Loading...
ΔοκιμέςΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ

Φάνης Κωστόπουλος: Τζαίημς  Τζόυς – Εκατό χρόνια από την πρώτη έκδοση του Οδυσσέα

  O Δουβλινέζος συγγραφέας του κορυφαίου  μυθιστορήματος  του 20ου αιώνα Τζέιμς Τζόυς ( 1882- 1941) εγκατέλειψε τη γενέτειρα πόλη του το 1904, έχοντας ως μοναδικό του όπλο «την πανουργία, τη σιωπή και την εξορία», όπως θα γράψει αργότερα.. Το τελευταίο ήταν, θα ’λεγα, όπλο και του Βολταίρου. Ανήκε στους πλάνητες τεχνίτες του λόγου που έχοντας εγκαταλείψει την πατρίδα τους λίγο προτού ξεσπάσει ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, περιδιάβαζαν  τις ευρωπαϊκές  πρωτεύουσες και δημοσίευαν τις πρώτες δοκιμές τους σε ξενόγλωσσα   περιοδικά, όπως το Egoist ή το Little Review (το περιοδικό αυτό το 1921 δημοσίευε τον Οδυσσέα και κατασχέθηκε από τις αρχές), αναστατώνοντας και προκαλώντας το φιλολογικό κατεστημένο της εποχής εκείνης. Φεύγοντας από την Ιρλανδία έχει μαζί του τα ανέκδοτα χειρόγραφα μιας μυθιστορηματικής αυτοβιογραφίας με τίτλο Στήβενς ο ήρωας. Επί μια δεκαετία το έργο του δεν θα κινήσει το ενδιαφέρον κανενός εκδότη, ενώ το διάστημα αυτό, θα επεξεργάζεται συνεχώς τα παλαιότερα χειρόγραφά του. Το 1913 θα λάβει απροσδόκητα μια επιστολή από τον Έζρα Πάουντ, στην οποία ο Αμερικανός ποιητής τού γράφει πως είναι φίλος του Γέητς (που εκείνη την εποχή ήταν καθιερωμένος Ιρλανδός ποιητής) και ότι αυτός ο συμπατριώτης του ενδιαφέρεται να μάθει αν ο Τζόυς έχει να του στείλει ανέκδοτα κείμενα.  Ένα μήνα αργότερα ο Τζόυς θα στείλει στον Πάουντ τους Δουβλινέζους, μια συλλογή διηγημάτων, και ένα μυθιστόρημα με τίτλο Ένα πορτρέτο του καλλιτέχνη σε νεαρή ηλικία. Το αποτέλεσμα ήταν άμεσο. Το μυθιστόρημα του Τζόυς θα δημοσιευτεί σε συνέχειες στο περιοδικό Egoist, ενώ ο Πάουντ, από την πλευρά του, θα δημοσιεύσει διθυραμβικές κριτικές γι’ αυτό το μυθιστόρημα σε διάφορα περιοδικά.

  Οι μεγαλοφυΐες τύπου Τζόυς δεν σκαμπάζουν  γρυ από οικονομία, όπως, για παράδειγμα, η βασίλισσα της Γαλλίας Μαρία Αντουανέτα που ήθελε ο πεινασμένος γαλλικός λαός να φάει παντεσπάνι. Πράγματι, η οικονομική δυσπραγία, που ήταν το μέγα πρόβλημα της ζωής του, και οι αιώνιες γκρίνιες της γυναίκας του, Νόρας, δεν τον εμπόδιζαν να είναι γελαστός, ευπροσήγορος, αλλά και λίγο πειραχτήρι, αν θυμηθούμε τη συνάντησή του με τον Προυστ σ’ εκείνο το αλήστου μνήμης δείπνο που παρέθεσε ο Άγγλος συγγραφέας Στήβεν Χάντσον, ενώ συχνά πυκνά τον έβρισκες να γευματίζει σε εκλεκτά εστιατόρια του Παρισιού και να πίνει, όπως οι γενναίοι του πιοτού, ακριβά γαλλικά κρασιά. Κάτι ανάλογο μπορούμε να πούμε και για τον φίλο του τον Πάουντ, που εμφανιζόταν επί δεκαετίες με πλεχτά γιλέκα και πουκάμισα Μπάιρον, τα οποία – όπως διαπίστωσε έκπληκτος ο Έλιοτ – τα έραβε επί παραγγελία την εποχή που πένονταν. Αυτά τα λίγα, για να έχει ο αναγνώστης μια γεύση από τον τρόπο ζωής και τον χαρακτήρα του μεγάλου αυτού Ιρλανδού συγγραφέα.

   Το 1914 άρχισε ο Τζόυς να γράφει το δεύτερο μυθιστόρημά του, τον Οδυσσέα, και κατά τη διάρκεια του Πολέμου θα το δουλεύει αδιάκοπα. Στο μυθιστόρημα αυτό χρησιμοποιεί ως πλαίσιο πολύ ελαστικό  τον μύθο του ομηρικού ήρωα. Ο συγγραφέας αφηγείται εκεί μια μέρα στην ιρλανδική πρωτεύουσα  από τη ζωή ενός Εβραίου, του  Λεοπόλδου Μπλουμ, για την ακρίβεια τη 16η Ιουνίου του 1904, τη χρονιά δηλαδή που ο Τζόυς εγκατέλειψε το Δουβλίνο. Ο Λεοπόλδος Μπλουμ διασχίζει το Δουβλίνο ώσπου να φτάσει στην Ιθάκη του, την  οδό Έκλες αριθμός 7, όπου τον περιμένει η Πηνελόπη, όπως ονόμασαν οι ερευνητές  το τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου. Εκεί, λοιπόν,  τον περιμένει η σύζυγός του, η Μόλλυ ή, αν θέλετε,  η Μόλλυ–Πηνελόπη. Στο κεφάλαιο αυτό  η μνήμη της Μόλλυ τρέχει στο Γιβραλτάρ, όπου γεννήθηκε και είχε ως δεκαπεντάχρονο κορίτσι  τις πρώτες ερωτικές εμπειρίες της, ενώ τη στιγμή του εσωτερικού αυτού μονολόγου, που διαδραματίζεται στην κρεβατοκάμαρα  της Μόλλυ και του Μπλουμ,  η Μόλλυ είναι 38 ετών. Το βιβλίο χωρίζεται σε 18 κεφάλαια, τα οποία είναι γραμμένα από διαφορετική οπτική γωνία και σε εντελώς διαφορετικό ύφος. Ο συγγραφέας είχε, φαίνεται ,  το δυνατότητα να μιμείται το ύφος άλλων συγγραφέων , όπως ο Μαρσέλ Προυστ στα Pastiches. Η σχέση του Οδυσσέα με το ομηρικό έπος  θα μπορούσε ίσως να αποδοθεί με ένα παράδειγμα: Στην ομηρική Οδύσσεια γίνεται λόγος για τον κίνδυνο που διέτρεξε ο Οδυσσέας αντιμετωπίζοντας   τον Κύκλωπα Πολύφημο. Ο Οδυσσέας του Τζόυς,  ο κύριος Λεοπόλδος Μπλουμ,  διατρέχει επίσης κίνδυνο, όταν συναντάει έναν μεθυσμένο Ιρλανδό σοβινιστή που δεν βλέπει αρκετά καλά, για να τον χτυπήσει με ένα τενεκεδένιο κουτί από μπισκότα. Η τύφλωση, δηλαδή, στη μία περίπτωση και η κακή όραση στην άλλη έδωσαν τη δυνατότητα στον ομηρικό ήρωα και στον Λεοπόλδο Μπλουμ να γλιτώσουν από το κακό που τους βρήκε. Ευκρινέστατη είναι η γλωσσική εξέλιξη του έργου, που αρχίζει με ύφος συμβατικής αφήγησης και καταλήγει, όπως είπα, με έναν εσωτερικό μονόλογο της Μόλλυ Μπλουμ. Ο Τζόυς έγραψε το μυθιστόρημα Οδυσσέας  από το 1914 έως το 1921, περιερχόμενος τρεις ευρωπαϊκές πόλεις: Τεργέστη, Ζυρίχη και Παρίσι. Ήταν τόσο απασχολημένος με αυτό το έργο, ώστε μια φορά που του ζήτησαν άρθρο, κατά παραγγελία, για να δημοσιευθεί σε περιοδικό, τους απέπεμψε λέγοντας: «Απευθυνθείτε στον κύριο Προυστ. Με μια πρότασή του θα σας γεμίσει όλο το τεύχος». Όταν το έργο ολοκληρώθηκε και πήρε τον δρόμο των εκδοτικών οίκων, το ενδιαφέρον των εκδοτών για τον Οδυσσέα ήταν ανύπαρκτο. Τελικά το βιβλίο θα τυπωθεί στο Παρίσι το 1922, ένα χρόνο, δηλαδή, μετά την ολοκλήρωσή του, από την εκδότρια Σύλβια Μπητς του εκδοτικού οίκου Shakespeare and Co.

                                       ————————————

   

 

                                        

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.