Loading...
ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΜεταφρασμένη πεζογραφίαΠρωτοσέλιδο

Σύλβια Πλαθ (27 Οκτ. 1932 – 11 Φεβρ. 1963). Λαίδη Λάζαρος. μτφρ. Έφη Φρυδά

Σαν σήμερα, 11 Φεβρουαρίου του 1963, μια παγωμένη ημέρα στο Ντέβον, ένα χειμώνα από τους χειρότερους στη Μ. Βρετανία, αποκλεισμένη από τα χιόνια, χωρίς θέρμανση και ηλεκτρικό, πέθανε η Σύλβια Πλαθ, αφαιρώντας τη ζωή της με γκάζι αφού πρώτα φρόντισε να μην κινδυνεύσουν τα παιδιά της.

Παραθέτουμε το αριστουργηματικό ποίημα «Λαίδη Λάζαρος», από τα πιο τολμηρά και πιο γνωστά της καθώς και ένα απόσπασμα από τη βιογραφία του Ronald Hayman.

 

Λαίδη Λάζαρος

Το έκανα ξανά

Κάθε δέκα χρόνια μια φορά

Τα καταφέρνω –

 

Κάτι σαν θαύμα εν κινήσει, το δέρμα μου

Αστραφτερό σαν αμπαζούρ των ναζί,

Το δεξί μου πόδι

 

Ένα πρες παπιέ,

Το πρόσωπό μου ανέκφραστο, λεπτεπίλεπτο

Εβραϊκό σεντόνι.

 

Τράβα την πετσέτα

Ω εχθρέ μου.

Τρόμο μήπως σου φέρνω; 

 

 

Η μύτη, οι κόχες των ματιών, η πλήρης οδοντοστοιχία;

Η βρωμερή ανάσα

Μεσ’ σε μια μέρα θα χαθούν.

 

Σύντομα, σύντομα η σάρκα

Που καταβρόχθισε του μνήματος η σπηλιά

Πίσω σε ‘μένα θα γυρίσει

 

Και ‘γω γυναίκα χαμογελαστή.

Τριάντα μόνο είμαι.

Και σαν τη γάτα εννιά ζωές έχω για να πεθάνω.

 

Αυτή έχει Τρία Αριθμό.

Τι βλακεία

Ν’ αφανίζεις κάθε μια δεκαετία.

 

 

Μυριάδες νήματα πυρακτώσεως.

Το πλήθος που φιστίκια μασουλάει

Σπρώχνεται να τους δει

 

 

Να με ξετυλίγουν απ’ την κορυφή ως τα νύχια –-

Το μέγα ξεγύμνωμα.

Κύριοι, κυρίες

 

 

Αυτά είναι τα χέρια μου

Τα γόνατά μου.

Πετσί και κόκαλο μπορεί να ‘μαι,

 

 

Παρόλ’ αυτά, είμαι η ίδια, πανομοιότυπη γυναίκα.

Την πρώτη φορά που έγινε ήμουνα δέκα.

Ήταν ατύχημα.

 

Τη δεύτερη σκόπευα

Για πάντα να διαρκέσει, καθόλου να μην επιστρέψω.

Βράχος ακλόνητος σφάλισα

 

 

Σαν όστρακο.

Με καλούσαν ξανά και ξανά

Κι από πάνω μου τα σκουλήκια σαν γλοιώδη μαργαριτάρια ξεκολλούσαν.

 

 

Ο θάνατος

Είναι μια τέχνη, όπως και όλα τ’ άλλα.

Και εγώ πεθαίνω υπέροχα.

 

 

Πεθαίνω με τρόπο τέτοιο που μοιάζει κόλαση.

Πεθαίνω με τρόπο που μοιάζει αληθινό.

Έχω το χάρισμα, θα ‘λεγες.

 

Εύκολο είναι να πεθαίνεις σ’ ένα κελί.

Εύκολο είναι να πεθαίνεις και να μένεις ασάλευτος.

Τούτη ‘δω όμως είναι η θεατρική

 

 

Επάνοδος μέρα μεσημέρι

Στον ίδιο τόπο, στο ίδιο πρόσωπο, στην ίδια τραχιά

Εύθυμη κραυγή:

 

 

«Θαύμα!»

Μ’ αφήνει άναυδη αυτό.

Υπάρχει τίμημα

 

Για να δεις τις ουλές μου, υπάρχει τίμημα

Για ν’ ακούσεις την καρδιά μου –-

Χτυπάει ναι.

 

Κι υπάρχει τίμημα, πολύ μεγάλο τίμημα

Για μια λέξη, ένα άγγιγμα

Για μια στάλα αίμα

 

Για μια τούφα απ’ τα μαλλιά μου, απ’ τα ρούχα μου.

Λοιπόν, λοιπόν, Χερ Ντόκτορ.

Λοιπόν, Χερ Εχθρέ.

 

 

Είμαι το αριστούργημά σου,

Είμαι το πολύτιμο

Απ’ ατόφιο χρυσάφι βρέφος σου

 

 

Που λιώνει, που γίνεται στριγκλιά.

Στροβιλίζομαι και κατακαίγομαι. 

Μη φανταστείς πως τη μεγάλη την έγνοια σου υποτιμώ.

 

 

Στάχτες, στάχτες –

Σκαλίζεις και αναδεύεις.

Σάρκα, κόκκαλο, όλα χάθηκαν πια –

 

 

Μια πλάκα σαπούνι,

Μια βέρα,

Ένα χρυσό σφράγισμα.

 

 

Χερ Θεέ, Χερ Διάβολε

Φυλάξου

Φυλάξου.

 

 

 

Μεσ’ απ’ τις στάχτες

Με τα κόκκινα μαλλιά μου ανασταίνομαι

Και τους άντρες αέρας σαν να’ ναι κάνω μια χαψιά.

 

 

23-29 Οκτωβρίου 1962

 

 

 

«Όταν παρουσίασε για πρώτη φορά σε μια ανάγνωση το ποίημα «Λαίδη Λάζαρος», που έχει ημερομηνία 23 με 29 Οκτωβρίου του 1962 και είναι ίσως το πιο παράτολμο ποίημα από τη συλλογή Άριελ, η Σύλβια περιέγραψε την αφηγήτρια σαν μια γυναίκα που έχει το «υπέροχο και τρομακτικό χάρισμα της αναγέννησης», αλλά πρέπει πρώτα να πεθάνει».

«Το όραμα του θανάτου», γράφει ο Χιούζ, «η δική της μούσα του θανάτου στη ζωή και της ζωής στον θάνατο, με την καταπιεστική μαρτυρία της, πάλευε μέσα της ενάντια στη χαρά της ζωής και στην πιο μικρή απόλαυση, για την οποία η αγαπημένη της λέξη «έκσταση» ήταν απόλυτα ακριβής, όπως αποδεικνύουν τα ποιήματά της». Η επιθυμία του θανάτου δεν ήταν ξέχωρη από τη χαρά της ζωής. Η Σύλβια ήταν παίκτρια, και η χαρά του παιχνιδιού προερχόταν εν μέρει από τη γνώση ότι κάποτε τα είχε παίξει όλα για όλα και θα μπορούσε κάλλιστα να είχε χάσει. Η απόπειρα αυτοκτονίας τού 1953 θα είχε πετύχει αν δεν άκουγαν στην τραπεζαρία τα βογκητά της από το κελάρι ή αν ήταν περισσότερο ναρκωμένη και δεν βογκούσε. Μετά απ’ αυτό, η Σύλβια δεν έπαιρνε τίποτα ως δεδομένο. Χαιρόταν τη θέα από το παράθυρο του τραίνου απ’ όπου μπορούσε ανά πάσα στιγμή να πηδήξει. Μολονότι η επιλογή της αυτοκτονίας είναι μόνιμα ανοιχτή σε όλους, εκείνη βρισκόταν σε μια ειδική θέση. Έχοντας κάποτε δοκιμάσει ως τα άκρα το θάρρος της, μέχρι του σημείου να καταπιεί αρκετά ναρκωτικά χάπια για να πεθάνει, έκανε απλώς ένα πέρασμα από τη ζωή. Όσο μεγάλη απόλαυση κι αν αντλούσε όταν τα ποιήματά της γίνονταν δεκτά στο Νew Yorker, όταν έκανε έρωτα, όταν έτρωγε, όταν χάιδευε απαλά ζωάκια, ο θάνατος την περίμενε πάντα σε μια σκοτεινή γωνιά και της έκλεινε το μάτι.

 

Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι, τις τελευταίες μέρες της ζωής της δεν είχε στιγμές ευφορίας. Ακόμα κι αν τα φάρμακα είχαν ζωγραφίσει στο πρόσωπό της το χαμόγελο που ο Τόμας ονόμασε αγγελικό, τα τελευταία της ποιήματα φωτίζουν τα συναισθήματα πίσω του – συναισθήματα που της δίνουν την ικανοποίηση την οποία χαρίζει ένα ωραίο όνειρο, ένα όραμα. Εμείς πιστεύουμε ότι η αυτοκτονία είναι μια επιθετική πράξη κατά του εαυτού, αλλά, όταν την ερωτεύεσαι, το κάνεις για να τη χρησιμοποιήσεις για κάτι άλλο: για να επιτεθείς σε εμπόδια με γαλήνιο και αρμονικό τρόπο, και να ενωθείς με τη δύναμη που μοιάζει να δουλεύει μέσα από σένα. Αισθάνεσαι χρησιμοποιημένος και θέλεις να χρησιμοποιηθείς πληρέστερα. Γράφοντας με μεγάλη ταχύτητα, η Σύλβια ήταν σαν ν’ άκουγε μια φωνή που της υπαγόρευε, σαν να λειτουργούσε ως μέντιουμ που άφηνε το πνεύμα να μιλήσει με τη δική της φωνή.

Σήμερα εξετάζουμε όλα τα ποιήματα του θανάτου υπό το πρίσμα της αυτοκτονίας της, αλλά αυτά τα ποιήματα, μέχρι να αφαιρέσει τη ζωή της, είχαν αλλιώτικο νόημα. Όταν τα διάβαζε ο Αλβαρέζ, εκείνος δεν μπορούσε να μην παρατηρήσει ότι η τεχνική δεινότητα αυτών που έλεγε με τον στίχο, απέπνεε έναν αέρα συναισθηματικής αποστασιοποίησης. Η Σύλβια μιλούσε για αυτοκτονία «με ειρωνική αποστασιοποίηση και χωρίς την παραμικρή αναφορά στο δράμα και την οδύνη της πράξης». Κάτι από αυτή την αποστασιοποίηση και τον συγγραφικό έλεγχο υπήρχε και στον τρόπο με τον οποίο διάβαζε τα ποιήματά της, λέει ο Άλβαρεζ. Η φωνή της δεν είχε την παραμικρή υστερία, την παραμικρή έκκληση για οίκτο. Ωστόσο έγραφε γι’ αυτά που μπορεί να έκανε στον εαυτό της – και στα παιδιά της. Αιωρούμενη αβαρής στα ποιήματά της και στην πράξη της ανάγνωσης, έκανε μια έκκληση για βοήθεια, κάτι που όμως, δεν σημαίνει ότι προσδοκούσε να της δοθεί, ή ότι κάποιος θα έβρισκε τον τρόπο να της προσφέρει αυτό που ήθελε. Η αυτοκτονία είναι μια ανέφικτη έκκληση για μη διαθέσιμη βοήθεια».

 

 

 

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΚΑΙ Η ΖΩΗ ΤΗΣ ΣΥΛΒΙΑΣ ΠΛΑΘ, Ronalf Hayman, μτφρ. Έφη Φρυδά, εκδόσεις Μελάνι, 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.