ρούντι είχε ζητήσει πολιτικό άσυλο στη δύση, ήδη από το 1961, ενώ τα μπαλέτα Κίρωφ βρίσκονταν στο Παρίσι για παραστάσεις, παρά την πίεση που του άσκησε η ασφάλεια που ακολουθούσε τον μεγάλο θίασο, και αυτό τα είχε όλα αλλάξει. Κηρύχθηκε ανεπιθύμητος στην πατρίδα του, και του απαγορεύτηκε η είσοδος, μέτρο που άρθηκε μόλις το 1989 επί Γκορμπατσώφ,  για να μπορέσει να πάει στην κηδεία της μητέρας του. Την ίδια χρονιά πήγα κι εγώ για πρώτη και τελευταία φορά στη Μόσχα, μάλλον για να παραστώ στην κηδεία του σοσιαλισμού.  Μια χώρα που δεν μπορούσε να κρατήσει τον Νουρέγιεφ, δύσκολα θα κρατιόταν στα πόδια της. 

Ο Ρούντι Νουρέγιεφ, ωστόσο, παρέμεινε  τάταρος και στη δύση. Χωριάτης, γελαστός, πηγαίος, ευγενής, διαβαστερός και καλλιεργημένος, ελάχιστα μορφωμένος και απέραντα σαγηνευτικός μέχρι την τελευταία πιρουέτα ή άλμα. Πουλί, πρίγκιπας ή θεός, δεν  είχε φύγει για να γίνει κάτι άλλο από τον εαυτό του, μόνο για χορό και ελευθερία νοιαζόταν, και βέβαια για την ομορφιά.

 Ήταν καλλιτέχνης, ομοφυλόφιλος, εστέτ,  και τον έπνιγε το ασφυκτικό πλαίσιο απαγορεύσεων, που επικρατούσε στην πατρίδα του, αργότερα τον έπνιγε και η ανόητη πολυπραγμοσύνη της δύσης. Μπορεί να πήρε όλες τις υπηκοότητες της Ευρώπης, ως και την αυστριακή, αλλά αρνήθηκε να  ενσωματωθεί στο Βασιλικό Μπαλέτο, παρ’ ότι του προτάθηκε η  θέση του πρώτου χορευτή. Δεν επιθυμούσε στενότερη υπαλληλική σχέση, και προτίμησε τον ρόλο του προσκεκλημένου καλλιτέχνη, τίτλο που διατήρησε για όλες τις εμφανίσεις του σε όλο τον κόσμο.

 Οι Βρετανοί επιχείρησαν να τον καθοδηγήσουν, ενοχλήθηκαν από τις πρωτοβουλίες του και τις αλλαγές που επιχείρησε στις παλιές χορογραφίες, τους ξένιζε το φλογερό πάθος που χαρακτήριζε την προσωπικότητά του. Κατά βάθος ζήλευαν το χωρίς προηγούμενο πληθωρικό αυτό ταλέντο, που σάρωνε τη σκηνή και τις ψυχές των θεατών στο όριο -μέχρι είκοσι αυλαίες…! Ο Ρούντι πετούσε. Δεν ήταν η δεξιοτεχνία που μετρούσε σ’ αυτόν, θα μπορούσες να πεις τον Μπαρίσνικωφ αργότερα ακόμη πιο τέλειο στις πιρουέτες και τα άλματά του, ήταν κάτι άλλο.  Ο Νουρέγιεφ εξέπεμπε σπάνιο αισθησιασμό και συναίσθημα ερμηνεύοντας τους ρόλους του, είχε μια σπάνια σωματική κατασκευή και ένα εξ ίσου σπάνιο και εντυπωσιακό εκφραστικό πρόσωπο. Το αποτέλεσμα ήταν η μαγνητική, σχεδόν μαγική, έλξη με το κοινό, χαρακτηριστικό των πολύ μεγάλων καλλιτεχνών.

 Πέταξε και στις ΗΠΑ, φυσικά. Οι πέραν του Ατλαντικού δεν παρέλειψαν να τον τραβολογήσουν στην τηλεόραση μαζί με τα κουκλάκια Μάπετ, κατά τα ανόητα γούστα τους, ίσως και τα δικά του αδιέξοδα, λες και ήταν η μασκώτ της υπεροχής τους στον Ψυχρό πόλεμο, ίσως και σαρκάζοντας τη διαφορά παλιού και νέου κόσμου. Εκείνος γνώριζε πως τον έβλεπαν σαν λαυράκι που το έσκασε από τη λίμνη Βαϊκάλη για να τους ευχαριστήσει, και το διασκέδαζε κοσμικώς και ποικιλοτρόπως, όσο δεν τον συλλάμβαναν για χρήση μαριχουάνας στο Σαν Φρανσίσκο και δεν τον ζάλιζαν  με ενοχλητικές συνεντεύξεις σχετικές με τα προσωπικά του.

   Μόνο η Μαργκότ, η θλιμμένη πριγκίπισσα του χορού με το αιώνιο χαμόγελο, την άπειρη κομψότητα και τα αιθέρια χέρια, τον αγάπησε σαν ένα μεγάλο παιδί και χορευτή, με γνήσιο αίσθημα και εκτίμηση, φίλη αληθινή, ολότελα ξετρελαμένη με τον αναπάντεχο παρτνέρ που της μάθαινε την ορμή τη δύναμη και το πάθος του χορού, ως raison d’ etre  “α λα ρωσικά”, ενώ εκείνη του μάθαινε τη λεπτότητα μιας ερμηνείας και μιας στάσης  ζωής, συμπληρώνοντάς τον. Ως χορευτικό ζευγάρι ήταν αμίμητοι, τέλειοι, σχεδόν κούμπωνε η κίνηση του ενός στο σώμα του άλλου, στο Ρωμαίος και  Ιουλιέτα, στο Αρμάνδος και  Μαργαρίτα, στη Λίμνη των Κύκνων, παντού. Συνομιλούσαν απολύτως.

 Ο Ρούντυ όμως είχε έναν πολύ μεγάλο έρωτα στον μακρινό βορρά, τον Έρικ Μπρουν στο δανέζικο μπαλέτο. Ο Οράτιος του δικού του Άμλετ και μόνη ευτυχισμένη στιγμή της προσωπικής του ζωής. Το πλάσμα που ονειρεύονταν τόσες γυναίκες, ποτέ δεν θα τις προτιμούσε ως ερωτικές συντρόφους. Η αισθητική του και το αίσθημα θαυμασμού τον οδηγούσαν στον αγαλματώδη  χορευτή. Σαν τον Νιζίνσκι θα κινηθεί κι αυτός στα πεδία ενός ελληνικού ερωτισμού, Φαύνος του απογεύματος, και θα προσβληθεί κάποια στιγμή από AIDS, πλήγμα που αποδείχτηκε μοιραίο.

  Είναι γνωστό ωστόσο πως το τελευταίο μέρος μιας παράστασης, σχεδόν πάντα φυλάει μια κορύφωση. Ως διευθυντής του Μπαλέτου της Όπερας του Παρισιού, από το 1983 έως τον θάνατό του το ‘93,  ο Νουρέγιεφ έζησε την πιο δημιουργική και ελεύθερη περίοδό του, όταν έγινε με τη σειρά του μεγαλώνοντας,  επικεφαλής χορογράφος, δάσκαλος όλου του θιάσου, φίλος και καθοδηγητής των νέων χορευτών. Ανέβασε και δίδαξε περισσότερα από 25 μυθικά έργα του κλασικού και του μοντέρνου ρεπερτορίου, κάλεσε μοντέρνους χορευτές και αναβίωσε την Κωμική όπερα.  Ζιζέλ, Δον Κιχώτε, Αντιγόνη, Ρωμαίος και Ιουλιέτα,  Μαργαρίτα και Αρμάνδος, Λίμνη των Κύκνων, Καρυοθράυστης, Κουρσάρος, Το πνεύμα του ρόδου,  Ραυμόντα, Πετρούσκα, Σεχραζάντ, Το απόγευμα ενός Φαύνου, Άμλετ, Συλφίδες, Γκαγιανέ, Κοπέλια, Ορφέας, τέλος Μπαγιαντέρα, που στις πρόβες της ήταν ήδη πολύ άρρωστος.

Ο dançeur maudit, που τόσοι ανόητοι προσπάθησαν να διασύρουν, και στην «ανεκτική» δύση, με δημοσιεύματα και σχόλια, θα πεθάνει στα πενήντα τέσσερα, στο παριζιάνικο νοσοκομείο που νοσηλεύτηκε το 1994-5, και θα ταφεί με όλες τις τιμές που του άξιζαν στο κοιμητήριο Sainte-Geneviève-des-Bois. Το μνημείο του, ένα ορειχάλκινο ανατολίτικο χαλί, στικτό με πολύχρωμα σμάλτα, από εκείνα που τόσο αγαπούσε. Σπάνιο έργο τέχνης, ζεστή φωλιά για τον χειμώνα του θανάτου, αν υπάρχει θάνατος για τόση δημιουργικότητα…

  Μέχρι σήμερα οι νεαροί χορευτές του παρισινού μπαλέτου κρατούν την τόλμη και τη χάρη της αύρας του, όπως άλλωστε όλοι οι άνδρες χορευτές στον κόσμο, και φυσικά οι ρώσοι. Ο Ρούντι τους ξανάδωσε τον αυτόνομο καλλιτεχνικό τους ρόλο πλάι στην κυρίαρχη μέχρι τότε prima ballerina.  Εκείνος που τα κοστούμια του στολίζουν σήμερα, έστω και αργά, το μουσείο του μπαλέτου Μαρίνσκι στην Αγία Πετρούπολη, με τη σπανιότητα, τη χλιδή, και την ποιότητά τους, μιας και τα διάλεγε με την φροντίδα ενός ρέκτη, μανιακού της εικαστικής ομορφιάς. Ο Ρούντι, που ερωτεύτηκα κι εγώ μικρούλα ως σκλάβο Αλί, με το μεταξωτό του αζούρινο σαλβάρι, αυτός που σάρωνε σαν αίλουρος τη σκηνή πηδώντας πλάγια με τα νεφρά για να προσγειωθεί στην τέταρτη θέση,  αυτός που κάρφωνε με τα μάτια του κάθε τι ψεύτικο, ανέκφραστο ή λίγο, και πόνεσαν τα χέρια μας να τον χειροκροτούμε.

Στην τέχνη, όπως και στη ζωή, ερωτευόμαστε την ομορφιά χωρίς παζάρια.

 

 

 

 

* Μαριάννα Παπουτσοπούλου, από το “Ορφέα, ιστορίες για τον έρωτα”, ανέκδοτο
[1] Ρόλος στο μπαλέτο  Ο Κουρσάρος, που ο Νουρέγιεφ ερμήνευε με μοναδικό πάθος.
 

Μαριάννα Παπουτσοπούλου

Η Μαριάννα Παπουτσοπούλου γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε διάφορα λογοτεχνικά, ιστορικά και καλλιτεχνικά πράγματα, κατόπιν τα μοιράστηκε στη μέση εκπαίδευση για τριάντα χρόνια. Γράφει πεζό και μεταφράζει αγγλική και γαλλική λογοτεχνία από τα εφηβικά της χρόνια, έγραψε πολλά ανώνυμα για το κίνημα των εκπαιδευτικών και των γυναικών, ποίηση έγραψε σε μεγάλη ηλικία μάλλον από έρωτα και άκρατο ενθουσιασμό. Άρχισε να εκδίδει αργά, επειδή ντρεπόταν. Ταξίδεψε αρκετά, είδε πολλά, αγάπησε, χόρτασε. Σήμερα ζει με τους φίλους και τα παιδιά της στην Αθήνα.

Αφήστε μια απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.