Loading...
ΒιβλιοπαρουσιάσειςΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ

Πάνος Σταθόγιαννης: Βασίλης Παπαμιχαλόπουλος, Η μάντρα απέναντι, Εκδόσεις 24 Γράμματα

Κάνοντας μια πρώτη, γενική αποτίμηση της συλλογής διηγημάτων του Βασίλη Παπαμιχαλόπουλου, “Η μάντρα απέναντι”, θα έλεγα ότι στο παρόν βιβλίο ο συγγραφέας δεν είναι παρά ένας επιμελής συλλέκτης μικρών αιμορραγούντων θαυμάτων. Τα συλλέγει, όχι απλώς για να τα καταγράψει και να τα σώσει κάπως από τη λήθη, αλλά για να δει σ’ αυτά όλη τη χθαμαλή και ταπεινή Οδύσσεια της προηγηθείσας κυοφορίας τους, τις συνέπειές τους και, κυρίως, την αντανάκλασή τους στον ψυχισμό των ηρώων του, το εσωτερικό τους στραπατσάρισμα ή την ανάταση, την αποδοχή των δεδομένων ή την εξέγερση, το σκύψιμο του κεφαλιού ή το ανένδοτο “όχι”.

Διατρέχοντας το ένα διήγημα μετά το άλλο, γίνεται φανερό πως ο συγγραφέας ήθελε να κινηθεί στον χώρο του ρεαλισμού. Να αποτυπώσει δηλαδή πράγματα που υπάρχουν, είναι, τεκταίνονται στη διπλανή πόρτα ή στο σαλόνι, το μπαλκόνι, την κρεβατοκάμαρα του δικού μας σπιτιού. Θέλω να πω εκεί όπου το θαύμα απεκδύεται κάθε μεταφυσική και γίνεται στοιχείο της καθημερινότητας, άσχετα αν εμείς το ονομάζουμε απλώς έκπληξη, τυχαίο ή απλώς περνάμε από δίπλα του χωρίς να το αντιληφθούμε. Ένα θαύμα όμως αμφίσημο, που μπορούμε να το γυρίσουμε “το μέσα έξω”, όπως μια κάλτσα, και που δεν έχει απαραιτήτως θετικό πρόσημο. Μάλλον το αντίθετο συμβαίνει, τουλάχιστον στο παρόν βιβλίο, χωρίς να παύει αυτό που συμβαίνει να είναι θαυμαστό – μια τομή στον χώρο και στο χρόνο, μια αποκάλυψη, ένα φανέρωμα γυμνής αλήθειας.

Ποια όμως είναι αυτή η μάντρα που στέκει απέναντι και ταυτόχρονα μας περιορίζει αλλά και μας ορίζει; Στα διηγήματα της παρούσας συλλογής η μάντρα δεν είναι μία ή δύο. Είναι πολλές, αμέτρητες. Είναι η μάντρα που κάποιες κοινωνικές συνθήκες καθορίζουν σχεδόν από την ημέρα της γέννησής μας και γίνεται κι αυτή στοιχείο προσδιοριστικό του βίου μας. Είναι η μάντρα που κάποιες αποφάσεις μας, κάποια γεγονότα, κάποιες ανεμυαλιές μας έχτισαν στον χωρόχρονό μας και από ένα σημείο και ύστερα βρεθήκαμε εγκλωβισμένοι σχεδόν εν αγνοία μας (“ανεπαισθήτως”, όπως λέει και ο μεγάλος Αλεξανδρινός), μόνο που εν προκειμένω δεν μας καθηλώνουν εκτός, αλλά εντός των τειχών. Είναι οι μάντρα των οικογενειακών δεσμών, αφόρητη συχνά, κάθετη, χτισμένη από ακλόνητες  γρανιτόπετρες. Είναι η μάντρα του βολέματός μας, που συχνά το ιδεολογικοποιούμε για να το αιτιολογήσουμε ακόμα και στον ίδιο μας τον εαυτό. Είναι η μάντρα των αναστολών μας, συνειδητών ή ασυνείδητων. Είναι η μάντρα του φόβου για το άγνωστο πέραν αυτής. Είναι η μάντρα του φύλου μας. Είναι η μάντρα της ηλικίας… Μα πιο πολύ είναι οι άλλοτε αόρατες κι άλλοτε βαρύγδουπα φανερές μάντρες του ψυχισμού μας, του μέσα μας κόσμου, αυτού του παγερού, διάστικτου με φωτεινές κουκίδες χάους, περιοχές του οποίου περικλείονται από μάντρες και είναι απαγορευμένες ακόμα και για μας τους ίδιους ή ούτε εμείς οι ίδιοι υποψιαζόμαστε την ύπαρξή τους και απορούμε όταν αίφνης βγαίνουν στο φως και ζητούν και στην πραγματικότητά μας μερτικό από τη ζωή μας.

Υπάρχει ένας σαρκασμός στο βιβλίο. Μια τραχύτητα. Τα θέματά του δεν είναι λαδάκι στην όποια πληγή, αλλά η μύγα που τη γυροφέρνει, βουρλισμένη από τη μυρωδιά του αίματος. Από αυτή την άποψη, τα διηγήματα είναι σκληρά. Ακόμα και εκείνα που έχουν γραφτεί με μια διάθεση παιχνιδιάρικη και περιπαιχτική. Ακόμα και εκεί το αστείο, το κωμικό, το ευτράπελο είναι όψεις της τραγωδίας και του δράματος. Όμως αυτό δεν είναι αυτοσκοπός. Ο συγγραφέας αγαπάει τους ήρωές του, ακόμα και όταν αυτοί είναι ας πούμε “καθίκια». Και το κάνει αυτό γιατί ξέρει τον άνθρωπο, τον έχει μελετήσει, γνωρίζει ότι τέτοια χαρακτηριστικά φέρουμε στον έναν ή στον άλλον βαθμό όλοι μέσα μας. Σαν κάποιος που σκύβει πάνω από ένα ξένο πηγάδι και στο βάθος του, στη σκοτεινή επιφάνεια του νερού του, βλέπει να καθρεφτίζεται ανεστραμμένο και το δικό του είδωλο.

Ειδικότερα, ο συγγραφέας δεν εκδηλώνει την αγάπη του για τους ήρωές του εξ αιτίας κάποιων θετικών στοιχείων που ανακαλύπτει (ή ενθυλακώνει) σε αυτούς. Εδώ είναι απολύτως τσεχοφικός, ο οποίος γράφει κάπου ότι την ίδια ποταπότητα και το ίδιο μεγαλείο, την ίδια μνησικακία και την ίδια συγχωρητική διάθεση, την ίδια πονηριά και την ίδια αγαθότητα, την ίδια ευφυία και την ίδια χαζομάρα θα συναντήσει κανείς στις τρώγλες και στα παλάτια, και σε όλες τις στιγμές εκδήλωσης του ανθρώπου. Παρά ταύτα, παρά αυτό το αξεδιάλυτο κουβάρι λευκού και μαύρου που είναι ο άνθρωπος, αξίζει να γίνει κατανοητός και να αγαπηθεί. Ο άνθρωπος με “α” μικρό, όχι κεφαλαίο. Μικρό, όπως όλοι εμείς, όπως η μετρημένη ζωή μας.

Άνθρωποι με μικρό “α” είναι και όλοι οι ήρωες των διηγημάτων. Με κάνα δυο εξαιρέσεις, όλοι τους ανήκουν κοινωνικά σε αυτό που θα λέγαμε λαϊκά κοινωνικά στρώματα. Μια κομμώτρια, ένας αποθηκάριος, ένας αμαξάς, ένας αγρότης, ένας ιδιοκτήτης μπαρ με γυναίκες κάπου στη Θεσσαλία, κάτι πιτσιρικάδες που δουλεύουν περιστασιακά σε εργοστάσια, ένας Σέρβος νεαρός από τη Ζένιτσα, μια ηλικιωμένη χήρα που πρέπει να μετακομίσει, μια γυναίκα ταλαιπωρημένη από αρρώστια βαριά, ένα “κοράκι”, ένας αυταρχικός ως τα όρια του φόνου πατέρας, δύο γιατροί, ένας αμαξάς, ένας ξενιτεμένος στη Αμερική… Τίποτα το εξεζητημένο.

Και όμως, εδώ βρίσκεται η όλη εκζήτηση. Εδώ, σ’ αυτούς, σ’ εμάς, που δεν μας πιάνει το μάτι σου, παίζεται όλο αυτό το γεμάτο ανατροπές και επαναλήψεις, μιζέριες και ανατάσεις, αγάπες και προδοσίες, σχέδια και διαψεύσεις παιχνίδι της ζωής. Αυτό κοιτάζει με μεγεθυντικό φακό ο συγγραφέας Βασίλης Παπαμιχαλόπουλος, αυτό επισημαίνει, αυτό σκαλίζει για να δει πίσω από τα γεγονότα, εκδηλώσεις σκοτεινών ψυχικών λαβυρίνθων, εμμονικής μονομέρειας, παγίδευσης ή αυτοπαγίδευσης, εγωισμού ή ετεροκαθορισμού. Και το κάνει με αγάπη. Αυτό που εντέλει βλέπει με τον μεγεθυντικό φακό του εστιάζοντας εδώ κι εκεί, σε χαρακτήρες, δράσεις και εποχές είναι ο πάσχων άνθρωπος. Ο απωλέσας τον παράδεισο, ο θλιμμένα ονειροπόλος. Ένας Προμηθέας όχι δεμένος σε βράχο του Καυκάσου, αλλά καθηλωμένος σε ένα εξωτερικό και εσωτερικό χώρο με αμέτρητες μάντρες.

Υπάρχει ακόμα μία οπτική αναφορικά με τη συλλογή. Είναι η οπτική της γλώσσας. Εκεί ο συγγραφέας τις αφαιρεί. Έτσι πιστοποιεί ακόμα περισσότερο και ακόμα πιο βαθιά τη ρεαλιστική του επιλογή. Γι’ αυτόν η γλώσσα δεν είναι επιμέλεια, αλλά αμεσότητα. Δεν έχει πρόβλημα να χρησιμοποιήσει ακόμα και την πιο βλάσφημη, προκλητική, υβριστική, βρώμικη λέξη ή φράση, ακόμα και όταν γίνεται λόγος για ένδον κοιτάγματα, φτάνει αυτή να δείχνει την αλήθεια απροκάλυπτα, χωρίς περιτυλίγματα, γυμνή.

Λένε ότι συχνά ότι η γυμνή αλήθεια είναι πικρή, για να προσθέσουν άλλοι, οι συγγραφείς κυρίως, ότι, ναι, πικρή είναι, αλλά κάνει καλό κρεβάτι.

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.