You are currently viewing Αφιέρωμα στην Ημέρα Μνήμης: Το Περί ου τιμά την Κύπρο και τους Κύπριους δημιουργούς

Αφιέρωμα στην Ημέρα Μνήμης: Το Περί ου τιμά την Κύπρο και τους Κύπριους δημιουργούς

Λένη Ζάχαρη: Η Κύπρος της Αγωνίας

 

«Τ’ αηδόνια δεν σ’ αφήνουνε να κοιμηθείς στις Πλάτρες…»
“Ελένη”

 

Και γιατί να σ’ αφήσουνε άλλωστε, συνείδηση, που έχεις κοιμηθεί μπροστά στις νέες τραγωδίες;
Αιώνες κυνηγά τούτο το πολιτισμένο αγρίμι «ένα πουκάμισο αδειανό…», γεμίζει τους Σκάμαντρους της Οικουμένης με κορμιά και αίμα για μιαν “ανύπαρκτη Ελένη”…Ένα ξύλινο είδωλο! Γιατί για είδωλα γίνονται οι πόλεμοι χιλιάδες χρόνια και τ’ αηδόνια, τα πουλιά που μιλάνε με τρόπο υπέρλογο, παλεύουν να ξυπνήσουν, να ταρακουνήσουν, όποιον ακόμα δεν καταλαβαίνει πως σε λίγο εκεί θα φτάσει ο Όλεθρος. Σε λίγο… Γιατί ο χρόνος στην Ποίηση μα και στην Ιστορία έχει μια σχετικότητα τρομακτική.
Κι είναι αλήθεια, γιατί τη στιγμή που γράφεται η “Ελένη”  βρισκόμαστε μπροστά σε μια επικείμενη επανάσταση. Στην έκρηξη των Ελλήνων της Κύπρου για Εθνική δικαίωση. Την ένταση που επικρατεί τη διακρίνει εύκολα κανείς μέσα στο Ποίημα :
“Το πικρό τρικύμισμα της ξαγριεμένης σκλάβας” 
«Ημερολόγιο Καταστρώματος Γ’ » και ο Σεφέρης αφήνει τις ανησυχίες του και τις πίκρες του να φανούν σ’ έναν μεταπολεμικό απολογισμό που αφήνει πίσω έναν Εμφύλιο και βρίσκει μπροστά την ανακίνηση του Εθνικού προβλήματος της Κύπρου.

Παρακολουθώντας τη συλλογή, με βάση και το πολιτικό-ιστορικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται, εισπράττουμε την αγωνία του ελληνισμού για δικαίωση, μας δίνεται με κάθε τρόπο ο δόλος και η απάτη των ισχυρών, η ωμότητα των πολιτικών σκοπιμοτήτων, η φθορά, η θλίψη και η οργή των Ελλήνων που αδικούνται.
Μέσα από την εμπλοκή του στην κυπριακή περιπέτεια, ο Σεφέρης, καταγράφει θα λέγαμε την πολιτική αγωνία ενός “αυθεντικού Νεοέλληνα” ο οποίος βλέπει τη γενιά του να παγιδεύεται, το έθνος του να συντρίβεται, τα όνειρά του να γκρεμίζονται – ( δεν παύει να είναι ένας “διωγμένος” Μικρασιάτης, θαρρώ πως αυτό το συναίσθημα του “Πρόσφυγα” δεν παύει να τον καταδιώκει ούτε στιγμή και καθορίζει ακόμα και τη σχέση του με την Κύπρο από το 1931 που την πρωτογνωρίζει) -στα πολιτικά παρασκήνια και το δόλο μιας ωμής διπλωματίας έξω από κάθε ηθική τάξη. [Είναι αξιοπρόσεκτο πως ο Ποιητής θα φτάσει στο σημείο να αναγνωρίσει και τον αγώνα της ΕΟΚΑ-αυτός που στάθηκε μακριά από κάθε ακραίας μορφής αντίδραση! Και να έρθει σε ρήξη ακόμα και με τους στενούς Άγγλους φίλους του! 
(βλ. Μπήτον Ρόντρικ, “Περιμένοντας τον Άγγελο”, εκδ. Ωκεανίδα, σελ. 490-493)– προσφωνώντας τον αρχηγό της με το ψευδώνυμό του, “Διγενής”, ενώ το δικό του κωδικό όνομα επικοινωνίας ήταν “Βαρνάβας”!]
Ήδη από την εποχή που βρίσκεται στο πλάι του Δαμασκηνού, ο Σεφέρης πιέζει για τη διεκδίκηση της Κύπρου χωρίς να βλέπει αποτελέσματα. “Μέχρι το 1960, όπως γράφει ο συνεργάτης του Αλέξανδρος Ξύδης, ο Σεφέρης αγωνιούσε και προσπαθούσε για την Κύπρο. Δέχτηκε σφοδρές επιθέσεις από σχεδόν όλες τις πλευρές και δεν καταδέχτηκε, ενώ μπορούσε, να υπερασπιστεί τον εαυτό του. Εξομολογήθηκε πολλές φορές την πικρία του για τις πιέσεις που δέχονταν από όλες τις πλευρές οι Κύπριοι, την ενδοτικότητα και το αντι-κυπριακό μένος ορισμένων συναδέλφων του, καθώς και τη διάθεσή του να παραιτηθεί.
Στον Αλέξανδρο Ξύδη θα εξομολογηθεί μια επίσης ανησυχία του που έμελλε να είναι προφητική:
«Με τη βιασύνη μας να επιτύχουμε μια λύση που θα ικανοποιεί Άγγλους και ΝΑΤΟ, ξεχνούμε τους Τούρκους…οι Τούρκοι θα είναι πάντα ο κίνδυνος…»

Η αυστηρή και η εχέμυθη άσκηση του υπηρεσιακού χρέους, ήταν φυσικό να δημιουργήσουν την εντύπωση ενός απολιτικού, ή, ακόμα, ενός άτολμου Σεφέρη που συντάσσονταν αμαχητί με τη συντηρητική πλειοψηφία που κυβερνούσε. Ήταν εντελώς λαθεμένη η εντύπωση αυτή.” ( Αλ. Ξύδη, Κύκλος Σεφέρη, σσ. 116-118)
Για τον Σεφέρη που όλα συνδέονται με τον άνθρωπο, την περιπέτειά του και την ανθρώπινη τραγωδία, οι μόνοι που μπορούν να δώσουν απαντήσεις, όπως έχουμε παρακολουθήσει στην ποίηση και στη σκέψη του, είναι τα αντίστοιχα πρόσωπα που πρωταγωνιστούν στις μεγάλες τραγωδίες, τα μηνύματα που κρύβονται εκεί- δεν παραλλάσσονται κατά τον ποιητή, έχουν ισχύ αιώνια οι Άγραφοι Νόμοι- και οι αγαθοί άνθρωποι του λαού που δίνονται με πάθος στον Αγώνα, πέρα από τα προσωπικά λάθη και πάθη, κι ανυψώνονται μέσα από ένα πρωτοφανέρωτο ηθικό μεγαλείο, όπως είναι ο Μακρυγιάννης.
Γράφοντας το Ποίημα “Η Σαλαμίνα της Κύπρος”, ο Ποιητής θα πάει αιώνες πίσω, σ’ έναν άλλο πόλεμο που προκαλεί φθορά κι απόγνωση. Εκεί όμως θα φτάσει η δικαιοσύνη παντοδύναμη συντρίβοντας την ύβρι των δυνατών. Κι ο Ποιητής προσδοκώντας το ανάλογο παραπέμπει στους “Πέρσες” του Αισχύλου:

“Σαλαμῖνά τε, τᾶς νῦν ματρόπολις τῶνδ᾽
αἰτία στεναγμῶν. “
( Γ’ Στάσιμο στιχ. 895- 896 Θρήνος Γερόντων Χορού) 

 Δεν έχει άλλον για να συνομιλήσει ο Ποιητής γι’ αυτό που συμβαίνει στην Κύπρο, ό,τι του μένει είναι η “Ξύνοικος των Κάτω Δίκη”, όπως θα πει αργότερα από τον Αισχύλο διά στόματος Αντιγόνης, ο Σοφοκλής. Μόνο οι Αρχέγονες Δυνάμεις μπορούν να τιμωρήσουν την ύβρι! Το “ψήλωμα” του ανθρώπινου μυαλού που στηριγμένο στην παντοδυναμία των όπλων, των συμφερόντων, της βίας, πιστεύει πως θα αλυσοδέσει όχι μόνο τη θάλασσα μα και την ψυχή ενός λαού. Αλλά αυτό που χαρακτηρίζει τούτο το έθνος, ως πνεύμα, καθώς εξηγεί σε μια συζήτηση ( ο Σεφέρης απεχθανόταν τα ‘περί φυλετικών συνεχειών’, θεωρεί όμως πως υπάρχει ένα πνεύμα που σώζεται.) δεν αλυσοδένεται!
Θα το εκφράσει με τον πιο χαρακτηριστικό και δυναμικό τρόπο. Συγκερνώντας τη φωνή ενός ήρωα, αυθεντικού Έλληνα, τα νοήματα της τραγωδίας, αλλά και τις φωνές των ψυχών που ζητάνε δικαίωση για όλα τα χρόνια καταπίεσης, για όλους τους αιώνες που ο Ελληνισμός βιώνει την υπονόμευση, την ταπείνωση και την βαρβαρότητα. Εδώ, πάνω στο κορμί της Κύπρου, η φωνή της όλης πατρίδας ακούγεται καθώς το Κυπριακό δράμα τοποθετείται στο χώρο της νεοελληνικής περιπέτειας και της εθνικής αγωνίας γι’ αυτά που πάνε ν’ αρπάξουν και είναι πέρα από χώμα και νερό…

«Η γης δεν έχει κρικέλια

για να την πάρουν στον ώμο και να φύγουν

μήτε μπορούν, όσο κι αν είναι διψασμένοι

να γλυκάνουν το πέλαγο με νερό μισό δράμι.

Και τούτα τα κορμιά

πλασμένα από ένα χώμα που δεν ξέρουν,

έχουν ψυχές.

Μαζεύουν σύνεργα για να τις αλλάξουν,

δε θα μπορέσουν· μόνο θα τις ξεκάμουν

αν ξεγίνουνται οι ψυχές.

Δεν αργεί να καρπίσει τ’ αστάχυ

δε χρειάζεται μακρύ καιρό

για να φουσκώσει της πίκρας το προζύμι,

δε χρειάζεται μακρύ καιρό

το κακό για να σηκώσει το κεφάλι,

κι ο άρρωστος νους που αδειάζει

δε χρειάζεται μακρύ καιρό

για να γεμίσει με την τρέλα,

νῆσός τις ἔστι …».

 Για τον Ποιητή είναι μια απάντηση σ’ όσα τον βασανίζουν· για τους υπόλοιπους είναι άλλη μια “προσήμανση”, ή, και “προφητεία” για τον κίνδυνο εξ Ανατολών. Τη στιγμή που ο Ελληνισμός αντιμετωπίζει μια κοινή περιπέτεια, με τους ισχυρούς να διαπράττουν ύβρεις και να σπέρνουν ολέθρους, οι φωνές έρχονται να ραπίσουν αυτούς που για ‘τριάκοντα αργύρια’ παρέδωσαν σε βάρβαρους αίμα αθώων όσο κι αν θέλουν κάποιοι να ξεχάσουν:

«- Τώρα καλύτερα να λησμονήσουμε πάνω σε τούτα
τα χαλίκια·
δε φελά να μιλάμε·
τη γνώμη των δυνατών ποιος θα μπορέσει να τη γυρίσει;
ποιος θα μπορέσει ν’ ακουστεί;
Καθένας χωριστά ονειρεύεται και δεν ακούει το βραχνά
των άλλων.

—Ναι· όμως ο μαντατοφόρος τρέχει
κι όσο μακρύς κι αν είναι ο δρόμος του, θα φέρει
σ’ αυτούς που γύρευαν ν’ αλυσοδέσουν τον Ελλήσποντο
το φοβερό μήνυμα της Σαλαμίνας.

Φωνή Κυρίου επί των υδάτων.
Νῆσός τις ἔστι.»

 

Ευτυχώς, ο Ποιητής δεν αξιώθηκε να δει τον πιο μεγάλο φόβο του να γίνεται πραγματικότητα. Ούτε τα αθλιότερα τερτίπια της διπλωματίας να λαβαίνουν χώρα παίζοντας τον χιτώνα του Ιησού στα ζάρια.
Την πίκρα και την απογοήτευση για τη χυδαιότητα της διπλωματίας των συμφερόντων βρήκα στο ποίημα ενός Κύπριου Ποιητή από την Πενταλιά της Πάφου, που όμως, όπως ο Γιώργος Σεφέρης, ζει μακριά από την Πατρίδα του. “Νομάδας”, όπως χαρακτηρίζει τον εαυτό του, στην τριλογία του, ο Στέφανος Κωνσταντινίδης. Πιστεύω πως ο Σεφέρης θα συμφωνούσε με τον λιτό αλλά τραγικό τρόπο του:

Η λύση του Κυπριακού 

Μη πονοκεφαλάτε

οι έμποροι του ναού

δώσανε την υπόσχεση

θα μεταφέρουνε λέει

τη θάλασσα της Κερύνειας

κάτω από τα τείχη

της Λευκωσίας

Το αδύνατο θα γίνει “δυνατό”. Γι’ άλλη μια φορά κάποιοι στο ποίημα υπόσχονται να ‘βιάσουν’ τα φυσικά στοιχεία, να δέσουν τη θάλασσα. Πικρή ειρωνεία για τις ψεύτικες υποσχέσεις, τα μεγάλα λόγια κι ίσως, στο βάθος, μιαν ελπίδα συντριβής των υβριστών “νέας γενιάς”. Τα πρόσωπα μπορεί να αλλάζουν, τα πάθη ποτέ και τα παθήματα επίσης. Κάποιοι ξεπουλάνε τις ψυχές μη έχοντας όσιο και ιερό.
Το δράμα του Ποιητή δεν έχει τέλος. Ίσως γιατί δεν έχει τέλος η ανθρώπινη μωρία.

 

20 Ιουλίου 2018- 20 Ιουλίου 1974

 

Ευχαριστώ τον Στέφανο Κωνσταντινίδη για την παραχώρηση του ποιήματός του “Η λύση του Κυπριακού”

Εκτός από τις αναφερόμενες βιβλιογραφικές πηγές εντός του κειμένου πολύτιμη προσέγγιση χρόνων
στην «πολιτική διάσταση της ποίησης του Σεφέρη» αποτελεί το ομότιτλο βιβλίο του Νίκου Ορφανίδη,
εκδ, ΑΣΤΗΡ , Αλ. & Ε. Παπαδημητρίου, Αθήναι, 1985.

Έλενα Τουμαζή-Ρεμπελίνα: Τρία Ποιήματα

 1

Καταπάνω σου

 

Από  το πρώτο βλέμμα της Μοίρας στην κούνια

Μ’ όλα  τα χέρια σου  τον σταματάς

Μ’ όλες  τις θηλυκές φωνές τον εξορκίζεις

Μ’ όλα τα νιάτα και την ομορφιά τον ξεγελάς

Φτιάχνεις φόρεμα από άνεμο  και νερό θαλασσινό

Κι αποκοιμιέσαι απαλά  στην άμμo

Εκεί σε αρπάζει ύπουλα

Μες στο  ηδύτερο  όνειρο

 

Καταπάνω σου

 

Με τα μάτια του εραστή

Με τα λόγια της φίλης

Με την στοργή του πατέρα

Εκεί

 

Και η Δήμητρα κι’ η Σεκινά

Τριγυρνούν- αιώνες τώρα-στον Άρη

Μουγκές   γριές

Μ’ ένα ακουστικό στο  αυτί,

ένα μικρό ραβδί στα χέρια

 

Η πέτρα ολόγυμνη

ξερή

βγάζει  από μόνη της δάκρυ ανθύλλιο

Πικρό στον ήλιο

 

Καταπάνω σου

                        

Ο θάνατος

 

 2

 

 Αυτή η πόλη

Αφήνει χαραμάδα

για να  μπορείς να ξεγλιστρήσεις

 

Αυτή η πόλη

κάθε λογής προσφύγων

εντόπιων και ξένων που

κρατά με απόγνωση όλα τα πρόσωπά της

παλαιά και  νέα

οικεία και απροσπέλαστα

ασύντονα θραύσματα χρόνου

γυρεύει την υφή  μιας άλλης φωνής

 

 Είναι και δεν είναι η  πόλη

της  σκοτεινής ρίζας  της πικρής

ανθοφορίας

απ’ όπου  γύρεψες να γλυτώσεις  κάποτε

και που τώρα κείται  αμίλητη και παγωμένη

σε στάση επίκλησης

δίχως  μια  φτερούγα στο κύμα της

ένα  δάκρυ στο πέτρινο βλέφαρo

ένα  χάδι στο  μαραμένο στήθος

 

είναι και δεν είναι η πόλη όπου κατέφυγες

για να σώσεις την εφήμερη

λεπταίσθητη  άνοιξη

και σου ’δωσε  ηδονή   

και θάνατο       

προτού

σκιστεί  στα δυο

με το κάθε κομμάτι

να ψηλαφεί  τυφλά  τη μνήμη

ποθώντας το όλον του σώματος

 

 Αυτή εδώ η πόλη

σου επιτρέπει

το μεγάλο Tίποτα

για να  σκύβεις

να μαζεύεις απ’ τη γη

μικρούς  αρνημένους θησαυρούς

για να  βαδίζεις

όπως μέσα  στο ανεξιχνίαστο Χάος

με τις βίαιες σπαραχτικές γεννήσεις

μα και τα ρόδα-πλανήτες

στην αυλή του  μικρού πρίγκιπα

 

 

Να σπαρταράς

Σα ψάρι μες στα δίχτυα

Να σπαρταράς

Έξω απ’ το νερό    

Να σπαρταράς

 

Μεγάλο άγριο ψάρι

Που το σέρνουν  δεμένο απ’ την ουρά

Ζωντανό και λαβωμένο στη στεριά

Και το αποτελειώνουν

Αη Γιώργηδες και ήρωες της στιγμής

Κτυπώντας  αλύπητα

Ηδονικά

Με  ξύλινο  δοκάρι

Υπό τις ιαχές  και τα χειροκροτήματα

των λουομένων

Που δεν πρόλαβε-θηρίο- να τους  βλάψει

Κι’ ύστερα  τρόπαιο ακριβό στην αγορά

Και εκλεκτός μεζές

Σε δείπνα πολιτισμού

Πιο θηριώδη απ’ των θηρίων

 

Χωρίς  έναν ανάμεσό τους ψαρά

Με θεϊκά αυτιά

Που  ξαναρίχνει στ’ ανοιχτά

Άγγιγμα παραμυθιού

Ξαναφέρνει σε εαυτό

Σώμα αρχαίο

Και  μιλιά

Η Έλενα Τουμαζή  Ρεμπελίνα γεννήθηκε στη Λευκωσία  αλλά έζησε και  μεγάλωσε στην πόλη της  Αμμοχώστου απ’ όπου και κατάγεται η οικογένεια της . Μετά   το Γυμνάσιο(Λύκειο) σπούδασε στη Γενεύη ψυχολογία του παιδιού . Επιστρέφοντας  εργάστηκε για ένα διάστημα στο ΡΙΚ.  Μετά το πραξικόπημα του 74 και την Τουρκική  εισβολή που το ακολούθησε , βρέθηκε στην Αθήνα, όπου ασχολήθηκε για λίγο με το θέατρο .Αργότερα, παρακολούθησε σεμινάρια γυναικείας γραφής στο Παρίσι  στο Πανεπιστήμιο της  Βενσέν. Από τα μέσα της δεκαετίας του 80, ζει και γράφει –κυρίως  ποίηση- στη Λεμεσό. Το 2011 βραβεύθηκε με  κρατικό βραβείο  για την ποιητική  της συλλογή  «Έρχου».Έργα της :  «Ο μικρός τυφλοπόντικας και ο ήλιος», ποιήματα και σχέδια – 1972,  «Λειτουργία του νεκρού παρόντος», ποιήματα και σχέδια- 1974, «Τα σώματα της Χρυσόθεμης μετά το δημόσιο αποκεφαλισμό της στα τέλη του 20ου   αιώνα μ.Χ», ποιήματα και σχέδια -1977, «Παραλλαγές για τη γη»,πεζό- 1981 ( εκδοτική  γυναικών Αθήνα), «Ανάσες αληθινού ονόματος» σύνθεση με στίχους αγαπημένων ποιητών και αποσπάσματα παραμυθιών,  με σχέδια δικά της – 2008 (εκδόσεις Αφή,   Λεμεσός), «Έρχου»,  ποιήματα -2011, Κρατικό βραβείο ποίησης (εκδόσεις Αφή   Λεμεσός), «Marginalia» ,  ποιητική συλλογή από κοινού με τη Μόνα Σαββίδου-Θεοδούλου, -2015, ( εκδόσεις Αφή ,Λεμεσός).
Το 1998, μετέφρασε  από τα γαλλικά  και εξέδωσε στη Λεμεσό το κείμενο   της Antoinette Fouque :«Υπάρχουν δύο φύλα».

Στέφανος Κωνσταντινίδης: ΕΚΒΑΤΑΝΑ

 Ήμουν ξαπλωμένος στο κρεβάτι, άκουγα κλασική μουσική από τη France Musique και διάβαζα το βιβλίο του Ζαν Μεϊνό για τις πολιτικές δυνάμεις στην Ελλάδα: από τα πιο σημαντικά βιβλία πολιτικής επιστήμης για την Ελλάδα. Ήταν γύρω στις δέκα το πρωί. Ξαφνικά το ραδιόφωνο της France Musique διέκοψε την εκπομπή του για να μεταδώσει μια έκτακτη ανακοίνωση.

    Διακόπτουμε την εκπομπή μας για να σας μεταδώσουμε μια έκτακτη είδηση. Η Εθνική Φρουρά στην Κύπρο ανέτρεψε με πραξικόπημα τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας Αρχιεπίσκοπο Μακάριο. Η Εθνική Ραδιοτηλεόραση [έτσι αποδόθηκε το Ραδιοφωνικό Ίδρυμα Κύπρου] μεταδίδει ότι ο Μακάριος είναι νεκρός. Ειδησεογραφικά πρακτορεία μεταδίδουν πως οι πραξικοπηματίες επιτέθηκαν με άρματα μάχης στο Προεδρικό Μέγαρο. Μεταδίδεται επίσης ότι άρματα μάχης κυκλοφορούν στους δρόμους της Λευκωσίας και διεξάγονται μάχες σε διάφορα σημεία της πόλης.

Έμεινα για λίγο σιωπηλός, ακίνητος στο κρεβάτι, νόμισα πως είχα παραλύσει, άρχισα να σκέφτομαι ότι έβλεπα εφιάλτη και πως από στιγμή σε στιγμή θα ξυπνούσα και το κακό όνειρο θα διαλυόταν. Η France Musique είχε επανέλθει στο κανονικό της πρόγραμμα, μετέδιδε πάντα κλασική μουσική. Ύστερα, με κυρίεψε μια θάλασσα από θλίψη και θυμό. Η θλίψη αφορούσε το μέλλον του αγαπημένου τόπου και ο θυμός ήταν για τους υπεύθυνους που τον οδήγησαν σε αυτή την κατάληξη. Έπρεπε, όμως, να παραμερίσω τα συναισθήματα και να σκεφτώ τι θα κάνω, τι θα κάνουμε, αποδώ και πέρα. Έπρεπε να μην υποκύψουμε στη κατάθλιψη.

Σηκώθηκα, ντύθηκα κι ετοιμάστηκα να βγω. Πρώτα έπρεπε να μάθω περισσότερα, να συναντήσω φίλους και γνωστούς, να συζητήσω μαζί τους. Έμενα τότε στην πανεπιστημιακή εστία του Αντονί, λίγο έξω από το Παρίσι. Πιο κοντινός, έμενε στο διπλανό περίπτερο της πανεπιστημιακής εστίας, ήταν ο παλιός μου συγκάτοικος στην Αθήνα, ο Ναπολέοντας Αρμεύτης. Ξαναβρεθήκαμε στο Παρίσι. Ήταν διορισμένος στο Γυμνάσιο της Πόλης Χρυσοχούς, είχε πάρει εκπαιδευτική άδεια και συνέχιζε μεταπτυχιακές σπουδές στο Παρίσι. Δούλευε με τον Βιντάλ Ναγκέ, έναν ξεχωριστό ιστορικό, στο πλαίσιο ενός διδακτορικού για την αρχαία κυπριακή Ιστορία. Πήγα και του χτύπησα την πόρτα. Ήταν εκεί και μελετούσε αρχαίες κυπριακές επιγραφές.

– Ξύπνα, του λέω, άσε τους αρχαίους στην ησυχία τους, τώρα τι κάνουμε, με τους σύγχρονους.

Κάτι πήγε να μου πει για τις επιγραφές, τα νέα του ευρήματα· τον έκοψα απότομα. Δεν είχε πάρει είδηση για το πραξικόπημα. Έμεινε έκπληκτος όταν του το ανακοίνωσα, ούτε και αυτός το περίμενε και ας πλήθαιναν τελευταία τα κακά μαντάτα από το νησί. Ανταλλάξαμε κάποιες κουβέντες και αποφασίσαμε να κατεβούμε στο Παρίσι να συναντήσουμε γνωστούς και φίλους, να δούμε τι θα κάναμε. Βγήκαμε στην είσοδο του περιπτέρου και τηλεφωνήσαμε από τον τηλεφωνικό θάλαμο στον ξάδελφο Παζαρίδη που δούλευε στο ξενοδοχείο De l’Unesco. Ούτε αυτός το είχε πάρει χαμπάρι. Του είπαμε να ειδοποιήσει και τον Αλκιβιάδη Παπαμάρκου και όποιους άλλους έβρισκε και δώσαμε ραντεβού για το απόγευμα στο ξενοδοχείο.

Σκεφτόμουν τι θα μπορούσαμε να κάνουμε. Τουλάχιστον, άμεσα. Μια διαδήλωση δεν θα ήταν άσχημη ιδέα. Μια δημοσιογραφική διάσκεψη, ίσως. Μα πάνω από όλα χρειαζόμασταν περισσότερη πληροφόρηση. Με τον Ναπολέοντα αρχίσαμε να ψάχνουμε από σταθμό σε σταθμό στο ραδιοφωνάκι του για νεότερα. Τηλεόραση δεν είχαμε, τηλέφωνο δικό μας στο σπίτι δεν είχαμε, το ραδιόφωνο ήταν το μόνο μέσο για πληροφόρηση. Οι ειδήσεις ήταν συγκεχυμένες. Το πρακτορείο Ρόιτερς μετέδιδε από το Λονδίνο πως οι Άγγλοι είχαν ασφαλείς πληροφορίες πως ο Μακάριος ήταν ζωντανός και είχε διαφύγει τη σύλληψη. Το Γαλλικό Πρακτορείο μιλούσε για μάχες που διεξάγονταν στη Λευκωσία ανάμεσα στους πραξικοπηματίες και στις νόμιμες Δυνάμεις.

Για να λένε οι Εγγλέζοι πως ο Μακάριος ζει, θα έχουν ασφαλείς πληροφορίες, σκέφτηκα. Αν ήταν σωστή η πληροφορία, τα δεδομένα μπορούσαν να αλλάξουν ριζικά. Υπήρχαν πολλά παράξενα σε αυτή την ιστορία. Το πραξικόπημα έγινε στις οκτώ το πρωί, ανατρέποντας τον νόμο των πιθανοτήτων. Γιατί ώς τότε ξέραμε πως τα πραξικοπήματα γίνονταν νύχτα, συνήθως τις αυγινές ώρες. Το σκοτάδι αλλά και η φοβία της νύχτας ήταν καλοί συνεργάτες των πραξικοπηματιών. Πώς οι πραξικοπηματίες της Κύπρου διάλεξαν να αμολύσουν τα άρματα μάχης στις οχτώ το πρωί, με το φως του δυνατού ήλιου του Ιούλη; Το πιθανότερο είναι πως με αυτό τον τρόπο αιφνιδίασαν την πολιτοφυλακή που στήριζε τον Μακάριο. Καθώς υπήρχαν ψίθυροι για πραξικόπημα, άνθρωποι που προέρχονταν από διάφορες ομάδες πολιτοφυλάκων ξενυχτούσαν έξω από τα στρατόπεδα και παρακολουθούσαν κάθε ύποπτη κίνηση. Το πρωί, με την ανατολή του ήλιου, βέβαιοι πως είχαν αποφύγει για άλλη μία νύχτα το πραξικόπημα, πήγαιναν για ύπνο. Και ταύτα πάντα ίνα πληρωθεί το ρηθέν, τους έπιασαν στον ύπνο!

Ήταν πολύ παράξενα τα συναισθήματα εκείνο το πρωινό. Να καίγεται ο τόπος σου κι εσύ να βρίσκεσαι στο Παρίσι. Σχεδόν ένα αίσθημα ενοχής για την απουσία σου. Και όμως, δεν είχε κανένα νόημα. Τι περισσότερο θα έκανες, δηλαδή, αν βρισκόσουν στη Λευκωσία ή στην Πενταλιά; Τίποτε. Και όμως, αυτό το συναίσθημα της απουσίας, σχεδόν ενοχής, να μην σε αφήνει να ησυχάσεις.

Είχα σταματήσει να καπνίζω από καιρό. Το ίδιο και ο Ναπολέοντας. Και όμως, στην αμηχανία μου πάνω έψαχνα για τσιγάρο. Περπατήσαμε ώς τον σταθμό του τρένου και αγοράσαμε τσιγάρα. Καθίσαμε σε ένα καφέ και προσπαθήσαμε να πάρουμε το νήμα από την αρχή. Τι πήγε στραβά; Πώς φτάσαμε στο σημερινό δράμα; Έχει νόημα να αναζητάς τα αίτια στην Ιστορία; Μα η Ιστορία, όσο και να το θέλουμε, δεν είναι ντιβάνι ψυχαναλυτή. Η ζωή δεν είναι μόνο λογική αποτίμηση δεδομένων. Το παράλογο, το τυχαίο και μια σειρά άλλων παραμέτρων διαδραματίζουν ρόλο καθόλου αμελητέο.

Συζητούσαμε σχεδόν φιλοσοφικά το θέμα και ψάχναμε αναφορές στον Θουκυδίδη για να καταλάβουμε τι συνέβαινε. Αλλά κατά βάθος μάς διακατείχε μια αγωνία που παρέλυε το είναι μας. Και η συζήτηση, όπως και το τσιγάρο, δεν ήταν τίποτε περισσότερο από απλή ασπιρίνη εκείνη την ώρα. Μα όταν δεν έχεις αντιβιοτικά, καταφεύγεις στην ασπιρίνη.

Επιστρέψαμε στο σπίτι. Ξανά αγώνας να μάθουμε κάτι καινούργιο, από σταθμό σε σταθμό στο ραδιόφωνο. Τίποτε. Επαναλαμβανόταν η ίδια είδηση: «Η Εθνική Φρουρά στην Κύπρο ανέτρεψε με πραξικόπημα τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας Αρχιεπίσκοπο Μακάριο. Η κυπριακή τηλεόραση και το ραδιόφωνο που βρίσκονται στα χέρια των πραξικοπηματιών μεταδίδουν ότι ο Μακάριος είναι νεκρός. Τα ειδησεογραφικά πρακτορεία μεταδίδουν πως οι πραξικοπηματίες επιτέθηκαν με άρματα μάχης στο Προεδρικό Μέγαρο. Μεταδίδεται επίσης ότι άρματα μάχης κυκλοφορούν στους δρόμους της Λευκωσίας και διεξάγονται μάχες σε διάφορα σημεία της πόλης. Αγγλικές πηγές, όμως, αναφέρουν ότι ο Μακάριος είναι ζωντανός». Αυτή η ελπίδα στο τέλος. Μικρή, αλλά όχι αμελητέα.

Μα αν ο Μακάριος ήταν ζωντανός, πού βρισκόταν; Στα χέρια των πραξικοπηματιών ή κάπου, με δυνάμεις που του έμειναν πιστές, και αντιστεκόταν; Και οι μάχες στη Λευκωσία με ποιους διεξάγονταν;

Σε όλα αυτά έρχονταν να προστεθούν και οι προσωπικές αγωνίες για τους δικούς μας. Είχα αδελφό στην Εθνική Φρουρά που υπηρετούσε τη θητεία του, το ίδιο και ο Ναπολέοντας, είχαμε και άλλους συγγενείς και φίλους που επίσης  υπηρετούσαν στην Εθνική Φρουρά, είχαμε γονείς, αδέλφια, συγγενείς και φίλους σε εκείνο το νησί. Ήταν ο τόπος μας, η πατρίδα μας. Όμως, προσπαθούσαμε να δούμε το συλλογικό. Να κρύψουμε όσο μπορούσαμε τον πόνο σε ατομικό επίπεδο. Να μην βάζουμε κακό στο μυαλό μας για τους δικούς μας.

Τηλεφώνησα ξανά στον ξάδελφο Παζαρίδη. Τον παρακάλεσα να δει αν μπορούσε να μάθει κάτι περισσότερο από οπουδήποτε. Επαναβεβαιώσαμε το ραντεβού για το απόγευμα στη δουλειά του, στο ξενοδοχείο De l’Unesco.

Πράγματι, το απόγευμα στις τέσσερις συναντηθήκαμε στο ξενοδοχείο αυτό, που βρισκόταν κοντά στην έδρα της Ουνέσκο από την οποία πήρε και το όνομά του. Οι μόνοι διπλωμάτες που το επέλεγαν για τη διαμονή τους ήταν των αφρικανικών χωρών, των αραβικών και γενικότερα της Μέσης Ανατολής. Ήταν ένα μέτριο ξενοδοχείο, με προσιτές τιμές, που δεν θα το καταδέχονταν οι διπλωμάτες των δυτικών χωρών, μα ούτε και αυτοί της σοβιετικής επικράτειας. Είχε γίνει στέκι της παρέας, επειδή εκεί δούλευε από χρόνια ως veilleur de nuit ο ξάδερφος Παζαρίδης και κάποιες φορές εγώ, η Ανδρομάχη ή κάνας φίλος που ξέμενε από δουλειά. Όταν μέναμε στα δωμάτια υπηρεσίας του έκτου ορόφου των παρισινών πολυκατοικιών, τα οποία δεν διέθεταν μπάνιο, εκεί καταλήγαμε για κανένα λουτρό στα σκαστά. Ο Παζαρίδης έθετε στη διάθεσή μας γι’ αυτό τον σκοπό ένα ελεύθερο δωμάτιο, χωρίς φυσικά να έχει γνώση η διεύθυνση του ξενοδοχείου γι’ αυτό. Καθώς ήταν μικρό ξενοδοχείο, τα βράδια ο veilleur de nuit ήταν γενικός δερβέναγας, δεν υπήρχε άλλο προσωπικό. Ήταν και άλλοι πολλοί Έλληνες που δούλευαν βραδινές ώρες σε ξενοδοχεία του Παρισιού, στην υποδοχή τους. Και ο Παπαμάρκου την ίδια δουλειά έκανε για πολύ καιρό. Η δουλειά ήταν σχετικά σκληρή. Η δική μου δουλειά, στην IMS, ήταν προτιμότερη.  Όχι τόσο οικονομικά, όσο σε επίπεδο ελευθερίας κινήσεων που μου άφηνε.

Ήμασταν καμιά δεκαριά άτομα στη συνάντηση – μισοί Κύπριοι, μισοί Ελλαδίτες. Η θλίψη ήταν φανερή στα πρόσωπα όλων. Πήρα πρώτος τον λόγο. Περισσότερο ήθελα να διευθύνω τη συζήτηση, να την κατευθύνω κάπου, μην μείνει στον αέρα. Προς τα πού, ούτε κι εγώ ήξερα. Ζήτησα να ανταλλάξουμε πληροφορίες. Να μάθουμε ποια ήταν η κατάσταση. Ταυτόχρονα είχαμε ανοιχτό κι ένα μικρό ραδιοφωνάκι, μήπως και μεταδιδόταν κάτι νεότερο. Κανένας δεν είχε καταφέρει να επικοινωνήσει με Κύπρο. Κάποιοι είχαν μιλήσει με γνωστούς στο Λονδίνο που υποτίθεται ήταν πιο ενημερωμένοι. Από πού, μυστήριο. Κάποιος ανέφερε πως πιθανή πηγή πληροφοριών θα ήταν ξένοι διπλωμάτες στη Λευκωσία. Αυτοί διαβίβαζαν τα νεότερα στις κυβερνήσεις τους και αποκεί κατάφερναν μερικοί Κύπριοι διπλωμάτες στο Λονδίνο να έχουν κάποια πληροφόρηση. Τα νέα αυτά ενίσχυαν απλώς τις φήμες πως ο Μακάριος δεν ήταν νεκρός.

Για το τι δέον γενέσθαι ήταν δύσκολο υπό τις περιστάσεις να προταθεί κάτι. Κάποιες ιδέες ακούστηκαν φυσικά, μα τελικά αποφασίστηκε να περιμένουμε μέχρι την επόμενη μέρα, για να έχουμε πιο καθαρή εικόνα. Το μόνο που αποφασίστηκε ήταν να οργανωθεί μια ευρύτερη σύσκεψη το άλλο πρωί στην Πανεπιστημιούπολη – Cité Universitaire. Ειπώθηκε να κληθούν σε αυτήν και κάποιοι πανεπιστημιακοί. Ακούστηκε το όνομα του Νίκου Σβορώνου και ανέλαβα να τον ειδοποιήσω εγώ. Κάποιοι είπαν για τη Μελίνα, άλλοι για τον Ξενάκη, για κάποιους Ελλαδίτες φοιτητές, καθένας αναλάμβανε και κάτι. Προς το τέλος της συνάντησης ακούστηκε από το ραδιοφωνάκι μια είδηση του BBC. Οι πραξικοπηματίες όρισαν νέο Πρόεδρο της Δημοκρατίας τον Νίκο Σαμψών. Ήταν έκπληξη για όλους μας.

– Καλά, είπε ο Παπαμάρκου, δεν βρήκαν κανέναν καλύτερο;

– Αυτό σημαίνει, είπα, πως κανένας πιο «σοβαρός» δεν δέχτηκε να αναλάβει.

– Το πρόβλημά τους, πρόσθεσε ο Παπαμάρκου, είναι που δεν μπορούν να ορίσουν έναν στρατιωτικό στη θέση αυτή, μιας και οι αξιωματικοί της Εθνικής Φρουράς είναι Ελλαδίτες με ελληνική υπηκοότητα.

– Ο Σαμψών Πρόεδρος της Δημοκρατίας, είπα με θλίψη. Μένει να δούμε πώς θα αντιδράσουν τώρα οι Τούρκοι.

– Υπάρχει μια πρώτη αντίδραση, είπε ο Παπαμάρκου, έκφραση ανησυχίας από μέρους τους. Και ζητούν διάσκεψη των εγγυητριών δυνάμεων, γιατί, όπως υποστηρίζουν, ανατράπηκε η συνταγματική τάξη. Στην Άγκυρα συνήλθε επίσης το Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας με αφορμή την κατάσταση στην Κύπρο.

– Και όταν συγκαλείται στην Άγκυρα το Εθνικό Συμβούλιο Ασφαλείας, τα πράγματα είναι πολύ σοβαρά.

– Σίγουρα, η Τουρκία δεν θα μείνει με σταυρωμένα χέρια.

Ήταν η πρώτη μέρα του πραξικοπήματος και η Τουρκία δεν είχε εκδηλώσει ακόμη την πρόθεσή της για εισβολή στο νησί. Στις κατ’ ιδίαν, όμως, κουβέντες που είχα με τον Παζαρίδη και τον Παπαμάρκου αναφερθήκαμε σε αυτή την πιθανότητα και εκφράσαμε τους φόβους μας πως κάτι τέτοιο θα μπορούσε να συμβεί.

Χωρίσαμε με πολλή αγωνία. Καθένας σκεφτόταν τους δικούς του, αν και προσπαθούσε να μην το εκφράσει, να μείνει στη συλλογική έγνοια. Άλλος είχε αδελφό στον στρατό, άλλος ήταν συγγενής με κάποιο κομματικό στέλεχος της Αριστεράς, όλοι για κάτι ανησυχούσαμε. Προσπαθούσα να δω το μέλλον. Να το μαντέψω καλύτερα. Από τη μια υπήρχε η Τουρκία και από την άλλη οι δύο υπερδυνάμεις, δηλαδή οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Σοβιετική Ένωση. Οι Αμερικανοί δεν μπορεί να μην ήξεραν. Ίσως και να έδωσαν το πράσινο φως. Πώς θα αντιδρούσε τώρα η Μόσχα; Σίγουρα ο παραμερισμός του Μακαρίου σήμαινε έντονη ΝΑΤΟϊκή παρουσία στο νησί. Όχι πως δεν είχε προηγουμένως παρουσία το ΝΑΤΟ, αλλά τώρα θα ήταν η απόλυτη ισοπέδωση, κάτι που δύσκολα θα το δεχόταν η Μόσχα. Ασκήσεις με το μυαλό μου έκανα. Κατά βάθος έβλεπα το μέλλον σκοτεινό.

Το βράδυ δεν έκλεισα μάτι ώς τις πρωινές ώρες που με πήρε ο ύπνος από την κούραση. Έπαιζα κυριολεκτικά με το ραδιοφωνάκι, πήγαινα από σταθμό σε σταθμό, ήθελα να μάθω κάτι νεότερο. Άδικος κόπος. Στα δελτία ειδήσεων επαναλαμβανόταν ό,τι ξέραμε ήδη. Δίπλα μου η Ανδρομάχη προσπαθούσε να με πείσει να κλείσω το ραδιόφωνο και να κοιμηθούμε.

Την επόμενη μέρα, 16 Ιουλίου, άρχισαν να ξεκαθαρίζουν τα πράγματα. Ο Μακάριος ήταν ζωντανός. Το αστείο ήταν πως οι εφημερίδες που είχαν τυπωθεί ήδη δημοσίευαν νεκρολογίες για εκείνον. Ο ίδιος θα έλεγε λίγο αργότερα πως ήταν ο μοναδικός πολιτικός ηγέτης που καταξιώθηκε να διαβάσει τις νεκρολογίες του. Σύμφωνα με τις τελευταίες ειδήσεις, ο Αρχιεπίσκοπος κατέφυγε στην Πάφο, τη μόνη επαρχία που οι πραξικοπηματίες δεν είχαν καταφέρει να θέσουν υπό τον έλεγχο τους. Αποκεί απευθύνθηκε στον κυπριακό λαό μέσα από ένα μικρό πομπό του ΡΙΚ. Προσπαθούσαμε να ακούσουμε το μήνυμά του, αλλά μας ήταν αδύνατον. Ο πομπός δεν ήταν αρκετά ισχυρός και το μόνο που καταφέραμε ήταν να διαβάσουμε το μήνυμα, όπως το μετέδιδαν ήδη τα ειδησεογραφικά πρακτορεία. Αργότερα μας στάλθηκε το πρωτότυπο κείμενο στα ελληνικά από το Λονδίνο:

Ελληνικέ κυπριακέ λαέ! Γνώριμη είναι η φωνή που ακούεις. Γνωρίζεις ποιος σου ομιλεί. Είμαι ο Μακάριος. Είμαι εκείνος, τον οποίο εσύ εξέλεξες διά να είναι ο ηγέτης σου. Δεν είμαι νεκρός. Είμαι ζωντανός. Και είμαι μαζί σου, συναγωνιστής και σημαιοφόρος εις τον κοινόν αγώνα. Το πραξικόπημα της χούντας απέτυχε. Εγώ ήμουν ο στόχος της και, εφόσον ζω, η χούντα εις την Κύπρο δεν θα περάσει. Η χούντα αποφάσισε να καταστρέψει την Κύπρο. Να την διχοτομήσει. Αλλά δεν θα το κατορθώσει. Πρόβαλε παντοιοτρόπως αντίστασιν εις την χούντα. Μη φοβηθείς. Ενταχθείτε όλοι εις τας νομίμους δυνάμεις του κράτους. Η χούντα δεν πρέπει να περάσει και δεν θα περάσει. Νυν υπέρ πάντων ο αγών!

 

Το απόγευμα συναντηθήκαμε στη Cité Universitaire, στο ελληνικό περίπτερο, και ανταλλάξαμε ξανά πληροφορίες. Αυτήν τη φορά ήμασταν πολύ περισσότεροι, αλλά μόνο φοιτητές. Οι «μεγάλοι», είτε γιατί δεν ειδοποιήθηκαν έγκαιρα, είτε γιατί δεν ήξεραν τι να κάνουν σε μια τέτοια συνάντηση, είτε γιατί δεν ήθελαν να συναντήσουν ανεπιθύμητα πρόσωπα για πολιτικούς ή προσωπικούς λόγους, δεν εμφανίστηκαν. Υπήρξαν δυο-τρεις εξαιρέσεις, ανάμεσά τους και ο Σβορώνος. Παρά την κρισιμότητα των στιγμών δεν αποφεύχθηκαν οι πολιτικοί διαξιφισμοί ανάμεσα στις διάφορες πολιτικές μερίδες που εκπροσωπούνταν στη συνάντηση. Στο τέλος, για να αποφευχθούν οι οξύτητες, αποφασίστηκε να αφεθεί η πρωτοβουλία στους Κυπρίους, να προτείνουν συγκεκριμένες δράσεις και όλοι υποσχέθηκαν να βοηθήσουν. Για τον σκοπό αυτό αποφασίστηκε να επαναληφθεί η σύσκεψη την επομένη και ανατέθηκε σε μια τετραμελή επιτροπή, στην οποία θα συμμετείχα, να φέρει προτάσεις για το πώς θα δραστηριοποιούμασταν. Παρακαλέσαμε επίσης τον Σβορώνο να κάνει επαφές με τους «μεγάλους» για να δούμε πώς θα ήταν δυνατόν να συντονιστούμε στη δράση μας. Ο Σβορώνος έδειχνε ανήσυχος και, με την οπτική γωνία του ιστορικού, μίλησε για κίνδυνο καταστροφής που απειλούσε την Κύπρο, αλλά και τον ελληνισμό ευρύτερα.

Την επομένη, 17 Ιουλίου, ξέραμε πολύ περισσότερα. Τα γεγονότα έτρεχαν κυριολεκτικά. Καθώς οι πραξικοπηματίες πλησίαζαν την Πάφο, ο Μακάριος κατέφυγε στις βρετανικές Βάσεις και αποκεί μέσω Μάλτας έφτασε στο Λονδίνο με βρετανικό στρατιωτικό αεροπλάνο. Εκεί συναντήθηκε με τον Άγγλο πρωθυπουργό Χάρολντ Ουίλσον και τον υπουργό Εξωτερικών Τζέιμς Κάλαχαν. Εμείς στο Παρίσι προσανατολιζόμασταν να οργανώσουμε μια μεγάλη συγκέντρωση καταδίκης του πραξικοπήματος στη Mutualité. Το κτίριο της Mutualité ήταν διάσημο για τις πολιτικές εκδηλώσεις που οργανώνονταν εκεί και ήταν πολύ γνωστό στους παρισινούς προοδευτικούς κύκλους και το ευρύ κοινό. Φυσικά, υπήρχε σχετικά υψηλό κόστος για να ενοικιαστεί αίθουσα εκεί, αλλά ελπίζαμε στον πατριωτισμό των Ελλήνων του Παρισιού. Σε μια από τις αίθουσές της άκουσα τον Ζαν Πωλ Σαρτρ που μίλησε σε μια συγκέντρωση για τη Χιλή. Θυμάμαι ακόμη όταν αναφέρθηκε στο Δόγμα Μονρόε.

– Κάποτε, είπε, υπήρχε το Δόγμα Μονρόε που ήθελε να αποκλείσει τους Ευρωπαίους αποικιοκράτες από το να αναμειγνύονται στα πολιτικά πράγματα των κρατών της Βόρειας ή της Νότιας Αμερικής. Σήμερα χρειαζόμαστε ένα νέο Δόγμα Μονρόε που να απαγορεύει στους Αμερικανούς ιμπεριαλιστές να επεμβαίνουν στις χώρες της Λατινικής Αμερικής.

     Και ένα Δόγμα Μονρόε, σκεφτόμουν, που να τους απαγορεύει να επεμβαίνουν στις εσωτερικές υποθέσεις όλων των χωρών του κόσμου, οι οποίες κατάντησαν αμπελοχώραφά τους. Και τότε θυμήθηκα ξανά τον Θουκυδίδη και τον αθηναϊκό ιμπεριαλισμό. Μήπως είχε δίκιο ο ποιητής πως αυτός ο κόσμος δεν αλλάζει με τίποτε, πως με φωτιά και με μαχαίρι πάντα προχωρεί; Και όμως, υπάρχει και η αισιόδοξη νότα του Ρασούλη σαν απάντηση στον Χατζιδάκι και στον Γκάτσο:

      Αυτός ο κόσμος
μπορεί να αλλάξει Κεμάλ
Μέσα στις καρδιές
στις πλατείες, σε γραφεία οβάλ

θέλει σωστοί χιλιάδες
να ’ναι στους τροχούς
να ’ναι η ψυχή η νύφη
και γαμπρός ο νους.

      Μια συγκέντρωση στη Mutualité, καλά οργανωμένη, θα μπορούσε να τραβήξει και κόσμο πέρα από Έλληνες. Άλλωστε αυτός έπρεπε να είναι και ο στόχος. Είδα τον Σβορώνο και το συζήτησα μαζί του. Συμφωνούσε. Μου πρότεινε να μιλήσω και με τον Τσουκαλά. Θα ήταν, μου είπε, επιτυχία αν καταφέρναμε να φέρουμε στη Mutualité τον Μιτεράν ή κάποιον άλλον επώνυμο της Αριστεράς. Ο Τσουκαλάς ίσως να βοηθούσε με τις διασυνδέσεις του. Επρόκειτο για τον γιο του πρώην δημάρχου Αθηνών που, αν και ο πατέρας του έχει μηδίσει, ο ίδιος παρέμενε αντιχουντικός με αριστερές ιδέες. Η περίπτωση να έρθει η Μελίνα Μερκούρη ή ο Μίκης Θεοδωράκης συζητείτο επίσης.

Στο μεταξύ, ο Μακάριος έφυγε για τη Νέα Υόρκη και την επόμενη μέρα προσφωνούσε το Συμβούλιο Ασφαλείας. Περιμέναμε όλοι με αγωνία αν η παρουσία του στα Ηνωμένα Έθνη θα απέδιδε κάτι. Πάντως οι Αμερικανοί, που ήταν έτοιμοι να αναγνωρίσουν τους πραξικοπηματίες, έκαναν πίσω. Φαίνεται πως τώρα η προσπάθειά τους ήταν να αντικαταστήσουν τον Σαμψών με έναν πιο αξιοπρεπή Πρόεδρο και να εμποδίσουν την επιστροφή του Μακαρίου. Συμβούλεψαν πάντως τους πραξικοπηματίες να στείλουν δικό τους αντιπρόσωπο στα Ηνωμένα Έθνη. Για τον σκοπό αυτό η χούντα της Αθήνας ναύλωσε αεροπλάνο της Ολυμπιακής. Έπρεπε να προλάβουν!

Την επομένη, πράγματι ο Αρχιεπίσκοπος προσφώνησε το Συμβούλιο Ασφαλείας. Η προσπάθεια των πραξικοπηματιών, που έστειλαν τον δικό τους άνθρωπο στα Ηνωμένα Έθνη για να αντιπροσωπεύσουν αυτοί την Κύπρο, έπεσε στο κενό. Η ομιλία όμως του Μακαρίου σκόρπισε απογοήτευση σε όσους από εμάς μπορούσαμε να δούμε λίγο πιο πέρα από τη μύτη μας. Όλα καλά όσα είπε, αλλά τι ήθελε να προσθέσει εκείνο το αψυχολόγητο: «Τα γεγονότα στην Κύπρο δεν αποτελούν εσωτερικό ζήτημα των Ελλήνων της Κύπρου. Και οι Τούρκοι της Κύπρου επίσης επηρεάζονται. Το πραξικόπημα της ελληνικής χούντας είναι εισβολή, και από τις συνέπειές του υποφέρει όλος ο λαός της Κύπρου, Έλληνες και Τούρκοι».

Ήταν σαν να καλούσε την Τουρκία να εξασκήσει τον ρόλο της εγγυήτριας δύναμης και να επέμβει και αυτή στην Κύπρο! Ο Σβορώνος, ο μαρξιστής ιστορικός, που πατούσε όμως στη γη και έβλεπε τις απειλές για την Ελλάδα και την Κύπρο, μου είπε:

– Πώς αυτός ο βυζαντινός έπεσε σε τέτοια παγίδα; Είναι δυνατόν να μιλά για εισβολή της Ελλάδας στην Κύπρο και να μην βλέπει τον τουρκικό κίνδυνο;

Τι να του έλεγα, συμφωνούσα μαζί του. Δεν έπρεπε, όμως, να πάρει διαστάσεις το θέμα. Προσπαθούσαμε να ανασημασιοδοτήσουμε τις λέξεις. Το συζητούσα και με τη Μιμίκα Κρανάκη, μια άλλη ταξιδιώτισσα του «Ματαρόα».

– Μην φοβάσαι, μου είπε, το παιχνίδι με τις λέξεις δεν τελειώνει ποτέ. Εμείς ανασημασιοδοτούμε τις λέξεις. Εμείς κάνουμε διαχείριση των λέξεων.

– Μα πώς;

– Όπως το λέει ο Λιούις Κάρολ στο μυθιστόρημά του Η Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων».

– Δηλαδή;

– Όπως το λέει σε έναν διάλογο ανάμεσα στην Αλίκη και στον Χάμπτι Ντάμπτι: «Όταν χρησιμοποιώ μια λέξη», είπε ο Χάμπτι Ντάμπτι, «σημαίνει ακριβώς ότι εγώ την επιλέγω να σημαίνει, μήτε περισσότερα μήτε λιγότερα». «Το ζήτημα», επέμεινε η Αλίκη, «είναι αν μπορείς να κάνεις τις λέξεις να σημαίνουν πολλά διαφορετικά πράγματα». «Το ζήτημα», είπε ο Χάμπτι Ντάμπτι, «είναι να ξέρεις ποιος κάνει κουμάντο, αυτό είναι όλο».

– Οι λέξεις ανασημασιοδοτούνται, κάθε εποχή κάνει και τη δική της ανασημασιοδότηση. Είναι σαν αυτό που λέει ο Όργουελ για την Ιστορία: «Όποιος ελέγχει το παρελθόν, ελέγχει το μέλλον. Όποιος ελέγχει το παρόν ελέγχει το παρελθόν».

– Όποιος ελέγχει τις λέξεις κάνει κουμάντο στον κόσμο. Οι λέξεις είναι πολυβόλα και ποτέ δεν είναι ουδέτερες.

Μόνο η ποίηση προβάλλει μέσα από τις λέξεις ένα μήνυμα ευτυχίας. Κάπως έτσι το λέει ο ποιητής Τάκης Σινόπουλος: πίσω από την καθημερινή κόλαση των λέξεων, τα ποιήματα ανασαίνουν ζωντανά και το καθαρό τους νόημα καθρεφτίζει παντού μια φανταστική ευτυχία που ποτέ δεν θα πυρποληθεί.

Μέρες που ήταν, έγινε το καταφύγιο κάποιων ευαίσθητων ψυχών.

Στις 20 Ιουλίου, δεν πρόλαβε καλά-καλά να τελειώσει τον λόγο του ο Μακάριος στο Συμβούλιο Ασφαλείας και τα τουρκικά στρατεύματα αποβιβάζονταν στο Πέντε Μίλι, στην Κερύνεια. Ο Μακάριος είχε πάει για ύπνο κι ένας υπάλληλος του ξενοδοχείου τον ξύπνησε για να του ανακοινώσει το κακό μαντάτο. Βέβαια θα ήταν αφέλεια να ειπωθεί πως ο λογος του Μακαρίου έπαιξε ρόλο στην απόφαση των Τούρκων, όπως ισχυρίστηκαν κάποιοι. Όταν ο Μακάριος μιλούσε στα Ηνωμένα Έθνη, ο τουρκικός στόλος βρισκόταν ήδη στα ανοιχτά της Κύπρου και λίγες ώρες μετά οι πρώτοι Τούρκοι στρατιώτες αποβιβάζονταν στην Κερύνεια. Όμως, οι Τούρκοι από την επομένη χρησιμοποίησαν επικοινωνιακά τον λόγο του Μακαρίου για να δικαιολογήσουν την επέμβασή τους στην Κύπρο. Και βέβαια, οι χουντικοί κατηγόρησαν τον Μακάριο ότι προσκάλεσε τους Τούρκους στην Κύπρο. Οι λέξεις, η διαχείριση των λέξεων και η ανασημασιοδότησή τους. Αυτός, ένας βυζαντινός, έπεσε σε παγίδα!

 

 (απόσπασμα από το β΄μυιθιστόρημα της τριλογίας ΝΟΜΑΔΑΣ)

 

 

 ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ

Γεννήθηκε στην Πενταλιά της Κύπρου. Πτυχιούχος της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, συνέχισε μεταπτυχιακές σπουδές στην Κοινωνιολογία και τις  Πολιτικές Επιστήμες στη Σορβόνη, στο Παρίσι (Docteur d’État). Δίδαξε Πολιτικές Επιστήμες και Ιστορία στα πανεπιστήμια Laval, Κεμπέκ και Μοντρεάλ. Είναι διευθυντής του Κέντρου Ελληνικών Ερευνών Καναδά-ΚΕΕΚ.  Έχει εκδώσει επτά βιβλία στους τομείς της πολιτικής επιστήμης, της κοινωνιολογίας και της ιστορίας,δημοσίευσε δεκάδες επιστημονικά άρθρα στους ίδιους τομείς και είχε  πολλαπλές συμμετοχές σε συλλογικούς τόμους. Έξι βιβλία δημοσιεύτηκαν επίσης κάτω από την εποπτεία και την διεύθυνση του. Συνεργάστηκε με πολλά περιοδικά και εφημερίδες της Κύπρου, της Ελλάδας και της διασποράς. Έχει εκδώσει έξι ποιητικές συλλογές, δύο μυθιστορήματα και δύο συλλογές διηγημάτων. Δημοσίευσε χρονογραφήματα, κριτική και δοκίμια. Ασχολήθηκε επίσης με τη δημοσιογραφία και είναι αρθρογράφος στον κυριακάτικο «Φιλελεύθερο» της Κύπρου. Από το 1983 είναι εκδότης και διευθυντής του επιστημονικού περιοδικού «Études helléniques» / “Hellenic Studies”. Πολυσέλιδες εκδόσεις του περιοδικού αφιερώθηκαν στη Λογοτεχνία της Διασποράς, την Κυπριακή Λογοτεχνία, την Ελληνική Εκπαίδευση και θέματα διεθνών σχέσεων. Από το 1997 είναι επιστημονικός συνεργάτης του Πανεπιστημίου Κρήτης στο πρόγραμμα «Παιδεία Ομογενών»  για την ελληνόγλωσση  εκπαίδευση στη διασπορά (Έρευνα, επιμόρφωση εκπαιδευτικών  και παραγωγή διδακτικού υλικού).

 

 Βάκης Λοϊζίδης 

 

Τροοδίτες

 

Δεν μπορούμε να βάλουμε κόμμα και να συνεχίσουμε

Πρέπει να βάλουμε τελεία και να ξαναρχίσουμε

Το μισό είναι βάναυσο

Τα δύο μισά, αργός θάνατος

Τροοδίτες είμαστε

Με την ταραχή των μετάλλων στο σώμα

Να μην αφήνει να πιάσουμε ρώτα

Οφιολιθικό προβλέπω το μέλλον

Μην ζητάς ερμηνείες

Το μεγάλο κακό

ίσως να μην έχει συμβεί, ακόμα.

 

Βιογραφικό

Ο Βάκης Λοϊζίδης γεννήθηκε στη Λευκωσία το 1965. Σπούδασε οικονομικά στην Αθήνα και έκανε μεταπτυχιακά στην Αγγλία. Εμφανίστηκε στα γράμματα με την ποιητική συλλογή Ποίηση και κολάζ, για την οποία του απονεμήθηκε το κρατικό βραβείο νέου λογοτέχνη του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού. Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα γαλλικά, αγγλικά, γερμανικά, βουλγάρικα και σουηδικά. Συμμετείχε σε λογοτεχνικά φεστιβάλ στην Κύπρο και στο εξωτερικό. Εικαστικές του δημιουργίες παρουσίασε σε δύο ατομικές εκθέσεις στη Λευκωσία.
Εργογραφία:
Ποίηση και κολάζ, 1995 , Χειροποίητα Μηχανής 1999,  Κινητά Μνημεία, 2002, Σε ώρα αιχμής, Γαβριηλίδης 2005,

Ρένος Χριστοφόρου: Γιαγκνέσκο

 

Ο Γιαγκνέσκο από νωρίς το πρωί στήνεται έξω από την πόρτα του σπιτιού μου που βγάζει στην Αυτοκράτειρας Θεοδώρας (υπάρχει ακόμη μια εξώθυρα στην Αγίου Γεωργίου που διατηρώ ως έξοδο κινδύνου  σε περίπτωση ανάγκης), και αφήνει ένα διακριτικό βογγητό που ακούγεται σαν βαθύς αναστεναγμός ή όπως το παράπονο ενός ζητιάνου την ώρα που ξεφουρνίζουν ζεστά ψωμιά.

Για όσο κάθεται ήσυχος και δεν τον ακούω, αγνοώ παντελώς την ύπαρξή του και συνεχίζω να περιφέρομαι στο σπίτι. Εκείνος ο βόγγος που αφήνει ο πεινασμένος, φθάνει στ’ αυτιά μου σαν ένα κλαψούρισμα ή σαν μια διαμαρτυρία που απευθύνεται προσωπικά σε μένα και με εκνευρίζει. Είναι ένας πόλεμος νεύρων αφού ξέρει από πριν ότι θα παρατήσω ό,τι κάνω, θα ανοίξω την πόρτα και θα του δώσω λίγο βοδινό κρέας ή ένα κομμάτι κοτόπουλο που περίσσεψε από το τραπέζι του Γεράσιμου και του Χοντρού,ο οποίος είναι γνωστός στον κόσμο της νύκτας ως ο Ευνούχος του Τακτακαλά.

Την ώρα που δίνω τα αποφάγια στον Γιαγκνέσκο αυτός κάνει πως εκπλήσσεται για αυτή μου την πράξη και δεν λέει ποτέ ευχαριστώ. Αφήνει ένα γρύλισμα όπως θα έκανε ένα κακοφανισμένο σκυλί, αρπάζει ό,τι του δώσω και απομακρύνεται παίρνοντας ένα ύφος αξιοπρεπές σαν να του οφείλω κάτι και μένει ένα υπόλοιπο στο χρέος μου.

Όταν έκανε για πρώτη φορά την εμφάνισή του στη συνοικία του Αγίου Κασσιανού πριν από τρία χρόνια, έμενε με μια κυρία γύρω στα πενήντα, από την Πολωνία. Διέδωσαν πως ο Γιαγκνέσκο είναι πολιτικός πρόσφυγας και πως δεν ανοίγει το στόμα του να πει κουβέντα γιατί δεν ξέρει γρυ ελληνικά. Έδωσα βάση στις διαδόσεις, όμως μετά που το ξανασκέφτηκα κατάλαβα πως ήταν ένα κακόγουστο αστείο, αφού δεν υπάρχουν πια πολιτικοί πρόσφυγες από την Πολωνία, αλλά μόνο εργάτες και τουρίστες. Η φήμη ότι δήθεν ο Γιαγκνέσκο ήρθε από του διαόλου τη μάνα για να τρώγει το ψωμί μας σαν ένα κοπρόσκυλο που βαριέται να κουνήσει το δαχτυλάκι του, ήταν ένα ψέμα.

Πριν τρεις μέρες ο Χοντρός, που είναι τύπος ζηλόφθονος, τον έσπασε στο ξύλο και οι κραυγές του Γιαγκνέσκο ακούγονταν σαν να τον έσφαζαν με ένα σκουριασμένο σουγιαδάκι.

Από εκείνη τη μέρα έχει εξαφανιστεί και αυτό με γεμίζει ανακούφιση γιατί έπαψα να ακούω  τους ύπουλους αναστεναγμούς του έξω από την πόρτα μου και δεν είμαι πια υποχρεωμένος να τον ταΐζω. Ξέρω πως με τον τρόπο του θα βρει κάποιον άλλο να του δίνει φαγητό και πως δεν πρόκειται να πεθάνει της πείνας. Το μεγάλο του ατού είναι οι ευγενικοί του τρόποι και κάποια υποτυπώδης αξιοπρέπεια που δεν αφήνει κανέναν ασυγκίνητο. Είναι από αυτούς που θέλεις να τους θέσεις υπό την προστασία σου. Ποτέ δεν διαμαρτύρεται για τις αδικίες της ζωής και μπορώ να μαρτυρήσω πως είναι ένας συνεσταλμένος τύπος που βλέπει με κατανόηση αυτά που συμβαίνουν γύρω μας.

Πριν λίγη ώρα τον πήρε το μάτι μου να περιφέρεται  έξω από την εκκλησία του Αγίου Κασσιανού κάνοντας πως μόλις βγήκε από τηλειτουργία μαζί με μερικές μαυροφορεμένες γυναίκες και μετά, χωρίς να πει λέξη, με ακολούθησε από κάποια απόσταση κουτσαίνοντας ελαφρά από το δεξί του πόδι, μέχρι που έφθασα έξω από την πόρτα του σπιτιού.

Του έριξα μια αδιάφορη ματιά δείχνοντάς του πως προτιμώ να  αγνοώ την ύπαρξή του και μπήκα στο σπίτι. Κάθισα στο τραπέζι και περίμενα να ακούσω εκείνον τον αναστεναγμό του πεινασμένου. Δεν άκουσα τίποτα και σκέφτηκα πως μετά το επεισόδιο με τον Χοντρό δεν τολμά να βγάλει άχνα. Πήγα στην κουζίνα και έβαλα σε ένα πιατάκι το κοτόπουλο που περίσσεψε από χθες. Απ’ το μυαλό μου πέρασε η ιδέα  πως ο Γιαγκνέσκο έχει βρει καταφύγιο αλλού και πως ήρθε για να με  αποχαιρετίσει με τον τρόπο του.

Άνοιξα την πόρτα και τον είδα κατάματα. Αυτό δεν το περίμενα. Το δεξί του αυτί ήταν σκισμένο και στην άκρη έλειπε ένα κομμάτι. Στο πρόσωπο του διέκρινα ένα βαθύ κόψιμο και ξεραμένα αίματα. Τα μάτια του ήταν γεμάτα δάκρυα και το κορμί του έτρεμε. Ποτέ δεν μπορούσα να φανταστώ πως ο Χοντρός είναι ικανός για τέτοια βαρβαρότητα. Έβαλα μπροστά του το πιάτο με το κοτόπουλο και αυτός,χάνοντας  κάθε ίχνος αξιοπρέπειας, όρμησε να δαγκώσει. Έτσι που ήταν σκυφτός  βρήκα την ευκαιρία να του χαϊδέψω το κεφάλι, και αυτός σταμάτησε να τρώει.

Το χάδι έχει την ιδιότητα να λέει κάτι για την ανθρώπινη ψυχή. Το βλέμμα του μαλάκωσε και έτριψε με ευγνωμοσύνη τη μουσούδα του στο χέρι μου, κουνώντας την ουρά του. Δεν χρειάζεται ιδιαίτερη σκέψη για να καταλάβει κανείς πως ένας γάτος κατά βάθος είναι ένας άνθρωπος.

«Μη φοβάσαι» του λέω «θα σε προσέχω», και κλείνω απαλά την πόρτα μην τον δει ο Χοντρός.

 Ανδρέας Καρακόκκινος: Τρία ποιήματα

Κάθε Ιούλης φεύγει

Κάθε Ιούλης

ένα σπάραγμα της μνήμης

μια ρωγμή

χαραγμένη στο χρόνο

ένα καρτέρεμα που σβήνει

αδικαίωτο

σαν φλόγα κεριού

στ’ αγέρι τ’ απόβραδου

 

Κάθε Ιούλης

ένα ταξίδι

στις ράγες της επιστροφής

ένα βαγόνι

που ανατρέπεται

σε ανομολόγητες διαδρομές

και  το βάρος των σταυρών

ασήκωτο.

 

Κάθε Ιούλης

φεύγει

με τα συνθήματα γραμμένα

στις καλένδες

με τις φωνές να σβήνουν

σε αδιέξοδες διαδρομές

κι εμείς μετράμε χρόνια

δίσεχτα.

 

Σαν ηφαίστειο

Στα Όχι

στα Μη

στα διατάγματα

στα φράγματα

στα ψέματα

στ’ άδικα

στ’ ασύδοτα

στα μέτρα τους

στα μολυσμένα λόγια τους

στην αλαζονεία τους

στ’ ανομήματα τους

αντιδράς

ανάβεις το φυτίλι

βάζεις φωτιά

προκαλείς εκρήξεις

αφήνεις τη φωνή σου

αφήνεις το θυμό σου

αφήνεις ακόμα

τους οργισμένους

στίχους σου

κόκκινους

σαν το αίμα σου

σαν ηφαίστειο.

 

Άγγελοι απεγνωσμένοι

 

Άγγελοι απεγνωσμένοι

μέσα στις αλήθειες

που τους πούλησαν

έμποροι γητευτές ονείρων,

μέσα στα ψέματα

που αγόρασαν

από πλανόδιους παλιάτσους,

έμειναν με κορμιά γδαρμένα

από μοναξιά

άσκοπων αναζητήσεων

που σε χρόνους αλλοτινούς

άπλωναν χαμόγελα

σε ασύννεφους ουρανούς

και σε  λιβάδια   φεγγαριών.

 

Άγγελοι απεγνωσμένοι

που τόλμησαν να ορθώσουν

την  ύπαρξη τους

στους ουρανούς  ενός έρωτα

αναζητώντας μερίδιο

χωρίς εκπτώσεις

που οι κραυγές τους έφτασαν

στη κόλαση

ο αντίλαλος τους έγινε φωτιά

και  χαρακιές καιόμενες

που ξεδίψασαν τη  πίκρα τους

με δάκρυα της άνοιξης

μα είναι ακόμα όρθιοι

και περιμένουν

 

Βιογραφικό:
Γεννήθηκα Κύπρο, στη Μόρφου,  και ζω στη Θεσσαλονίκη από το 1974, όπου σπούδασα στη Νομική Σχολή του ΑΠΘ και εργάστηκα στο Τραπεζικό τομέα.
Έχω εκδώσει 3 ποιητικές συλλογές: Πνοή της άνοιξης (2007), Λεμονανθοί στο πέλαγο (2013), Λαθρεπιβάτες σε πειρατικό  (2017). Είμαι μέλος στην Εταιρία Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης και στην Ένωση Λογοτεχνών Κύπρου

Σεβαστή Μπούρα- Μπούτου: Αναδυομένη

 

Ευθύς θωρώ λευκώλενο, αναδυθείσα στ’ ανοιχτά τ’ αφρού.
Κοντἀ της τότε προσορμώ να ιδώ το λευκωπό κορμί και την Πειθώ

Χάριτ’  η χρυσοστἐφανος έστρεψε το κεφάλι της ψηλά.

Με ερυθρές τις παρειές κι αγνή η φιλοστέφανος ανήλθε.

Πολύ κοντά της  τότε εφορμώ, και ρίχνω χλαίνη πορφυρόβαφον.

Εκείνη η θεογενής , σεμνά το δέος εσκέπασε  η θεοκρατής.

Ερωτικές ωδές στα ώτα  η μούσα της ψιθύριζεν ποθητές.

Η φήμη της ελικοβλέφαρης άγγιξε τα σεπτά ουράνια.

Θεά! Τα κυματοειδή ξανθά μαλλιά σου κάνε σκάλα,

Και τα θερμά’ νθηρόχειλα ακούμπησε σε κόκκινο χαλί

Οι άνδρες να αναβιβάζονται ν’ ανταμώνουν τον Θεό

Την δυσήμερον,  μα ρεμβόν κι  ανθόπνουν φύση να δαμάζουν.

Ο Άρης δεν σου ταίριαζε Κυρά. Τα κάλλιστα οι Θράκες έπραξαν

Που τον επήραν, αφήνοντας τον  Ήφαιστο εσένα ν’αγαπά,

Κι εσέ στην Πάφο την καλλίρροον κι ανθένιον να στείλει ο Θεός

Την Κύπρο να δοξάζεις, τη νήσο που ο Αττίλας το εβδομήντα-τέσσερα εδίχασε.

 

ΣΕΒΑΣΤΗ ( ΣΕΒΗ) ΜΠΟΥΡΑ- ΜΠΟΥΤΟΥ
Η Σεβαστή Μπούρα- Μπούτου γεννήθηκε στα Μελίσσια Αθηνών. Σπούδασε Κτηνίατρος στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης  και Επιδημιολογία στη Σχολή Δημόσιας Υγείας  Αθηνών.  Το 1988 μετανάστευσε στις Ηνωμένες Πολιτείες.   Στην Αμερική σπούδασε  Απλά και Εφαρμοσμένα  Μαθηματικά. Εργάσθηκε για 10 χρόνια στην Ακαδημαϊκή  Τεχνολογία τού Πανεπιστημίου Κολούμπια τής Νέας Υόρκης.  Από τον Ιανουάριο τού 2010 εργάζεται ως βοηθός στην  Ακαδημαϊκή Τεχνολογία  τού Δημοσίου  Πανεπιστημίου  Νέας Υόρκης.
Έργα:  Οι Δύο Πατρίδες μου,  Αθήνα ( 2005). Υπό έκδοση: Ταξιδεύοντας Μόνη ,  Ο Έρωτας  ένα  Νησί , Αίγινα Γυρίζω  Συχνά σε Σένα,  Η Μεγάλη Εξομολόγηση και  Ασυμβίβαστοι Κόσμοι. Ανθολογίες: 2004, 3η Ανθολογία ΕΕΛΣΠΗ, παγκόσμια ένωση Ελλήνων ποιητών Διασποράς , Pomegranate Seeds: Ανθολογία Ελληνοαμερικανών ποιητών εκδοθείσα από τον ποιητή Ντιν Κόστος.

Γιώργος Χριστοδουλίδης: Δυο ποιήματα

 

Ο τάφος

Αυτός που σκότωσες

πέρασε μέσα σου

φώλιασε τρομαγμένος σαν αηδόνι

στο ταβάνι του πίσω μπαλκονιού σου

περιφραγμένη θέα επιλέγει

και δεν μιλάει.

Φοβάσαι την μετέωρή του σιωπή

το βουβό του κατηγορώ

που ως ουρλιαχτό διασκορπίστηκε στα κύτταρά σου.

Μέσα σου ζει ο σκοτωμένος

ασάλευτος σαν νεκρός

δεν σου ζητά τον λόγο

μόνο χορτάρια και βρύα σε γεμίζει

με μύρα μυρωδικά σε ραίνει

ηχούν τρισάγια στ’ αφτιά σου

γίνεσαι ο τάφος του.

 

Άκρο-φάντασμα

Σε απόσταση βολής ο καθρέφτης

μονομαχούμε κάθε νύχτα

αλλά επικρατεί η απόσταση που μας χωρίζει

Τελευταία υποβάλλομαι σε εντατική θεραπεία

απαγορεύεται να κοιτάζω έξω από παράθυρα

 

Από απέναντι ο Πενταδάκτυλος

καταριέται τη φύτρα μας

ύστερα χάνεται

γιατί κάποτε κι ο χρόνος

πρέπει να επιστρέψει στο σπίτι του

 

H πολυτελής πολυκατοικία

κρύβει την καταισχύνη

που καλύπτεται πλέον

με οικογενειακές δραστηριότητες

 

Βλέποντας το βουνό

ασκούμαι να μένω επιδέξια ασάλευτος

γιατί η ψυχή μου δεν μπορεί να μετακομίσει

σ’ ένα σπίτι με καλύτερη θέα

 

Δεν έγραψα ποτέ ένα γράμμα

που να μην έχει παραλήπτη

ακόμα κι όταν δεν ήξερα πού να το στείλω

 

Στην άλλη πλευρά της πόλης

πυροβολισμοί ακούγονται πού και πού

ευτυχώς η συνήθης ρίψη βεγγαλικών

μπερδεύει κάπως τα πράγματα

 

Όταν η μητέρα σου

άρχισε να ουρλιάζει

όλοι νόμισαν ότι τρελάθηκε

η αλήθεια ήταν ότι είχε μετρήσει

τα χρόνια που σου έλειπαν

 

Ο Πενταδάκτυλος, αναστέναξες,

πόσο επιδέξια ασάλευτος

σαν το χέρι μας

που παρά τη χρόνια αιμορραγία

δεν νιώθει πια τα πέντε δάχτυλα

που του λείπουν

 

Πώς γίνεται; Πώς γίνεται; ρώτησα,

στις ειδήσεις να λένε

δέκα μέρες

χωρίς νερό η Κερύνεια

κι εγώ να μην διψώ

 

Ηρέμησε, φύτεψε κάτι στον κήπο σου

με συμβούλευσε ο γιατρός

-είναι πολύ βαθιά

και δεν τον φτάνω

 

 

Γιώργος Χριστοδουλίδης

Γεννήθηκε στη Μόσχα το 1968 και μεγάλωσε στη Λάρνακα. Σπούδασε δημοσιογραφία στο πανεπιστήμιο Λομονόσοφ της Μόσχας (ΜΑ in Journalism). Για την πρώτη του ποιητική συλλογή, Ένια, (Εκδόσεις Ατέλεια, Λευκωσία 1996) τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Νέου Λογοτέχνη, ενώ για τη δεύτερη, Ονειτροτριβείο (Γαβριηλίδης, Αθήνα 2001) με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης. Ακολούθησε το Εγχειρίδιο Καλλιεργητή (Γκοβόστη, Αθήνα 2004), Το Απραγματοποίητο (Γαβριηλίδης, Αθήνα 2010) και ο Δρόμος μεταξύ Ουρανού και Γης (Φαρφουλάς, 2013).
Τον Φεβρουάριο του 2016 κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Μελάνι, Αθήνα, η έκτη ποιητική του συλλογή, Πληγείσες περιοχές/Γυμνές Ιστορίες, η οποία το ίδιο έτος μεταφράστηκε στα γαλλικά από τον Michel Volkovitch και κυκλοφόρησε στη Γαλλία από τον εκδοτικό οίκο Lemiel des anges.
Ποιήματά του έχουν επίσης μεταφραστεί στις πλείστες ευρω

Παυλίνα Παμπούδη

Η Παυλίνα Παμπούδη σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου (Ιστορία – Αρχαιολογία) και παρακολούθησε μαθήματα Μαθηματικών στη Φυσικομαθηματική Σχολή και ζωγραφικής στην Σχολή Καλών Τεχνών στην Αθήνα και στο κολέγιο Byahm Show School of Arts του Λονδίνου. Έχει εκδώσει μέχρι στιγμής 15 ποιητικές συλλογές, 3 βιβλία πεζογραφίας, περισσότερα από 40 βιβλία δήθεν για παιδιά και 31 μεταφράσεις λογοτεχνικών έργων. Επίσης, έχει κάνει 3 ατομικές εκθέσεις ζωγραφικής, και έχει γράψει σενάρια για το ραδιόφωνο και την τηλεόραση, καθώς και πολλά τραγούδια.

This Post Has One Comment

  1. Ματθαίου Γιωργούλλα

    Στέφανε,η αυθεντικότητα της γραφή σου καθώς και των φίλων ποιητών και πεζογράφων πραγματικά τιμούν και εύχομαι για όσους διαβάσουν προσεκτικά αυτό το υπέροχο κείμενο να μην επιτρέψουν ποτέ στην συνειδητή τους μνήμη να φέρουν τη λήθη αυτών των αποφράδων ημερών του Ιούλη του 1974 που σκόρπισαν το μακελειό και τον θάνατο στο άμοιρο νησί μας.Βαριά πνοή της μαύρης του μοίρας που ο χρόνος δεν μπορεί να να φέρει την λήθη μονάχα ο θάνατος των ψυχών που έχουν ζήσει και βιώσει το κακό.Σαν αρχαία τραγωδία επαναλαμβάνεται εδώ και 44 χρόνια με την μόνη διαφορά στη μείωση των πρωταγωνιστών λόγο φθοράς του χρόνου.Η ποίηση στέκει πολύ ψηλά,αγκαλιάζει και αποτυπώνει με τα δικά της μάτια και ψυχή με πνεύμα καθάριο και αλώβητο μέσα στο απέραντο γαλάζιο της θάλασσας αυτό το σκηνικό που της είναι πολύ γνώριμο μέσα από τα έργα των ποιητών της..Υποκλίνομαι..!!

Αφήστε μια απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.