Loading...
ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΜεταφρασμένη πεζογραφία

Τζέιμς Μπόλντουιν. Μια άλλη χώρα. Μτφρ. Έφη Φρυδά

Από κάτω περνούσε ο Ρούφους, ένας από τους νικημένους – γιατί το βάρος τούτης της πόλης ήταν δολοφονικό – ένας απ’ αυτούς που είχαν τσακιστεί κάποια μέρα, όταν οι πύργοι έπεσαν, κάποια μέρα που ήταν κάθε μέρα. Ολομόναχος, πεθαίνοντας μες στη μοναξιά του, ήταν κομμάτι αυτής της τρομερής μάζας. Μέσα στα κέντρα αγόρια και κορίτσια έπιναν τους καφέδες τους· όλα όσα τους κρατούσαν μακριά από τη δική του κατάσταση ήταν τόσο φθαρτά, όπως τα τσιγάρα τους που όλο και μίκραιναν. Δεν μπορούσαν ν’ αντέξουν αυτή τη γνώση, δεν μπορούσαν ν’ αντέξουν στη θέα του Ρούφους· αλλά ήξεραν γιατί τριγυρνούσε στους δρόμους απόψε, ήξεραν γιατί έμπαινε από το ένα τρένο στ’ άλλο όλη νύχτα.

….

“Ήταν ένα παιδί σχεδόν στην ηλικία του Ρούφους, που ερχόταν από κάποιο τρελότοπο, ίσως από το Τζέρσεϋ Σίτι ή από το Σύρακιουζ. Και κάποτε ανακάλυψε ότι μπορούσε να το πει με το σαξόφωνο. Κι είχε πολλά να πει. Στεκόταν εκεί με τα μακριά του κανιά, γαμώντας τον αέρα, γεμίζοντας το βαρέλι του στήθους του, τρέμοντας μες στα κουρέλια των είκοσι χρόνων του και ουρλιάζοντας μες απ’ το σαξόφωνο Μ’ αγαπάς; Μ’ αγαπάς, και ξανά Μ’ αγαπάς, Μ’ αγαπάς Μ’ αγαπάς; Ο Ρούφους τουλάχιστον αυτό άκουγε, η ίδια ερώτηση ξανά και ξανά, να επαναλαμβάνεται βασανιστικά και πολύμορφα με όση δύναμη είχε το αγόρι. Η σιωπή ήταν απόλυτη, η προσοχή όλων ήταν στραμμένη πάνω του, τα τσιγάρα σβηστά, τα ποτά αφημένα πάνω στο τραπέζι· και στα πρόσωπα όλων, ακόμα και στα πιο ρημαγμένα και στα πιο μουντά, φάνηκε ένα παράξενο, διστακτικό φως. Ο σαξοφωνίστας τους βίαζε, όμως δεν ήθελε πια την αγάπη τους, τους πέταγε μόνο την οργή του με την ίδια περιφρονητική, παγανιστική περηφάνια που γαμούσε τον αέρα. Κι όμως η ερώτηση ήταν τρομακτική μες στην αλήθεια της· το αγόρι φύσαγε βγάζοντας το λαρύγγι του και τα σωθικά του από τα βάθη του μικρού παρελθόντος  του· κάπου, μέσα σ’ αυτό το παρελθόν, στην πλέμπα και στους καβγάδες του σιναφιού, κάπου μέσα στο λερό δωμάτιο, κάτω από την κουβέρτα που είχε σκληρύνει από τα χύσια, πίσω από τη μαριχουάνα και τη βελόνα, κάτω από τη μυρωδιά του κατρουλιού στο υπόγειο της γειτονιάς, κάπου εκεί είχε χτυπηθεί, είχε σημαδευτεί και ποτέ πια δεν θα γινόταν όπως πριν· όμως κανείς δεν ήθελε να το δει αυτό. Μ’ αγαπάς; Μ’ αγαπάς; Μ’ αγαπάς; Οι άλλοι πάνω στην πίστα έμεναν μαζί του, συγκρατημένοι και κάπως απόμακροι, προσθέτοντας και ρωτώντας και επιβεβαιώνοντας, συνοδεύοντας το κομμάτι όσο καλύτερα μπορούσαν με μια αυτοκριτικά ειρωνική διάθεση· αλλά όλοι ήξεραν ότι το αγόρι μίλαγε και γι’ αυτούς, για τον καθένα τους. Ο Ρούφους οσφραινόταν τη μυρωδιά του και τη μυρωδιά των αντρών γύρω του. «Λοιπόν, αυτό ήταν», είπε ο μπασίστας. Ο κόσμος φώναξε κι άλλο, εκείνοι όμως έπαιξαν το βασικό κομμάτι τους και τα φώτα έσβησαν. Κι αυτό ήταν το τελευταίο κομμάτι του τελευταίου τζαμαρίσματος του Ρούφους”.

 

(Aπόσπασμα από το μυθιστόρημα του Τζέιμς Μπόλντουιν, Μια άλλη χώρα, εκδόσεις Οδυσσέας, 1981. μτφρ. Έφη Φρυδά.)

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.