Loading...
ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΜεταφρασμένη ποίηση

Wystan Hugh Auden:  Δύο ποιήματα Μετάφραση: Μαρία Τσάτσου

Musée Des Beaux Arts

 

Ποτέ δε σφάλανε οι Παλιοί Μαστόροι

Για τον πόνο: πόσο καλά είχαν νιώσει

Τη θέση του μες στους ανθρώπους και πώς είναι δυνατό

Ενώ ένας τρώει, ανοίγει ένα παράθυρο ή περπατάει

                        μ’ άσκοπο βηματισμό

Πώς ενώ οι γέροι περιμένουνε ευλαβικά, με πάθος

Μια γέννηση θαυμάσια, όμως πρέπει να ζούνε

Παιδιά που δε ζητήσανε ποτέ να γίνει αυτό

Και τώρα πατινάρουνε στο ξέφωτο του δάσους.

Ποτέ δε λησμονήσανε

Πώς το φριχτό μαρτύριο πρέπει να εκτελέσει την τροχιά του

Έτσι κι αλλιώς σε μια γωνιά, άραχλη και στενή

Όπου οι σκύλοι ζούνε τη σκυλίσια τους ζωή και τ’ άτι του βασανιστή

Ξύνει σ’ έναν κορμό τ’ αθώο του μερί.

Στον Ίκαρο του Μπρέγκελ για παράδειγμα: πώς όλα στρέφονται

Μ’ απόλυτη νωχέλεια μακριά από την καταστροφή ο γεωργός μπορεί

Ν’ άκουσε τη βουτιά, της εγκατάλειψης την κραυγή,

Γι’ αυτόν όμως δεν ήταν πάθημα σημαντικό: ο ήλιος έλαμπε

Όπως πάντα στις λευκές κνήμες που αφανίζονταν στο πράσινο

Νερό και τ’ ακριβό και ντελικάτο πλεούμενο που ’πρεπε κάτι ανοίκειο

Να ‘χει δει, ένα αγόρι να γκρεμίζεται απ’ τ’ ουρανού την οροφή,

Ήτανε για να φτάσει κάπου και συνέχιζε τον πλου.

*

Θρύλος

 

Έλα μαζί του

Έρωτα, στο θρύλο αυτό

Για κείνον πάρε

Κάθε αλλιώτικη μορφή,

Στο θρύλο ταιριαστή,

Παράξενη σα θρύλος.

Για να μπορέσει

Όσα ο θρύλος του ζητά,

Γίνε, Έρωτα, όπως αυτός

Πιστός στο θρύλο.

Όταν για να μερώσει

Κάποιο πάθος της καρδιάς

Πρέπει παμφάγες θάλασσες

Με θλίψη να περάσει,

Σαν το δελφίνι τρέξε και

Σαν πονηρή αλεπού

Μεσ’ από βράχια οδήγα τον

Ψιθύρισε στ’ αυτί

Τη φράση που όλοι ξέρουν

Κι είναι αρεστή

Στους φύλακες εκεί

Κι όταν διασχίζοντας

Έλος χλωμό

Όρνια τον καταδιώκουν,

Να ’σαι πιστός και πάλι,

Μεσ’ απ’ τα σκέλη του Σαν άτι ξεπετάξου,

Σαν αγέρι φτερωτός

Και πάρτονε μακρυά τους

Ώσπου οι κραυγές και κείνοι

Ξοπίσω νάχουν μείνει.

Κι όταν στο τέλος κάποτε,

Οι κίνδυνοι που πέρασαν

Τον πόθο του για θρύλο

Πια κουράσουν,

Τότε, Έρωτα, ορθός

Στην έξοδο του θρύλου,

Ζήτα την πληρωμή σου.

Τον τράχηλό σου σκύψε

Στο αχάριστο άγγιγμα

Σπαθιού που δεν τολμά,

Που ανοιγμένα μ’ έκπληξη,

Τα μάτια του να δούνε,

Εσένα ξαφνικά,

Να δει πως αυτό που ’θελε

Είναι πιστό και πάλι

Αλλά ξεμαγεμένο,

Ο Έρωτας σαν έρωτας πια.

            **

 

Ο Γουίσταν Χιου Ώντεν (1907-1973) υπήρξε ο σημαντικότερος ποιητής της γενιάς του. Εισήγαγε την καθημερινή γλώσσα στην αγγλική ποίηση γράφοντας στίχους πολιτικούς και στοχαστικούς, δραματικούς και τολμηρούς. Μαρξιστής αρχικά κι έπειτα χριστιανός, παραδοσιακός και ριζοσπάστης, άπατρις και οικουμενικός, αταλάντευτα αντιφασίστας, ο Ώντεν υπήρξε δημιουργός κατεξοχήν ηθικός. Σπούδασε αγγλική φιλολογία στην Οξφόρδη και άρχισε να γράφει από πολύ νωρίς. Έζησε στο μεσοπολεμικό Βερολίνο, συμμετείχε στον Ισπανικό Εμφύλιο, και από το 1939 εγκαταστάθηκε στη Νέα Υόρκη. Σε συνεχή εγρήγορση, αντιρομαντικός και στοχαστικός, υπήρξε πάνω απ’ όλα ποιητής με απαράμιλλη τεχνική, αφού, από την περίοδο της πρώτης του συλλογής μελέτησε εξαντλητικά όλα τα είδη, τις φωνές και τις μορφές της αγγλικής στιχουργικής παράδοσης αλλά και το ύφος των τραγουδιών του αγγλικού μιούζικ χoλ και του βερολινέζικου καμπαρέ, των αμερικάνικων μπλουζ και του μπρεχτικού θεάτρου.

 

 

 

Τα ποιήματα αυτά δημοσιευτήκανε για πρώτη φορά στην «Οδό Πανός», 2003, Νο 120

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.