You are currently viewing Αριστούλα Δάλλη: Καίτη Στεφανάκη : «Στις άκριες γυναικείων χωραφιών», εκδόσεις Εντευκτηρίου,  2021

Αριστούλα Δάλλη: Καίτη Στεφανάκη : «Στις άκριες γυναικείων χωραφιών», εκδόσεις Εντευκτηρίου,  2021

 Το πρόσφατο βιβλίο – με γλαφυρή ποιητική αφήγηση- της Καίτης Στεφανάκη « Στις άκριες γυναικείων χωραφιών», είναι ένα απάνθισμα βιωμένης ζωής  στα όρια όμορων χωραφιών της θηλυκής και αρσενικής αρχής. Η Καίτη Στεφανάκη  με το απόσπασμα του Γιώργου Σεφέρη- από την προμετωπίδα του βιβλίου της- μας προειδιάζει για τον τρόπο γραφής της και μας καλεί  να την ακολουθήσουμε στο κυκλικό ταξίδι της υπαρξιακής αναζήτησης από το Α έως το Ω , με φτερωτό Ερμή  τον μνησιπήμονα πόνο.

         « Κι αν σου μιλώ με παραμύθια και παραβολές 

            είναι γιατί τ΄ακούς γλυκότερα , κι η φρίκη

            δεν κουβεντιάζεται γιατί είναι ζωντανή

            γιατί είναι αμίλητη και προχωράει

            στάζει τη μέρα, στάζει στον ύπνο

            μνησιπήμων πόνος.»

                                         Γιώργος Σεφέρης, « Τελευταίος σταθμός»

                                                                          Ποίηματα,1967

 

Γνώστης της Τέχνης και του Λόγου  η συγγραφέας , με παραμύθια, παραβολές, και χειρόγραφα ζωγραφίζει , σαν τον Ιερώνυμο Μπος, το τρίπτυχο « ο κήπος  των επίγειων  ανθρωπίνων σχέσεων» με μυστηριώδη σκοτεινή ή φωτεινή  όψη φανταστικών και πραγματικών τόπων και χαρακτήρων. Μάγος ταχυδακτυλουργός ο τρόπος σκέψης της, ανασύρει από την μνήμη  εικόνες , κεντάει με τις λέξεις τον καμβά του μύθου της, γράφει ιστορίες για το γενεαλογικό δένδρο που οι ρίζες του φτάνουν στο βάθος του  προσωπικού  και συλλογικού ασυνειδήτου και επεκτείνεται με τα κλαδιά του προς την συνειδητότητα και την υπερ-συνειδητότητα.. Συνδέει με δεξιοτεχνία τον παρελθόντα χρόνο με τον παρόντα και  μέλλοντα χρόνο,  την μετάβαση από αυτό που χάνεται σε αυτό που έρχεται , την μετατροπή  του  φόβου του θανάτου σε ελπίδα για συνέχεια της ζωής. Είναι μαγευτικός ο τρόπος της Καίτης Στεφανάκη να προσεγγίζει τον μνησιπήμονα πόνο, τις προσωπικές τραυματικές εμπειρίες που οι άκριες αγγίζουν τις συλλογικές μνήμες , με εικόνες αρχέγονες στις οποίες μόνο οι θυσίες είναι  δυνατόν να φέρουν την κάθαρση.

 Οι ιστορίες της αρχίζουν συμβολικά με τις δύο άκρες ενός σχοινιού ,  αρχή και  τέλος, γιαγιά και εγγονός σε ένα τρυφερό διάλογο , την ώρα που τελειώνει ο δρόμος της γιαγιάς και αρχίζει ο νέος δρόμος του εγγονού. Σχοινοβατούν οι ήρωες στο τεντωμένο σχοινί του χρόνου και των αναμνήσεων  και μαζί τους ο αναγνώστης σε μία προσομοίωση βιωμάτων στις « άκρες των γυναικείων  χωραφιών».    Είναι ο σεβασμός και η αγάπη που αφήνει νηστικά τα όρνια που καραδοκούν για σάρκα πάνω στα κλαδιά των δένδρων της αυλής στο σπίτι της μητέρας.

Γράφει:

   « Τελειώσανε τα παραμύθια , Άντυ. Τέλειωσε και ο δικός μου δρόμος» ψελλίζει ανεπαίσθητα η « γιαγιά» .

« Δεν τελείωσαν, γιαγιά! Άλλο παραμύθι θα σου πω εγώ…θα σου πω μία ιστορία για μεγάλους που λέει η μαμά, με ένα άλλο δρόμο..

« φεύγω εγώ,  ματάκια μου»

« Όχι δεν φεύγεις. Εμείς μαζί! λέει ο εγγονός Άντυ …τώρα άκου το παραμύθι της μαμάς» ( σελ. 12-13).

 

Το παραμύθι της μαμάς, ο συνδετικός κρίκος των ιστοριών  με αναφορές στο ξεκίνημα της ζωής τους με τον φεγγαρίσιο δρόμο , με το σκοτάδι του χάους, τον ξεριζωμό και τον πόνο  των απωλειών, την επώδυνη  αλλαγή , την αλληλεγγύη και την ελπίδα για μία  νέα ζωή. Έλιωνε το φεγγάρι στο πλησίασμα του θανάτου, ο φόβος ησύχαζε στο βυζί της μάνας και μετά η μεταμόρφωση.  Αλλαγή του δρόμου που στην αρχή έρπει σαν φίδι και μετά γίνεται  πουλί , θάλασσα,  μητέρα που η αυλή της με βασιλικό και αυτοφυή λουλούδια  γεννάει  ιστορίες.

Γράφει:

  « Η αυλή της μάνας μου γεννάει ιστορίες». ( σελ.14)

 

  Είναι η αυλή η αγκαλιά της αρχέτυπης μεγάλης Μητέρας. Είναι η αυλή ο τόπος όπου διαδραματίζεται η μάχη του καλού και του κακού. Εκεί όπου πρωτοστατεί ο ενστικτώδης εγκέφαλος της αυτοσυντήρησης. Το ψυχολογικό στάδιο της γυναικείας και αρσενικής ανάπτυξης που χαρακτηρίζεται από το σύμβολο του Ουροβόρου όφι , που σχηματίζει ένα κλειστό κύκλο καθώς καταβροχθίζει την ουρά του. Εδώ κατοικοεδρεύουν η Καλή και η Κακή μητέρα, έτσι όπως βιώνεται από το παιδί.

        « Στην αυλή της μάνας γίνονται σημεία και τέρατα» , λέει η Καίτη Στεφανάκη

και χωρίς λογοκρισία ανατρέπει τις εξιδανικευμένες θέσεις του ζευγαριού μητέρα-παιδί με εκφρασμένη την πρωτογενή  επιθετικότητα .

 

Για αυτό το ψυχολογικό στάδιο της μητέρας και του παιδιού γράφει ο Erich Neumann :

   « Σε ατομικό επίπεδο , αυτή η κατάσταση απεικονίζεται στην αδιάσπαστη ένωση του παιδιού με την μητέρα- μέσω του ομφάλιου λώρου, ενώ στο συλλογικό επίπεδο εκπροσωπείται από το άτομο που εμπεριέχεται στην υπερ-προσωπική , μητρική και προστατευτική δύναμη της ομάδας, φυλής ή της οικογένειας που καθορίζει την συμπεριφορά του ατόμου»  *(σελ.19)

 

« Κάτι πρέπει να μάθω εδώ αλλά δεν ξέρω τι» ( σελ.16),  διερωτάται με φιλοσοφική, φαινομενολογική και υπαρξιακή αναζήτηση από την αρχή η συγγραφέας για το τι πρέπει να μάθει και προτείνει το δρόμο της περιέργειας, της έρευνας, την καταβύθιση στο φρέαρ του εαυτού για την ανακάλυψη του σκοπού και την υπαρξιακή ολοκλήρωση και εξατομίκευση. Δύσκολος ο δρόμος των ανθρωπίνων σχέσεων -Θηλυκού και Αρσενικού- που τις προσεγγίζει σαν σαμάνος ανεβοκατεβαίνοντας στα επίπεδα ουρανού , γης και κάτω κόσμου φορώντας την συμβολικές μάσκες ( παραμύθια, παραβολές) της σωματικής και ψυχικής δύναμης.

      Η αναζήτηση της  ταυτότητας για τον άνθρωπο αρχίζει αμέσως  μετά την έξοδο ( γέννηση)  από την ωκεάνια ολότητα ενώ σταδιακά αλλάζει καθώς ο χρόνος την  μεταμορφώνει σε καλή  και άλλοτε σε  κακή persona . Από την πρώιμη ηλικία  το Εγώ αναζητάει το Εσύ για  συνδιαλλαγή  και γνώση του « ποιος είμαι ».

 Η πρώτη αθωότητα, ο πρώτος διαχωρισμός σε άνδρα και γυναίκα και oι αντίστοιχοι ρόλοι τους, οι πρώτοι έρωτες και οι θανάσιμες προδοσίες, σε προσωπικό και οικογενειακό πλαίσιο παίρνουν μέρος με όλη την δυναμική  σχέση τους στην μυθοπλασία του βιβλίου.

Η Στεφανάκη, σαν σε παραμύθι,  με όλη την τραγικότητα αλλά και αποδοχή , ξεδιπλώνει τους χαρακτήρες των γυναικών σε σχέση  με τους ανδρικούς χαρακτήρες και την κοινή ζωή τους μέσα στα οικογενειακά και κοινωνικά συστήματα.

  Η νέα άγουρη αυτοκαταστροφική  γυναίκα, η μητέρα, η κόρη, η αδελφή, η σύζυγος (  θηλυκή Αρχή) σε σχέση με τον πατέρα,  αδερφό, γιο, σύζυγο ,εξουσία ( αρσενική Αρχή). Με δημιουργική αλληγορική περιγραφή  στην ενότητα «Η μετακόμιση» , μας μεταφέρει από την αυλή της μάνας σε ένα άλλο χώρο-αυλή , το νοσοκομείο θεραπευτήριο. Εκεί, αντί για βασιλικό υπάρχουν πολλά μπουκαλάκια με υγρά και καλώδια. Δύο ξεχωριστές φυλές διαβιούν εκεί , οι θεραπευτές και οι νοσηλευόμενοι  πάσχοντες  από  τις ναρκισσιστικές ιδεοληψίες τους.

Ο κύριος Μανώλης, ο κύριος Αγριμάκης με τις γυναίκες, τις κόρες, τον γιό.  Όλες οι παραμορφώσεις και διαταραγμένες σχέσεις δεν σκοτώνουν τον λαβωμένο ήρωα, καθώς αναγνωρίζει  μέσα από το καθρέφτισμα  τα ψεύτικα είδωλα .

          Για όλες αυτές τις ψυχικές διεργασίες , περπατώντας στις «άκριες γυναικείων χωραφιών» η συγγραφέας με εικόνες πραγματικές , ονειρικές, ποιητικές  ακόμη και σουρεαλιστικές μας κάνει κοινωνούς διεγείροντας την εν-συναίσθηση και γιατί όχι την ταυτοποίηση . Το έργο της διδάσκει και εκπαιδεύει σαν αρχαία  τραγωδία με τον χορό να απαγγέλει την ιστορία με ελεγεία ή με κομμό ακολουθώντας τις πανανθρώπινες επώδυνες εμπειρίες.

         Στην ενότητα του βιβλίου « τα οικογενειακά» μας καθιστά  γνώστες της μεγάλης αλλαγής από την μητριαρχία στην μέχρι σήμερα πατριαρχία. Στερεότυπα και κωδικοποιημένες νόρμες συντηρούν τους χάρτες επικοινωνίας παραδίδοντας η μία γενιά στην άλλη την αποδοχή της πατριαρχίας έναντι της αρχέγονης μητριαρχίας.

Γράφει:

 « η μητέρα κάπου τα μπέρδευε όλα αυτά, διανοητικά, σωματικά, ψυχικά , δεν ήξερε σε ποιον κυρίως να ανήκει. Γιατί , την εποχή εκείνη , για να υπάρχει μία γυναίκα , έπρεπε σε κάποιον να ανήκει» . (σελ. 47).

Γιατί πρέπει η γυναίκα να ανήκει κάπου έξω από τον εαυτό της;

Η κόρη-εγγονή , θηλυκό μη αποδεκτό από τον αρσενικό πατέρα κάνει την ανατροπή.

Γράφει:

« Η κόρη – εγγονή, εγώ που ο πατέρας μου δεν ήθελε να ξέρει πως υπάρχω, θήλυ όντας ακουσίως κι ατυχώς, δεν έπλεκα, ούτε κεντούσα, ούτε έραβα. Μάζευα τα άχρηστα τα παραπεταμένα κι ατάκτως ερριμμένα εκεί, στις άκρες γυναικείων χωραφιών, τα ξεχασμένα σε μητριαρχικές βεγγέρες. Μάζευα λέξεις, συλλαβές και γράμματα και ύφαινα περίπλοκο ιστό…..και γέμιζα τετράδια χειρόγραφα»( σελ. 48)

 

Ακολουθώντας την αφήγηση μέσα από τα χειρόγραφα και τις μνήμες, επιστρέφουμε στην αυλή της μητέρας, όπου « η μάνα διατηρεί άριστες διπλωματικές σχέσεις με εκπροσώπους άλλων κόσμων…».  Όλα υπάρχουν και συμβαίνουν στη μαγική αυλή της μητέρας με σύνδεσμο τον μνησιπήμονα πόνο.

Πλάσματα πέραν του δεδομένου χρόνου,  τόπου, έθιμα, ήθη. Με πλάσματα επίγεια, υπόγεια,  υπέργεια, ακόμα και αιθέρια….Δέχεται επισκέψεις στην αυλή της ανελλιπώς. Οι πόρτες είναι πάντα ανοιχτές, στο τώρα και στο χθες, μα και στο αύριο. Στο όνειρο ,στο μύθο.( σελ.51).

Έτσι βλέπουμε  τους κρίκους της αλυσίδας που η αφετηρία της είναι στον αρχέγονο χρόνο και την απαρτίζουν όλες οι γυναίκες με μνήμη ή λήθη της φυσικής γυναικείας δύναμης μέχρι σήμερα, περιμένοντας την επόμενη μέρα για ένα καλό τέλος.

Αφροδίτη, Περσεφόνη, Άλκηστη, Ερασμία, Μαρία, Δέσποινα, Φροσούλα, Αλκηστεγώ, και όλες οι επόμενες θηλυκές υπάρξεις που γεννιούνται και αναζητούν όνομα, περνούν από την γυναικεία αυλή της Μεγάλης Μητέρας.

Το έργο της Στεφανάκη είναι μία προσομοίωση της ανθρώπινης πραγματικότητας με την φύση- θάλασσα, δένδρα, σπίτια, αυλές, ζώα, πουλιά – όλα είναι ένα μεγάλο εικαστικό έργο τοίχου, όπου ο αναγνώστης για να το γνωρίσει πρέπει να επικεντρωθεί στην επιμέρους λεπτομέρεια  , να την μεγεθύνει , να γίνει μέρος της για να την κατανοήσει. Να αφιερώσει χρόνο παρακολουθώντας σαν alter ego το υπαρξιακό ταξίδι της συγγραφέως-Δημιουργού  μέσα από τους χαρακτήρες των ηρώων και την Οδύσσεια τους. Το έργο της δομημένο σε ενότητες έχει  μία θεματική συνάφεια αλλά συγχρόνως αυτονομία , μιας και διαδραματίζονται σε διαφορετικούς χρόνους , εποχές και συστήματα.

  Γράφει στο Υστερόγραφο: 

« Νησίδες έγιναν θραύσματα, σπαράγματα ζωής, πραγματικής ή επινοημένης , πατήματα για να ακροβατώ. Συμφιλιώνομαι με την αποσπασματικότητα του λόγου μου, με την αλήθεια που ποτέ δεν είναι μία. Παρηγοριά η πολλαπλή εκδοχή πάντων. Ρευστές οι λέξεις με παρασύρουν στον ωκεανό του χρόνου.»  ( σελ. 103).

  

Η Καίτη Στεφανάκη στο έργο της κινείται « στις άκρες γυναικείων χωραφιών» και ανακαλύπτει  την αρχέγονη γυναικεία δύναμη τρέχοντας με τους λύκους , θρηνώντας για τις απώλειες και θυσίες, ενώ παράλληλα υμνεί   την θηλυκότητα με  τον θάνατο και την γέννηση . Από το βάθος των σπηλαίων ακούγεται η έκκληση:

   ΑΝΑΖΗΤΕΙΤΑΙ ΟΝΟΜΑ

 

*Βιβλιογραφικές αναφορές
-ERICH NEUMANN : Ο ΦΟΒΟΣ ΤΟΥ ΘΗΛΥΚΟΥ, εκδ. ΙΣΙΣ, 1994.
– Clarissa Pinkola Estes, Ph.D. Women Who Run With the Wolves, Ballantine books, 1992.
 
 
 
 
Η Αριστούλα Δάλλη είναι  Εικαστική, Συστημική  Ψυχοθεραπεύτρια

   

 

 

 

 

     

 

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.