Loading...
ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣΠρώτη Ύλη

Παυλίνα Παμπούδη: Γλώσσα και Ποίηση

ΓΛΩΣΣΑ ΚΑΙ ΠΟΙΗΣΗ

 

Η Γλώσσα είναι το όχημα της Ποίησης. Η Ποίηση είναι το άλογο της Γλώσσας.

Αυτή μόνο τη φράση είχα γράψει στην οθόνη που περίμενε το αποψινό μου κείμενο και αναρωτιόμουν πώς να συνεχίσω. Ήμουν έτοιμη να παρεκτραπώ σε αλογοπαίγνια ή σε αλογιωτατισμούς…

Εκείνη την ώρα, είδα πως μου είχαν στείλει ένα βιντεάκι. Ο τίτλος του ήταν: «Η δύναμη του λόγου», και, φυσικά, το άνοιξα.

Έδειχνε μια πλατεία μπροστά σε εκκλησία ή δημόσιο κτίριο.  Ένας αόμματος καθόταν σε μια γωνιά. Δίπλα του βρισκόταν ένα χαρτόνι που έγραφε ΕΙΜΑΙ ΤΥΦΛΟΣ.

Είχε λιακάδα και αρκετός κόσμος έκανε βόλτα στην πλατεία, κανείς όμως δεν πρόσεχε τον τυφλό, ο οποίος, με πολύ αποθαρρυμένο ύφος, μάταια προσπαθούσε ν’ ακούσει κάποιο κέρμα να πέφτει στο ντενεκάκι που βρισκόταν στα πόδια του…

Ξαφνικά, μια κοπέλα στάθηκε μπροστά του. Ο τυφλός άπλωσε τα χέρια κι άγγιξε τα μποτίνια της. Η κοπέλα όμως, αντί να του δώσει χρήματα, έσκυψε, πήρε το χαρτόνι, έγραψε από την άλλη όψη του κάτι με μαρκαδόρο, το ξανάβαλε στη θέση του κι έφυγε.

Αμέσως, άρχισαν κέρματα να ηχούν στο ντενεκάκι. Προφανώς, αυτό που έγραφε τώρα το χαρτόνι, είχε επίδραση στους περαστικούς. Η κοπέλα ξαναπέρασε και κοντοστάθηκε μπροστά στον τυφλό, που την αναγνώρισε αγγίζοντας πάλι τα μποτίνια. « Μα, τι έγραψες;» τη ρώτησε συγκινημένος. «Το ίδιο, αλλά με άλλα λόγια…» είπε εκείνη και ο φακός εστίασε στο χαρτόνι. Έγραφε: «Είναι όμορφη η μέρα, κι εγώ δεν μπορώ να τη δω…»

Η απλή δήλωση του γεγονότος «ΕΙΜΑΙ ΤΥΦΛΟΣ» λοιπόν, ήταν ανεπίδοτη. Η δεύτερη φράση όμως, που έλεγε το ίδιο πράγμα με άλλα λόγια, είχε κατορθώσει να επιδράσει άμεσα στο θυμικό των ανθρώπων διότι έδινε διάσταση και βάθος στο γεγονός και δημιουργούσε συμπάθεια (από το συμπάσχω).     

Το παρηχητικό σλόγκαν του κλιπ, Change your words / change your world, σε προσαρμογή στα καθ’ ημάς θα μπορούσε να είναι: «Πες το αλλιώς /δες το αλλιώς»…

 

Εντάξει, η φράση της κοπέλας δεν ήταν ακριβώς «ποίηση» – απευθυνόταν όμως κι αυτή στο συναίσθημα ή μάλλον στη συναίσθηση ή, ακόμα πιο συγκεκριμένα,  στη «σπλαγχνική συνείδηση» του ανθρώπου – όπως και η ποίηση.

 

Η γλώσσα λοιπόν λειτουργούσε και στη διαφήμιση – όπως ακριβώς και στην ποίηση …

 

Ξέρουμε πως, έτσι κι αλλιώς, τη γλώσσα πρέπει οπωσδήποτε να την έχουμε και για παράξενες χρήσεις και ασκήσεις. Για προσευχές, γρίφους, ξόρκια και γητειές. Έτσι μόνο ανανεώνεται και συνεχίζει να ανανεώνει το νόημα στην καθημερινή μας επικοινωνία.

 

Να λοιπόν δυο από αυτές τις «παράξενες» χρήσεις της γλώσσας: Η γλώσσα της διαφήμισης και η γλώσσα της ποίησης:

 

Η ποίηση είναι «ένα αίνιγμα από συνηθισμένα λόγια» (όπως λέει ο Τάσος Λειβαδίτης) – η διαφήμιση είναι μια γητεία από ασυνήθιστα λόγια. Η διαφήμιση (συνήθως) θέλει να σε παραπλανήσει – η ποίηση θέλει να σε αποπλανήσει…

 

Η γλώσσα της ποίησης και η γλώσσα της διαφήμισης έχουν ένα τουλάχιστον κοινό στοιχείο. Κάνουν και οι δυο μια κάπως «αποκλίνουσα» χρήση του λόγου, καθώς το κύριο ζητούμενο από αυτές είναι η συμπύκνωση εικόνων και εννοιών, και η διατύπωσή τους με κάποιον, λίγο-πολύ, μη αναμενόμενο τρόπο: κι οι δυο σκοπό έχουν να φτάσουν αιφνιδιαστικά στον αποδέκτη, παρακάμπτοντας τις ορθολογιστικές διεργασίες πρόσληψης.

 

Αλλά εδώ τελειώνουν τα «κοινά». Μια διαφήμιση μπορεί να σε ψυχαγωγήσει – το ίδιο θα κάνει κι η ποίηση αλλά – προσοχή: Αυτή θα το κάνει με την κυριολεκτική σημασία του ρήματος, θα φροντίσει για την αγωγή της ψυχής. Η μια γλώσσα αποδίδει τα του Καίσαρος τω Καίσαρι και η άλλη τα του θεού στον θεό. Η Ποίηση αφορά στο μέρος της ανθρώπινης φύσης μας που μετέχει του θείου γι αυτό και μπορεί να μεταδίδει  άμεσα ή έμμεσα και κάτι που καμιά άλλη τέχνη (εκτός από τη μουσική και τον έρωτα) δεν μπορεί να μεταδώσει: μια εξωαισθητική αντίληψη των ορατών και των αοράτων.

Ας αφήσουμε λοιπόν τις συγκρίσεις της γλώσσας της Ποίησης με οποιαδήποτε άλλη γλώσσα.

 

Έχω γράψει παλιότερα για τη Γλώσσα της Ποίησης – αντιμετωπίζοντάς τη, με δέος, ως Πρώτη γλώσσα ή γλώσσα Νοημάτων: 

«Δεν είναι απαραίτητο να καταλαβαίνουμε τη γλώσσα της Ποίησης, χρειάζεται μόνο να είμαστε ανοιχτοί να την προσλαμβάνουμε Όταν λ.χ. διαβάζουμε: ουρανόθεν δ’ αρ’ υπερράγη άσπετος αιθήρ (Όμηρος) ή: όρος δετίναξέ μοι / φρένας, ως άνεμος κατ’ όρος δρύσιν εμπέτων (Σαπφώ),

ή: όρνιθες τίνες οιδ’ Ωκεάνω γας τ’ επί πειρράτων / ήλθον πανέλοπες ποικιλόδερροι τανυσίπτεροι; (Αλκαίος), και δεν είμαστε εξοικειωμένοι με την αρχαία, τι καταλαβαίνουμε;

Η γλώσσα αυτή μας είναι «άγνωστη». Αλλά, η αίσθηση των λέξεων, η βαθύτερη ουσία τους, μας προσεγγίζει από αρχαίους, αθέατους δρόμους. Κι αυτό συμβαίνει γενικά με τη γλώσσα της Ποίησης, που ούτως ή άλλως είναι μια γλώσσα Νοημάτων, μια Πρώτη γλώσσα, μια γλώσσα μέσα στη γλώσσα. Η μουσική της μας υποβάλλει συγκίνηση, εικόνες, κάτι σαν νοσταλγία για κάποια πρώτη πατρίδα της ψυχής, ανείπωτα, ακαθόριστα συναισθήματα, ακόμα κι αν δεν ξέρουμε τι ακριβώς θέλουν να πουν οι στίχοι.

Γιατί, η γλώσσα αυτή είναι η δική μας: μια που ακούστηκε έτσι, άπαξ στο χρόνο, πέρασε για πάντα στο κύτταρο της φυλής.»

 

Μπορώ λοιπόν να κλείσω επιστρέφοντας στην αρχή του κειμένου μου: ναι. Η Γλώσσα είναι το όχημα της Ποίησης και η Ποίηση είναι το φτερωτό άλογο της Γλώσσας…

 

 

 

 

 

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.