Loading...
ΘέατροΠρωτοσέλιδοΤΕΧΝΗ

Κωνσταντίνος Μπούρας: «Ιχνευταί», Νίτσε και Διονυσιακό πνεύμα

Ο ιδιοφυής συνδυασμός απολλώνιου και διονυσιακού στοιχείου σε ένα σατυρικό δράμα που παιζόταν μετά από μια τραγική τριλογία προκειμένου να εκτονώσει το φορτισμένο θυμικό των θεατών αφήνει πολλά περιθώρια ερμηνειών και παρερμηνειών.

«Ψάξε, ψάξε, δεν θα το βρεις!», θα μπορούσε να είναι ο υπότιτλος κάθε παρόμοιου απονενοημένου ή μη εγχειρήματος.

Μα τι ψάχνουν οι ιχνευτές του Αισχύλου; Τα κλεμμένα βόδια του Φοίβου Απόλλωνα από τον ετεροθαλή αδελφό του και μετέπειτα θεό προστάτη εμπόρων και κλεφτών Ερμή.

Και τι ακριβώς συμβολίζουν αυτά τα βόδια; Έχουν σχέση με τα ομηρικά «βόδια του Ήλιου» στη νήσο Θρινακία ή Θρινακίη; Μόνο που εκείνα δεν εκλάπησαν αλλά εσφαγιάσθησαν ως αντίδοτο στην πείνα.

Όπως σήμερα ζούμε στην «εποχή του Υδροχόου», που επακολούθησε μετά την «εποχή των Ιχθύων», δικαιούμαστε νομίζω να υποθέσουμε πως ο μύθος αυτός μας μεταφέρει στην «εποχή του Ταύρου», όπως ο Λιόντας της Νήσου Κέας παραπέμπει στην «εποχή του Λέοντα»;

Πολλά τα μυθολογικά, πολιτικά, κοινωνικά και θρησκειολογικά συμφραζόμενα που έχουν χαθεί στο διάβα των τελευταίων είκοσι πέντε αιώνων. Έτσι κάθε απόπειρα ερμηνείας οδηγεί αναγκαστικά σε παρερμηνείες και σε αυθαίρετες μεταφορές στο δικό μας πολιτισμικό πλαίσιο, άλλοτε επιτυχημένες κι άλλοτε επιτυχημένες.

Ιδιαίτερα «επιστημονική» η προσέγγιση αυτού του ημιτελούς δραματιδίου του Σοφοκλή από τον Καθηγητή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Μιχαήλ Μαρμαρινό κα την επίσης εμβριθεστάτη Καθηγήτρια στο ίδιο Πανεπιστήμιο Δηώ Καγγελάρη. Αν μη τι άλλο εξαντλήθηκε το κείμενο στην αρίστη έμμετρη μετάφραση (1933) του Εμμανουήλ Δαυίδ που ανήκε στην ομάδα του Συκουτρή.

Ίσως η πλέον σοβαρή φετινή απόπειρα μελέτης και έρευνας που ξεκλειδώνει εν μέρει κάποιους από τους κώδικες του αρχαίου δράματος.

Όμως, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί το όλον παραστασιακό αποτέλεσμα και ως «η απόλυτη κυριαρχία του εστέτ». Το ανατολίτικου τύπου στυλιζάρισμα (που παραπέμπει περισσότερο στο θέατρο Νο παρά στο θέατρο Καμπούκι) αφαιρεί από το εγχείρημα κάθε επαπειλούμενη λαϊκότητα και το μετατρέπει σε νοητική ακροβασία αμφιβόλου βεληνεκούς.

Βεβαίως η εξηρμένη σωματικότητα του Χορού ήταν απολύτως αποδεκτή και νόμιμη ως πρόταση, όμως παρέπεμπε στο άχρονο και άχωρο, αφού δεν αναγνώριζες κανένα απολύτως ιστορικό ή άλλο πολιτιστικό σύμφυρμα. Άθυρμα μάλλον κενών φιλοδοξιών και στείρων πειραματισμών – κατά την ταπεινή μου γνώμη – η ατελέσφορη προσπάθεια ζωομορφισμού, για τον απλούστατο λόγο ότι παραήταν σοβαροφανής και επιτηδευμένη, έλειπε δηλαδή το χιούμορ και το πηγαίο διονυσιακό στοιχείο, έτσι όπως εκφράζεται λαϊκά από τους Σάτυρους.

Ζούμε σε μια μεταβατική και γκρίζα πολιτισμική ζώνη, όπου το παλιό δεν έχει πεθάνει ακόμη και το καινούργιο δεν έχει γεννηθεί. Έτσι είναι άχαρη η θέση λογοτεχνών και καλλιτεχνών, αφού ή έννοια «πνευματικός άνθρωπος» είναι τόσο κατασυκοφαντημένη που καταντά ύποπτη, αν όχι και απαγορευμένη (όπως και άλλες λέξεις: «έμπνευση», «ταλέντο», Μούσα).

Η ακαδημαϊκή προσέγγιση είναι ένας τρόπος μετατροπής του αρχαίου δράματος σε από σκηνής κι επί σκηνής σχολείο, ένα αποτελεσματικό ή μη μέσο παιδείας του λαού.

Κι εδώ ο σκηνικός χώρος ήταν διευρυμένος, περιελάμβανε και τις παρόδους και το κοίλον, καθώς και το άνω διάζωμα, όπου εμφανίστηκε ως Απόλλων ο λυρικός τραγουδιστής Steve Katona σε ρόλο Ερμή!!! Εδώ ήταν ακριβώς που θα μπερδευόταν ακόμα και ο Νίτσε: πού είναι το απολλώνιο στοιχείο και πού το διονυσιακό; Η λύρα του Ορφέα αποδίδεται στον Ερμή ή στον Απόλλωνα, ως προστάτη της μουσικής; Η απόλυτη σύγχυση. Ένα στοιχείο που θα έπρεπε να διευκρινίσει η σκηνοθεσία είναι αυτό: η οπερατική εμφάνιση του θεού Ερμή και οι μελοδραματικές κορώνες που εξετόξευσε ως «από μηχανής θεός» άνωθεν του κοινού μήπως – λέω τώρα – θα ταίριαζαν περισσότερο στον Φοίβο-Απόλλωνα;

Κατά τα άλλα ο Κραουνάκης δεν ήταν Κραουνάκης, αλλά πρωτοετής μαθητής της δραματικής σχολής του Εθνικού με άψογη ορθοφωνία, η πολύ έμπειρη στον χώρο Αμαλία Μουτούση ξεχώριζε τόσο πολύ τα φωνήματα μεταξύ τους που έμοιαζε θιβετιανή και όχι θεότητα του όρους Κυλλήνη.

Μανικός, διονυσιακός, βακχικός ο Απόλλωνας του εξαίρετου ηθοποιού Χάρη Φραγκούλη (λανθασμένη διανομή).

Αν, λέω αν, ο Μιχαήλ Μαρμαρινός άφηνε ελεύθερο τον Κραουνάκη να κάνει τα δικά του, αν επέτρεπε στην υπέροχη Αμαλία Μουτούση να μιλήσει σαν άνθρωπος και δεν της αποδομούσε τελείως τον λόγο, αν έβαζε τον Χάρη Φραγκούλη στη θέση του Ερμή και τον Steve Katona σε ρόλο Απόλλωνα που κατεβαίνει από την Υπερβορεία, θα είχαμε – λέγω – μία περισσότερο πιστή στις προθέσεις της ερμηνεία του καταταλαιπωρημένου αρχαίου δράματος.

Μόνον ο Χορός ήταν (ορθώς) πρωταγωνιστής, στη θέση του και στο ρόλο του αν και αποστεωμένος από το υπερβολικό στυλιζάρισμα και την ψυχοσωματική αφαίρεση. Ο Χορός στις «Βάκχες» του Κάρολου Κουν (1977) θα ταίριαζε περισσότερο εδώ ως κίνηση και ως αίσθηση.

Η παγκοσμιοποίηση σε όλο της το μεγαλείο. Τουλάχιστον το βιβλίο-πρόγραμμα (από τις εκδόσεις Νεφέλη) ιδιαίτερα κατατοπιστικό και υψηλού παιδαγωγικού κύρους.

Η σοβαρότερη απόπειρα στο αργολικό θέατρο του Πολύκλειτου την φετινή μεταβατική χρονιά, ανάμεσα σε δύο αγκυλώσεις, μετά από δύο καραντίνες και πριν από το αβέβαιο μέλλον της Ανθρωπότητας, του Θεάτρου και του Πολιτισμού εν γένει.

Η κλιματική αλλαγή είναι περισσότερο απειλητική και επικίνδυνη από τους επιδειξιομανείς σκηνοθέτες μας και ο ναρκισσισμός του είδους μας προκαλεί την Γαία να μας αποτινάξει από πάνω της ως παράσιτο και μίασμα, τόσο που η Ατλαντίδα να φαντάζει ξανά σύγχρονη και ο ΣΟΦΟΚΛΗΣ επίκαιρος, ακόμα και στους αδιάφορους «Ιχνευτάς» του.

Μία επαρκής ηθοποιός αναφώνησε: «μπράβο στο σκηνοθέτη Μιχαήλ Μαρμαρινό, που από ένα μη κείμενο έστησε παράσταση, άλλοι έχουν κείμενα με τρανταχτή πλοκή και δεν κάνουν τίποτα». Αληθές. Αληθέστατο. Και για να πούμε «του στραβού το δίκιο», ο βραβευμένος και καταξιωμένος σκηνοθέτης Μιχαήλ Μαρμαρινός επέτυχε έναν δραματικό άθλο στην Επίδαυρο, χάρη στη σοφή επιλογή συνεργατών και στην αρίστη επιλογή μεταφράσματος. Επιτέλους, πήξαμε στους αγράμματους και στους δοκησίσοφους, που αν και δεν καταλαβαίνουν γρυ από τα αρχαία ελληνικά, υπογράφουν μεταφράσεις αρχαίου δράματος με το βαρύγδουπο υπερτιμημένο ονοματάκι τους. Τουλάχιστον εδώ ακούσαμε ελληνικό λόγο λαγαρό, κεκαθαρμένο από γαιώδεις προσμείξεις και δίχως τους αναμενόμενους (για το είδος του σατυρικού δράματος) βαρβαρισμούς και αχρείαστες βωμολοχίες. Εύγε σε όλους. Μα πάνω απ’ όλα στους θεατές που υπέμεναν και αυτό το πείραμα.

 

Ο Δρ Κωνσταντίνος Μπούρας είναι ποιητής, θεατρολόγος, κριτικός και Επισκέπτης Καθηγητής Θεατρικής Κριτικής στο ΕΚΠΑ

www.konstantinosbouras.gr

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.