Loading...
ΒιβλιοπαρουσιάσειςΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ

 Χρήστος Μαυρής: Σουλεϊμάν Αλάγιαλη-Τσιαλίκ, ΄΄ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΑΠΟΣΤΑΣΗ΄΄

 Η αποκρυπτογράφηση της ποιητικής μυθολογίας του Σ. Αλάγιαλη-Τσιαλίκ

 

 Θα το πω ευθύς εξαρχής και θα το πω χωρίς περιστροφές: Καμία ανάγνωση του ποιητικού λόγου του Σουλεϊμάν Αλάγιαλη-Τσιαλίκ, όσο διεισδυτική και αναλυτική και αν είναι, δεν μπορεί να θεωρηθεί απόλυτη ή οριστική. Γιατί, απ’ όποια πλευρά ή γωνία και αν κοιτάξεις αυτόν τον τόσο βαρυσήμαντο ποιητικό λόγο, θα μένει πάντοτε κάτι το ανέκφραστο. Σίγουρα κάτι θα γλιστράει και θα ξεφεύγει από τη ματιά μας. Έχω καταλήξει σε αυτό το αβίαστο συμπέρασμα μετά που διάβασα (και ξαναδιάβασα) την καινούργια συλλογή του που φέρει τον ασυνήθιστα πεζό τίτλο ΄΄Προσεγγίσεις μετά την απόσταση΄΄, η οποία κυκλοφόρησε τον Μάρτιο αυτού του χρόνου (1922) στην Αθήνα από τις εκδόσεις ΄΄Δωδώνη΄΄.

Κατέληξα σε αυτό το συμπέρασμα γιατί, αυτή η φαινομενικά απλή ποίηση, φέρει μέσα της, όπως με έκπληξη έχω διαπιστώσει, μία απόκρυφη μυθολογία που σε τελική ανάλυση αυτή συνιστά και τη γοητεία της και την καλπάζουσα δυναμική της αλλά και το απροσδιόριστο βάθος της! Είναι μία γοητεία της οποίας η αγνότητα και η μαγεία δεν μπορούν, νομίζω, να περιγραφούν με λόγια. Ούτε βέβαια και η ανεξάντλητη ενέργεια αυτής της ποίησης μπορεί να περιγραφεί με λόγια. Και ομολογώ πως δυσκολεύτηκα αρκετά, όσες φορές και αν προσπάθησα ν’ αποκρυπτογραφήσω τα στοιχεία που τής δίνουν αυτή όλη την απερίγραπτη γοητεία! Θέλω, με αυτή την ομολογία μου, να τονίσω πως η κατανόηση της ποίησης του Σουλεϊμάν Αλάγιαλη-Τσιαλίκ προϋποθέτει προσεχτικούς βηματισμούς και κυρίως υψηλή προετοιμασία. Με άλλα λόγια επιζητά αρκετό χρόνο, καθώς και επίμονη και επίπονη σπουδή πάνω σε κάθε στίχο που έχει γράψει ο ποιητής. Μόνο έτσι, νομίζω, θα επιτευχθεί μία σφαιρική και χορταστική ανάγνωση αυτής της ποίησης όπου, συν τω χρόνω, ο αναγνώστης θ’ ανακαλύψει και τα κατάλληλα κλειδιά για να ξεκλειδώσει τα εφτασφράγιστα σημεία της, εκεί και όπου υπάρχουν.

Από την περιπλάνησή μου, λοιπόν, στους στίχους και γενικά στο πυκνό δάσος της ποίησης του Σουλεϊμάν Αλάγιαλη-Τσιαλίκ, και αν σωστά έχω αποκρυπτογραφήσει κάποια αδρά σημεία ή στοιχεία αυτής της ποίησης, έχω να καταθέσω, εν συντομία, τα εξής:

Ολόκληρη η συλλογή μοιάζει με ένα φορτισμένο (όμως ακάλυπτο) ηλεκτρικό καλώδιο που μεταφέρει μέσα του υψηλής έντασης ενέργεια. Επομένως, του αναγνώστη που έρχεται σε άμεση επαφή με αυτή την τόσο ηλεκτρισμένη ποίηση, είναι αδύνατον που να μην τεθούν αμέσως σε κίνηση τόσο το κορμί του και όλες οι αισθήσεις του, όσο και το πνεύμα και η ευαισθησία του, τα οποία όλα μαζί, σε μία αρμονική λειτουργία, προκαλούν μέσα του ψυχική  αναστάτωση αλλά και κύματα ευφορίας και πνευματικής ανάτασης.

Ακόμη, έχω διαπιστώσει (πράγμα που με λίγη προσπάθεια μπορεί να το διαπιστώσει και ο οποιοδήποτε αναγνώστης περισσότερο όμως οι πιο καλά μυημένοι στα μυστικά της ποίησης) πως η ποίηση του Σ. Αλάγιαλη-Τσιαλίκ είναι μία ποίηση που στο μεγαλύτερο μέρος της βασίζεται και στηρίζεται στην παρουσία και τη λειτουργία των λέξεων μέσα στο στίχο και γενικά στην όλη δομή του ποιήματος. Κυρίως είναι μία ποίηση που προκαλεί περισσότερο την φαντασία. Θέλω να υποδείξω πως ο ποιητής συνειδητά αποφεύγει ή απορρίπτει τις σύνθετες  ιδέες στην καινούργια ποίησή του, γεγονός που της προσδίδει μία έκδηλη απλότητα, παρά το γεγονός ότι αυτή είναι μία ποίηση περίτεχνη, γιατί εντός της, στα κατάβαθα της, εμφωλεύει η ατόφια τέχνη του. Αποφεύγει ακόμη τις φανταχτερές και πλανερές εικόνες, χωρίς αυτό να σημαίνει πως δεν υπάρχουν εικόνες στα καινούργια ποιήματά του. Αντιθέτως, υπάρχουν εικόνες, και μάλιστα αρκετές, οι οποίες όμως, σκόπιμα, δεν τυγχάνουν έντονης προβολής μέσα στα ποιήματά του γιατί πιθανόν να υποβαθμίζουν τα άλλα στοιχεία-τους.

Από αυτή την άποψη ο Σ. Αλάγιαλη-Τσιαλίκ παρουσιάζεται γνήσιος οπαδός των θέσεων και απόψεων του Στέφαν Μαλαρμέ (Stephane Mallarme 1842-1898), πάνω ειδικά σε αυτό το θέμα. Με άλλα λόγια, ο ποιητής μάς προϊδεάζει πως η πρώτη ύλη στην ποίησή του είναι οι άφθαρτες λέξεις και ό,τι με αυτή και μόνο τη συνταγή υφαίνει και ολοκληρώνει την τέχνη της ποίησής του. Ότι δηλαδή πίστευε και ο Στ. Μαλαρμέ. Αξίζει, πιστεύω, στο σημείο αυτό να υπενθυμίσω τον υπέροχο και ιστορικό (πλέον) διάλογο του Στ. Μαλαρμέ με τον Ντεγκά, όταν ο δεύτερος είπε στον ποιητη πως έχει υπέροχες ιδέες στο κεφάλι του και ό,τι με αυτές θα κάνει ποίηση. Ο Στ. Μαλαρμέ τότε του αντέτεινε «πως η ποίηση δεν γράφεται με ιδέες αλλά με λέξεις». Ενδεικτικό παράδειγμα το μικρό ποίημα «Στην έρημο της μοναξιάς»:

 

Προς τα που πηγαίνετε;

Μας ρωτούν, οι άγνωστοι του τόπου.

 

Βαραίνουν τα βήματα

Στην έρημο της μοναξιάς

Και μόνον οι ζωγράφοι

Γνωρίζουν καλά τα χρόνια,

Όταν αποτυπώνουν με χρώματα

Τις υπεκφυγές του σύμπαντος

Με το θρηνητικό νανούρισμα

Των πουλιών που αγάπησαν.

                                            σ. 11

 

Οι λέξεις όμως στην ποίηση του Σ. Αλάγιαλη-Τσιαλίκ δεν λειτουργούν μόνο με τη νοηματική διάστασή τους. Έχουν, όπως έχω αντιληφθεί, και μία άλλη διάσταση! Θέλω να επισημάνω, πως οι λέξεις-του, ανεξάρτητα από το χοντρό νόημά τους, όπου η κάθε μία έχει, όπως είναι γνωστό, για τον κάθε άνθρωπο ένα χρώμα, ένα βάρος και μία ιδιαίτερη γεύση, τώρα διαθέτουν και ένα επιπρόσθετο προσόν. Συγκεκριμένα, τις λέξεις μέσα στο σώμα της ποίησης του Σ. Αλάγιαλη-Τσιαλίκ τις αισθανόμαστε να είναι πιο ανάλαφρες και διαυγέστερες (Κουβαλώντας λέξεις πικρές όπως τα χόρτα, σ. 32, Μες στη λευκότητα των λέξεων, σ. 46). Δηλαδή, τις περισσότερες φορές τις αισθανόμαστε, όπως θα έλεγε ο Γ. Σεφέρης «να φεύγουν σαν τα σκόρπια φύλλα» και «να γράφουν γραμμές χωρίς προοπτική» στον ορίζοντα. Με άλλα λόγια, τις αισθανόμαστε να παίρνουν μία απολλώνια, φωτεινότερη διάσταση. Για την ακρίβεια, τις αισθανόμαστε να γίνονται «ένα συνεχόμενο φως», το οποίο απογειώνεται και καταλάμπει από εκεί ψηλά όλη την οικουμένη. Έτσι ακριβώς, όπως συνέλαβε και κατέγραψε αυτή όλη τη μυσταγωγία ο αξέχαστος Νικηφόρος Βρεττάκος όταν σ’ ένα ποίημά του έγραφε πως «Όταν τελειώνεται ο στίχος οι λέξεις / παύουν να υπάρχουν. Γίνονται ένα / συνεχόμενο φως» (Ν. Βρεττάκου, «Οι λέξεις», Τα ποιήματα Γ΄, σ. 166).

Όσο αφορά τώρα την θεματογραφία του, έχω να σημειώσω πως ο ποιητής στα περισσότερα ποιήματά του, με διάθεση που αγγίζει θα έλεγα τα όρια της εμμονής, υμνεί τα απλά, τα ταπεινά και τα υποδεέστερα πράγματα που βρίσκονται πάνω στον πλανήτη μας. Γι΄ αυτό και στην ποίησή του, όπως ανάφερα, δεν υπάρχει και δεν θα συναντήσουμε τρανταχτά, δήθεν, θέματα ή  φανταχτερές εικόνες που μόνο εντυπωσιασμό προκαλούν στον αναγνώστη, γεγονός που τον απομακρύνει από την ποιητική ουσία αλλά και τον αποπροσανατολίζουν από τα μηνύματα που θέλει να του μεταδώσει.

Βασικά, είναι μία ποίηση στην οποία ο δημιουργός της καταπιάνεται, εξετάζει και αναλύει  ανθρώπινα υπαρξιακά προβλήματα, όπως είναι η αφόρητη μοναξιά, τα σκληρά γερατειά, η απάνθρωπη και απαράδεκτη συμπεριφορά κάποιων συνανθρώπων μας προς τους γύρω τους  και γενικά η ματαιότητα της ύπαρξης, με αποτέλεσμα οι στίχοι του ν’ αποπνέουν πόνο, θλίψη, μελαγχολία αλλά και μία ανάγκη για μεταφυσική θεώρηση της ζωής. Γράφει στο ποίημα «Η αυγή της απουσίας:

 

Άντρες, γυναίκες

Και παιδιά μεγάλα ως έφηβοι

(Που μόνο στον ύπνο τους αφήνονται

Γιατί τότε τους αφήνουν

Κι οι ανάγκες της ζωής)

Κοιτούσαν να ζυγώνουνε πάντα χαράματα.

Πάλι τα γηρατειά ήταν μπροστά

Και οι σκιές τους πίσω.

                                                                 σ. 14

 

Γενικά, θα έλεγα πως ο ποιητής καταπιάνεται με πολύπλοκα θέματα, όπου ο στοχασμός ή ο προβληματισμός του, πάνω σε αυτά τα ανθρώπινα υπαρξιακά προβλήματα, αποκτά και το ανάλογο φιλοσοφικό βάθος. Με αυτό βέβαια δεν εννοώ πως η έμπνευσή του στομώνει μπροστά στ’ άλλα, τ’ ασήμαντα γεγονότα που συμβαίνουν γύρω του. Απεναντίας, η έμπνευσή του αφορμάται από κάθε τι που υπάρχει πέριξ του, αρκεί να του κεντρίζει το ποιητικό  ενδιαφέρον του, όπου στην πορεία τούς δίνει τις ανάλογες προεκτάσεις, κοινωνικές ή φιλοσοφικές, χωρίς κατ’ ανάγκη ο ποιητής να κάνει καθαρή φιλοσοφία! Για την ακρίβεια, ο ποιητής σε αυτές τις ποιητικές στιγμές του παρουσιάζεται σαν ένας ταπεινός αυτόκλητος παρατηρητής της αιώνιας ζωής που βάλθηκε να εξετάζει και ν’ αναλύει λεπτομέρειες του ανθρώπινου βίου, τις οποίες στην πορεία τις διυλίζει μέσα από τα λαμπερά φίλτρα της ποιητικής τέχνης του και ακολούθως όλο αυτό το επεξεργασμένο υλικό το περνάει στους στίχους και στις συλλογές του.

Η προσπάθεια του ποιητή να ανατρέψει την κοινή λογική των πραγμάτων είναι ένα άλλο στοιχείο που συναντάμε στην καινούργια ποίηση που μάς προσφέρει ο Σ. Αλάγιαλη-Τσαλίκ, που παρουσιάζει, μάλιστα, κατά την άποψή μου, και μεγάλο λογοτεχνικό ενδιαφέρον. Δηλαδή, είναι εμφανής, μέσα σε αρκετούς στίχους του, η προσπάθεια του Σ. Αλιάγαλη-Τσαλίκ ν’ ανατρέψει την πραγματική κοινωνική εικόνα, κυρίως εκείνη την εικόνα που είναι εφιαλτική και αποτρόπαιη, και η οποία παρουσιάζεται, απρόσμενα τις πιο πολλές φορές, μπροστά στα γεμάτα ερωτηματικά μάτια του, με στόχο να την αντικαταστήσει με άλλη ανθρώπινη εικόνα, πιο ποιητική και πιο όμορφη. Και αυτό για να έχουν έτσι οι αναγνώστες στη διάθεσή τους μόνο εκείνη την εικόνα που ο ίδιος επιποθεί και ονειρεύεται. Μία ιδεατή εικόνα που σίγουρα θα είναι αγγελικά πλασμένη και πανέμορφη! Με αυτή την έννοια όμως, η ποίησή του στο μεγαλύτερο μέρος της  καταλήγει να είναι εδραιωμένη πάνω στις ανατροπές και τις αντιθέσεις. Δίνω κάποια ενδεικτικά αποσπάσματα:

 

Και συνηθίζουμε να βλέπουμε με τα αυτιά

Ν’ ακούμε με τα μάτια,

Έτσι ψιθυριστά

Με την επαύξηση των ερωτηματικών

Μέσα στην πιο βαθιά νύχτα

Αγνοώντας το καλοκαίρι.

                                                                 σ. 21

 

Κι ο Θεός κάπου – κάπου τάσσεται υπέρ

Των μυστικών συνομωσιών

                                                                 σ. 30

 

Απόψε ο θάνατος ξετυλίγει

Την αστραφτερή του ομορφιά, ψιθυρίζω

                                                                   σ.36

 

Αρκετά ευδιάκριτα μέσα στην ποίηση του Σουλεϊμάν Αλάγιαλη-Τσαλίκ είναι και κάποια σύμβολα, όπως π.χ. η λέξη «καθρέπτης» που επαναλαμβάνεται στα ποιήματά του και τα οποία επιδιώκει να λειτουργούν, κατά κύριο λόγο, ως νοηματικοί αρμοί στην αντίληψη του αναγνώστη του. Καθαρά σύμβολα που οδηγούν όμως και σε εξπρεσιονιστικές τεχνοτροπίες. Εννοώ τεχνοτροπίες που παρακάμπτουν τη ρεαλιστική και ευκολοδιάβατη ποιητική γραφή.

 Ένα τέτοιο ενδεικτικό σύμβολο, όπως ανάφερα, είναι οι σκεπασμένοι καθρέπτες. Ο ποιητής, όπως διαπιστώνω, θέλει να είναι σκεπασμένοι όλοι, ή σχεδόν όλοι, οι καθρέπτες του. Και είναι και αυτό, νομίζω, μία ένδειξη του φόβου του στο να αντικρύσει την κοινωνική πραγματικότητα (Απλώνεται μια ερημιά που αδιάκοπα / Γεννοβολά ιστορίες τρόμου ανεξήγητες, σ. 19), όπως αυτή η πραγματικότητα παρουσιάζεται μπροστά στ’ απορημένα μάτια-του. Δηλαδή, φοβάται μήπως μέσα από τους καθρέπτες αντικρύσει να προβάλλει κάτι που πιθανόν θα τον αναστατώσει και θα του ανατρέψει την ψυχική και σωματική ισορροπία του. Αυτό το κάτι μπορεί να είναι ακόμη και ο ίδιος εαυτός του. Δηλαδή η δική του, η προσωπική, πραγματικότητα αλλά και η γύρω του κοινωνική πραγματικότητα. Με δύο λόγια, ο σκεπασμένος καθρέπτης είναι ωσάν να τον βοηθάει να μην έλθει σε άμεση επαφή με τη σκληρή και αδυσώπητη πραγματικότητα ή, καλύτερα, με κάποια αρνητικά φαινόμενα από τη προσωπική του ζωή ή από τη γύρω-του κοινωνία. Γράφει στο ποίημα «Μέσα στο ερημικό σπίτι»:

 

Στο ερημικό σπίτι το φως διάχυτο

Κι όλα τα συναισθήματα τέμνονται

Από την απουσία.

Οι καθρέπτες σκεπασμένοι με λευκό πανί.

                                                                    σ. 19

 

Σε τελική ανάλυση, με το σύμβολο του σκεπασμένου καθρέπτη, ο ποιητής ωσάν να μάς υποβάλλει την επιθυμία του να κρύψει και εξαφανίσει από τον ορίζοντά-του, αλλά και από τον  ορίζοντα του αναγνώστη-του, όλες τις απαίσιες εικόνες που τον στοιχειώνουν. Και αυτό για να επικρατήσουν, όπως είπα, μόνο εκείνες οι εικόνες που επιθυμεί ή που ονειρεύεται.

Ο ποιητής με την καινούργια δουλειά του φαίνεται πως έχει παράξει μία ανάδελφη ποίηση. Θέλω να πω πως στην ποίησή του δεν ανιχνεύονται ίχνη ή, καλύτερα, γόνιμοι επηρεασμοί από  την ποίηση άλλων ποιητών, Ελλήνων ή ξένων. Δεν ισχύει όμως το ίδιο για τον ποιητή της Αλεξάνδρειας. Γιατί, όπως έχω προσέξει, η βαριά ανάσα του Αλεξανδρινού είναι αρκετά αισθητή μέσα στην καινούργια ποιήματα του Σ. Αλάγιαλη-Τσαλίκ. Εννοώ πως κάποιοι στίχοι του θυμίζουν ή παραπέμπουν έντονα στην ποίηση του Κωνσταντίνου Καβάφη και ιδιαίτερα στο ποίημά του «Τα κεριά», το οποίο, όπως διαφαίνεται, κατέχει δεσπόζουσα θέση στον στοχασμό του και κυρίως στην ποίησή του.

 

Αυτά που θα’ ρθουν και θα φύγουν

Μέσα στο σκοτάδι μιας άσπιλης νύχτας

Μαζί με τα κεριά που ανάφτηκαν

Βιαστικά μέσα στο ρίγος των ποιημάτων.

                                                                σ.29

 

 

Έτσι όπως φεύγουν κι οι μέρες

Μέσα απ’ τα δάχτυλά μας διαρκως

Κι απομακρύνονται αχνά στη στιγμη

                                                               σ. 16

 

 

Ολοκληρώνοντας θέλω να τονίσω πως η καινούργια συλλογή του Σουλεϊμάν Αλάγιαλη-Τσαλίκ αποτελεί σημαντική κατάκτηση στον χώρο της λογοτεχνίας! Μεταφέρει μέσα της, όπως προσπάθησα ν’ αποδείξω, καινούργια και ενδιαφέροντα στοιχεία που είναι ικανά ν’ αναζωογονήσουν και να σπρώξουν την ελληνική λογοτεχνία ακόμη πιο πέρα. Θέλω να πιστεύω  πως το επόμενο βήμα του ποιητή θα είναι ακόμη πιο εντυπωσιακό. Δεν έχει παρά να το αναμένουμε με ενδιαφέρον.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.