You are currently viewing Μάρθα Ζιώγα: ένα ποίημα

Μάρθα Ζιώγα: ένα ποίημα

                         

Σ’ ΕΝΑ ΣΑΛΟΝΙ ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΟ

 

Μέσα απ’ τον ήχο

που δίνουν οι σίγουρες φωνές

αυτών που συζητούν,

θα γείρει το κεφάλι

το παιδί

στην άκρη εδώ του καναπέ.

 

Πόσο γλυκά το νανουρίζουν

και πόσους κόσμους

του ανοίγουν όλες αυτές

οι λέξεις!

 

Αχ, πόσα ξέρουν οι μεγάλοι!

Πώς τους θαυμάζει

έτσι όπως

γελούν!

 

Καθώς ο ύπνος θα το πάρει

όλο μακραίνει των φωνών

το σκηνικό.

 

Μοιάζουν αργόσυρτες βαριές

και λυπημένες

σα να ’χουν χάσει σημασία

και σκοπό.

 

Και όλο λαλούν

και μοιάζουν κουρασμένες

αναμασώντας

τις ίδιες εικασίες

 

μάταια προσπαθούν

 να λύσουν

της ύπαρξης τον γρίφο

και τις αμφιβολίες.

 

Κι όλο μακραίνουν και μικραίνουν

φωνές και λέξεις

πώς έχει αλλάξει

τώρα η δύναμή τους!

 

Ώς να μπορέσουν

να χωρέσουν

σε όνειρο μικρού παιδιού

στη μετουσίωσή τους.

 

 

Όταν ξυπνήσει το παιδί

θα τις κρατήσει

σα μια πληγή στο νου

Και σαν το φυλακτό.

 

Ανάμνηση; Απόηχος;

 

Όλα εκεί μέσα θα ναι

προς χρήσην έτοιμα       

μια κάποια μέρα

σ’ ένα σαλόνι φιλοσοφικό.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.