Loading...
ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣΠρώτη Ύλη

Παυλίνα Παμπούδη: ΚΥΡΙΑΚΗ

Η είσοδος ήταν τυφλή, θυμάσαι;

Κι η μπαλκονόπορτα  

Και το παράθυρο, αλλά

Η πίσω πόρτα άνοιγε

Πάντα σχεδόν, σ’ εκείνη

Την αλησμόνητη εξοχή

Με τις παλιές τις Κυριακές

Όπου, θυμάσαι;

Κοπάδι τα πευκάκια

Τον χλιαρό αέρα μηρυκάζοντας

Ήσυχα

Να αποδώσουν οξυγόνο στον σφαγέα τους

Όπου

Ανάμεσά τους χαμομήλια ταπεινά

Σκόρπια, θυμάσαι;  

Αδέσποτα εορτολόγια χωρίς αγίους

Και ασταθή, πιο μακριά, θυμάσαι;

Λίγα αρχαία ερείπια που τρέκλιζαν

Σα να ’ταν ώρα πια ν’ αναληφθούν

Στο ήδη εξαχνωμένο μεσημέρι –

 

Δες, τώρα

Περνά σύννεφο μαύρο, πάει, πέρασε

Ποιανού ζωή να ήταν, άραγε;

 

Κάπου μακριά σκάβουν τον ουρανό

Να βρούνε ίσως θάλασσα, να, κιόλας

Φυτεύονται ψιλές φωνές ίσκιων στην άμμο

Θ’ ανθίσουν κύματα  

Θεσπέσια, θεόρατα. Να, δες

Μεσούρανα αστράφτει μια στιγμή

Το Χ εκείνο που όλα τα εξισώνει

Το άγνωστο και το γνωστό

Που ανάγνωση δεν ξέρει

Που όλα τα διαγράφει

Μαζί και το παιχνίδι των θεών και των παιδιών-

 

Τώρα, το στόμα κλείσε:

Φαίνονται όλα σε στιγμές ευδίας ολοκάθαρα

Διάφανα – όλα που μιλήθηκαν

Και όλα εκείνα

Που αδύνατον να διατυπωθούν-     

 

 

 

 

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.