Loading...
ΒιβλιοπαρουσιάσειςΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ

Χρυσάνθη Ιακώβου: Σύλβα Γάλβα, «Τίτλοι αρχής»,  Εκδόσεις Βακχικόν, 2020  

Η ποιητική φωνή της Σύλβας Γάλβα είναι πολύ χαρακτηριστική, πολύ συγκεκριμένη. Παρόλο που η ποιήτρια βρίσκεται στο δεύτερο μόλις βιβλίο της, φαίνεται ότι έχει καταφέρει να δημιουργήσει το δικό της ποιητικό σύμπαν, να βρει τη δική της έκφραση και να διαμορφώσει το προσωπικό της ύφος, αφήνοντας έτσι ένα σταθερό αποτύπωμα στην ποίηση του σήμερα.

 

Τι περιλαμβάνει λοιπόν το ποιητικό σύμπαν της Σύλβας Γάλβα; Αν έπρεπε να προσδώσουμε μία μόνο λέξη στους “Τίτλους αρχής” αυτή θα μπορούσε να είναι η δυναμικότητα. Ο λόγος της είναι έντονος, η φωνή της ακούγεται δυνατή και οι εικόνες που ξεπηδούν από τους στίχους της είναι άγριες σε ένα τοπίο μάλλον άγονο και αφιλόξενο.

 

Η Σύλβα Γάλβα στα 25 ποιήματα της συλλογής ισορροπεί ανάμεσα στο υπαρξιακό και το κοινωνικό. Εξερευνά τόσο τη σχέση του ατόμου με τον εαυτό του και με τον διπλανό του όσο και τη σχέση του ατόμου με την κοινωνία. Έχει ενδιαφέρον ότι δεν είναι σαφής ο διαχωρισμός ανάμεσα στα υπαρξιακά ποιήματα -που περιγράφουν κάτι πιο προσωπικό- και στα κοινωνικά -που αναφέρονται σε κάτι πιο καθολικό-: όλα τα ποιήματα μπορούν να διαβαστούν και με τους δύο τρόπους και αυτό τελικά είναι που οδηγεί ανεπαίσθητα στο συμπέρασμα ότι άτομο και κοινωνία αλληλοκαθορίζονται σε τόσο μεγάλο βαθμό που ακόμα και τα πιο βαθιά και ιδιωτικά ζητήματα του ανθρώπου εξαρτώνται από το περιβάλλον στο οποίο κινείται.

 

Η μοδίστρα

Σχεδόν μεσάνυχτα.

Ένας πόνος κάθισε στον ώμο της,

μια μαύρη φτερούγα πάνω στο χέρι.

Τότε, γύρισε τη μέρα από την ανάποδη

και είδε τα ξέφτια και τις ραφές.

Το πρωί, είχε να κάνει το ρούχο

ένα κομμάτι ύφασμα,

που αθώο, στα χέρια της κοιμόταν.

Κεντημένο μετάξι. Θ’ άνοιγε δρόμο

θροΐζοντας, μέσα στο πλήθος.

Θα μπορούσε να κρυφτεί το κρύο στις πτυχές του;

Θα μπορούσε κανένα τραχύ χέρι να το απαγορέψει;

 

Όταν πήρε σχήμα, κόβοντας ψέματα κι αλήθειες,

το κράτησε για λίγο πάνω της, στον καθρέφτη.

Μετά, συνέχισε να σκύβει πάνω στη μηχανή.

Με τις καρφίτσες στο στόμα,

έπεφταν τα λόγια της κάτω.

Αργά… Παντού κουρέλια και κλωστές,

αλλά είχε τελειώσει.

Το άγγιξε με τα μάτια, μήπως της ξέφυγε κάτι.

Βρήκε μια σταγόνα κρυμμένη και τη σκούπισε.

Βράδιασε γρήγορα. Το τύλιξε και το παρέδωσε.

Κοίταξε το μαύρο πουλί και πήγε για ύπνο.

 

Η Σύλβα Γάλβα καταγράφει με τους στίχους της τα κακώς κείμενα της σημερινής κοινωνίας, την αιώνια πάλη του ατόμου με την καθεστηκυία τάξη των πραγμάτων και την ατελείωτη προσπάθεια του ανθρώπου για αλλαγή. Αυτό όμως δεν το κάνει με τρόπο διδακτικό ή καυστικό. Δεν την ενδιαφέρει να περάσει κάποιο μήνυμα ούτε να προτρέψει τον αναγνώστη σε μια συγκεκριμένη στάση ζωής. Το μόνο που κάνει είναι να αποτυπώσει την πραγματικότητα ρεαλιστικά, χωρίς εξωραϊσμούς και χωρίς να εθελοτυφλεί.

 

Οι “Τίτλοι αρχής” περιγράφουν μια παγιωμένη κατάσταση, κάτι τετελεσμένο, κάτι που έχει ήδη ολοκληρωθεί προ πολλού. Και μέσα σε αυτό το τελεσμένο βρίσκεται ο άνθρωπος, ο οποίος έχει διάθεση για αλλαγή και καταβάλλει προσπάθεια για να ξεφύγει, όμως οι συνθήκες δεν του το επιτρέπουν. Είτε ο ίδιος είναι αδύναμος είτε το περιβάλλον είναι ακατάλληλο. Υπάρχει κάτι το άκαμπτο, το τελεσίδικο στα ποιήματα της συλλογής. Και ενώ τα ποιητικά υποκείμενα μοιάζουν να ψάχνουν συνεχώς για κάτι και να αγωνίζονται να διατηρήσουν την αισιοδοξία τους, καταλήγουν πάντα να διαψεύδονται.

 

Περίπατος

Έκλεισα το κουτί με τις εικόνες.

Αυτές που κόβουν,

τις έβαλα μέσα, τυλιγμένες καλά…

Τους πολεμιστές

που τριγυρνούσαν ακόμα στον ύπνο μου

τους έδιωξα το πρωί, με τις πανοπλίες τους.

Λούστηκα με κρύα όνειρα.

Με απολύμανε το γέλιο του παιδιού,

όπως έσταζε λίγο-λίγο πάνω μου.

Φόρεσα καθαρά ρούχα και βγήκα.

 

Κάτι ο λαμπερός μήνας,

κάτι το έφηβο θάρρος που είχα κλέψει,

περπατούσα με το κεφάλι ψηλά.

Η μεγαλειότητα Της σώπασε επιτέλους…

Έβλεπα πάλι γύρω μου:

ένα αγόρι κάλπαζε πάνω στο ποδήλατο,

ένα ζευγάρι χέρι-χέρι, στη μοναξιά του

και ένας γέροντας λιαζόταν και ξέφτιζε το παγκάκι.

Αγόρασα πρόχειρες σκέψεις

για να ‘χω να τρώω όλη μέρα.

Το σώμα μου με ακολουθεί

δεμένο με το λουράκι του.

Στο ψυγείο, τραγούδια με διάφορες γεύσεις.

Πίνω ένα. Μέχρι το βράδυ

δε θα ακούω τίποτα μέσα μου…

 

Η ποίηση της Σύλβας Γάλβα είναι ποίηση εξωστρεφής. Δεν επικεντρώνεται στα ζητήματα του κάθε ατόμου, αλλά στα προβλήματα του συνόλου. Ακόμα κι όταν μιλάει σε πρώτο πρόσωπο, ακόμα κι όταν μιλά σε τρίτο πρόσωπο, πάλι στο σύνολο αναφέρεται. Γι’ αυτό και τα ποιήματα της αφορούν τους πάντες, γι’ αυτό και μπορούν να διαβαστούν με ενδιαφέρον από τον καθένα, γι’ αυτό και έχουν μια αύρα διαχρονικότητας.

 

Παρόλο όμως που η ποίηση της Γάλβα είναι εξωστρεφής, την ίδια στιγμή είναι και απόλυτα βιωματική. Δεν είναι απρόσωπη, δεν είναι ψυχρή, δε στέκεται σε απόσταση από τον αναγνώστη. Το συναίσθημα και οι σκέψεις της ποιήτριας ξεχειλίζουν μέσα από τους στίχους. Και κάτι ακόμα: τα ποιήματα μοιάζουν να αποτυπώνουν την αφετηρία της έμπνευσης. Οι εικόνες είναι γλαφυρές και ολοζώντανες, οι στίχοι οπτικοποιούνται, τα ποιητικά υποκείμενα βρίσκονται τοποθετημένα σε συγκεκριμένο χώρο και χρόνο, έτσι ο αναγνώστης βλέπει με τα μάτια της ποιήτριας και νομίζει ότι βλέπει και αυτό που της έδωσε και το κίνητρο για να γράψει.

 

Να σημαίνει άραγε αυτό ότι με μια πρώτη ανάγνωση μπορούμε να κατανοήσουμε όλα όσα θέλει να πει η ποιήτρια; Και ναι και όχι. Το ωραίο με την περίπτωση της Γάλβα είναι ότι, παρόλο που η ποίηση της μοιάζει χειροπιαστή και συγκεκριμένη, παραμένει ανοιχτή σε πάρα πολλές ερμηνείες. Ο κάθε αναγνώστης θα διαβάσει άλλα πράγματα και ο ίδιος αναγνώστης θα ανακαλύψει καινούργια πράγματα κάθε φορά που θα διαβάσει το ίδιο ποίημα.

 

Ένα από τα πολύ ενδιαφέροντα στοιχεία στην ποίηση της Σύλβας Γάλβα είναι ο τρόπος με τον οποίο εκφράζει τις σκέψεις της, οι λέξεις που χρησιμοποιεί. Ο λόγος της είναι γενναίος, τολμηρός, ανατρεπτικός. Κάθε ποίημα της συλλογής αποτελεί και μια γλωσσική έκπληξη: ύφος περίτεχνο και φροντισμένο -ακόμα κι όταν μιλά για τα πιο απλά πράγματα- και ασυνήθιστες επιλογές λέξεων, που κάνουν τον αναγνώστη να κοντοστέκεται και να επιστρέφει στα σημεία που μόλις διάβασε.

 

Το πιο εντυπωσιακό όμως απ’ όλα είναι ο τρόπος που χειρίζεται τα άψυχα πράγματα και τις έννοιες: τα παρουσιάζει σαν να είναι έμψυχα. Στους “Τίτλους αρχής” έχουμε να κάνουμε με μια ποίηση που ζωντανεύει κυριολεκτικά, που έχει παλμό και ρυθμό, που η ένταση της δεν προέρχεται μόνο από τα νοήματα που εκφράζει, αλλά και από τις ίδιες τις λέξεις. Ένα πολύ χαρακτηριστικό ποίημα στο οποίο φανερώνονται οι ιδιαίτερες γλωσσικές επιλογές είναι το:

 

Κονσέρτο σε φως μείζον

Adaggio ma non tropo το αεράκι

με ξυπνάει ρωτώντας με στο αυτί.

Πρώτα ένα ρίγος… ναι, είμαι πάλι εδώ.

Έξω, οι φούστες των δέντρων ανοίγουν,

ο νους, έτοιμος να σαλπάρει.

Σηκώνομαι – το σπίτι ακόμα κρύο

και αλμυρό από τη νύχτα.

Ξεχειλίζει από τον κύλικα του μπαλκονιού ο ήλιος

πιτσίλισε το διάδρομο.

Στα δύο μέτρα, με περιμένει ο μεγάλος φόβος.

Αφήνω κάτω τους αριθμούς μου.

Γυμνός, μπαίνω στον ναΐσκο του φωτός.

 

Φως allegro con brio!

Έξω, η φλαμουριά σε δίεση ευωδιάζει.

Τόσο πολλά τζιτζίκια στο πεντάγραμμο,

που ακούγεται το μεσημέρι!

Ταχύπλοα δοξάρια μάς ακολουθούν.

Φως υγρό πορτοκαλιών πίνει η χρυσοπλόκαμος,

η Ωδή μου η ξυπόλητη

με τα δαντελωτά δάχτυλα πάνω στο steinway,

πάνω στα πλήκτρα

και οι δυο πάνω στα πλήκτρα

μέχρι ν’ ανθίσουν – μέχρι να ξεραθούν

οι πράσινοι βλαστοί μας.

 

Largo στα κουρασμένα σεντόνια,

φαεινό το άλγος και ο ιδρώτας μάταιος.

Μ’ ένα βρεμένο μπεμόλ δροσίζω τον λαιμό της,

προσκυνώ τα πέλματα που φεύγουν.

Πριν ακουστεί κανένας όρκος μαρμάρινος,

τρέχουν να κρυφτούν στη σκιά του δέντρου.

 

Η γραφή της Γάλβα είναι συνειρμική, είναι σχεδόν ονειρική, ο ανατρεπτικός λόγος παρασέρνει τον αναγνώστη και οδηγεί σε εντελώς διαφορετικά μονοπάτια και σκέψεις τον καθένα. Και την ίδια στιγμή η γραφή της είναι απόλυτα σταθερή, απόλυτα προσγειωμένη και ρεαλιστική, με έντονα στοιχεία πεζού λόγου. Η ποιήτρια αρέσκεται να ακροβατεί ανάμεσα στο ποιητικό και το πεζό, και χάρη σε αυτό το ωραίο παιχνίδι δημιουργούνται έξοχοι συμβολισμοί, αλληγορίες και εικόνες που θα μπορούσαν κάλλιστα να είναι σκηνές από ταινία.

 

Το υπόγειο

Ένα βράδυ, ψάχνοντας κάτι,

κατέβηκε τη σκοτεινή σκάλα.

Άνοιξε δύσκολα. Το κλειδί είχε σκουριάσει.

Σιγά-σιγά συνήθισε το σκοτάδι

και άρχισε να βλέπει τα βουβά πράγματα:

μισοθαμμένα στο χώμα τα όστρακα

με τα ονόματα των ανεπιθύμητων.

Ήξερε ότι ήταν πολλοί αυτοί,

οι ερμοκοπίδες, οι μηδίσαντες,

οι φραγκοφορεμένοι,

με τα αργύρια στην τσέπη

και το μαχαίρι κρυμμένο.

Είδε ένα πίσω μονοπάτι, μια πόρτα ξεχασμένη,

σβησμένα ονόματα, παλιές εφημερίδες,

κάποιος με τα ονόματα στο χέρι,

κάποιος που έκανε μόνο τη δουλειά του.

Στη γωνία, κουκούλες και παράσημα,

σταυροί, για ανεκτίμητες υπηρεσίες προς το Έθνος,

προτομές, για αναγνώριση μετά θάνατον

επιταγές, για αναγνώριση εν ζωή.

Κλείδωσε και ανέβηκε τη σκάλα.

Πολλή δουλειά για έναν μόνο υπάλληλο,

θα έγραφε στην αναφορά του.

 

Οι “Τίτλοι αρχής” είναι ένα ψηφιδωτό από μουσικές, χρώματα, ανθρώπους, μικρές σκηνές της καθημερινότητας και μεγάλες χαμένες μάχες. Η ποιήτρια αγαπά τα παιχνίδια με το φως, με τη μέρα και τη νύχτα, με τον άνεμο, με τη φύση. Της αρέσει να φέρνει στους στίχους της πρόσωπα της ελληνικής μυθολογίας και να συνδέει υπογείως το παρελθόν με το παρόν. Τα ποιητικά της υποκείμενα βρίσκονται διαρκώς σε μια κρίσιμη καμπή, ταλαντεύονται πάντα ανάμεσα στην μαχητικότητα και την παραίτηση. Και φυσικά η ποιήτρια πιστεύει πολύ στη δύναμη των λέξεων: <<“Το αίμα κολλούσε στα χέρια του”. / Μόλις διάβασε τη φράση, / πέταξε το βιβλίο και έτρεξε να πλυθεί>>, μας λέει στο ποίημα “Μαγικές λέξεις”.

 

Ο ποιητικός κόσμος της Σύλβας Γάλβα είναι έντονος, είναι άγριος καμιά φορά, προσπαθεί να γίνει τρυφερός όμως κάπου συναντά αντίσταση. Είναι το κατηγορώ για μια κοινωνία που θα μπορούσε να γίνει καλύτερη, όμως για κάποιο λόγο δε γίνεται. Είναι ένας χάρτης για την αιώνια πορεία του ανθρώπου στην αυτοβελτίωση και τη σύγκρουση του με το κατεστημένο. Είναι ένας βαθύτατος προβληματισμός για την ανθρώπινη ύπαρξη και τη θέση του ατόμου στη σημερινή κοινωνία. “Το νερό ήταν γλυφό, το παιχνίδι στημένο / και ο διαιτητής πουλημένος όπως πάντα”. Δεν είναι τυχαίο που με αυτούς τους στίχους κλείνει η συλλογή. Οι “Τίτλοι αρχής” είναι ξεκάθαρα ένα βιβλίο του καιρού μας, βγαλμένο μέσα από την εποχή μας, δοσμένο όμως με έναν τρόπο καθολικό και διαχρονικό, που ο ακραίος λόγος του το κάνει για τον αναγνώστη και απίστευτα γοητευτικό.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.