Κατά κοινή ομολογία η ανθρωπόκαινος περνάει, με τη βοήθεια της τεχνολογίας, της μεταφυσικής πλέον απληστίας και κερδολαγνείας, καθώς και της σταδιακής επικράτησης απολυταρχικών κρατικών κι άλλων σχημάτων σε παγκόσμια κλίμακα και των ανόητων πολέμων, μια φάση απανθρωποποίησης, που υπομονεύει και καταστρέφει τις αξίες και τα ιδανικά του πολιτισμού και ξεριζώνει ολόκληρες “κουλτούρες” που είχαν επικρατήσει για δεκαετίες κι αιώνες.
Προεισαγωγικά, κάποιες σκέψεις για τη λέξη “κουλτούρα”, σε διαφοροποίηση από τον γενικότερο “πολιτισμό”, που στα ελληνικά έχει κάπως διαφορετικές σημασιοδοτήσεις απ’ ό,τι στις ξένες γλώσσες: culture και civilisation. Και η εννοιολογική αντιπαράθεση ανάμεσα στους δυο όρους είναι αρκετά διαφορετική.
Οι Kroeber/Kluckhohn έκαναν ήδη το 1952[1] μια προσπάθεια οριοθέτησης της έννοιας culture/Kultur και παρέθεσαν 164 τέτοιες εκδοχές οριοθέτησης της ακριβούς σημασίας της. Στο μεταξύ ο σχετικός αριθμός τέτοιων δοκιμών θα έχει αυξηθεί σημαντικά. Είναι φανερό πως πρόκειται για εκείνες τις σύνθετες έννοιες, όπου ένας μέγιστος κι εξαντλητικός (maximal) προσδιορισμός, που θα κάλυπτε όλες τις εκδοχές της έννοιας και θα οριοθετούσε και τα όρια προς παρεμφερείς έννοιες, είναι από δυσχερής έως και ανέφικτος (όπως γενικότερα σε έννοιες όπως τέχνη, μουσική, γλώσσα, θέατρο/δρώμενο κτλ.)· πιο πρακτικές προσεγγίσεις υπόσχεται ο καθορισμός ενός ελάχιστου (minimal) προσδιορισμού, ο οποίος εντοπίζει κυρίαρχα και θεμελιακά χαρακτηριστικά, στα οποία βασίζει την μετέπειτα συζήτηση[2]. Κατ’ αυτόν τον τρόπο παρακάμπτεται για μας και η θεωρητική συζήτηση για το θέμα, η οποία δεν εξυπηρετεί τους στόχους του σημειώματος αυτού.
Με γνώμονα τις μεθοδολογικές αυτές επιλογές εκλαμβάνουμε τον όρο civilisation ως το σύνολο της ανθρώπινης δράσης επί της γης, ενώ το culture καλύπτει παραδοσιακά τις πιο “πνευματικές” (μη απόλυτα αναγκαίες για την επιβίωση) δράσεις του, αλλά και ορισμένα φαινόμενα κοινωνικής οργάνωσης και ατομικής συμπεριφοράς. Η διαφοροποίηση δεν είναι ξεκάθαρη, τόσο στα ξένα όσο και στα ελληνικά. Εν γενεί η culture εκλαμβάνεται σήμερα ως μια υποκατηγορία της συνολικής civilisation, αλλά αυτό είναι απλώς μια ορισμένη τάση. Με την παλαιότερη κατηγοριοποίηση του λαϊκού πολιτισμού από την ελληνική λαογραφία, τα πράγματα γίνονται πιο ξεκάθαρα: εκείνη διαχωρίζει τον λαϊκό πολιτισμό σε υλικό, κοινωνικό και πνευματικό. Η culture λοιπόν αφορά κυρίως τον πνευματικό και κοινωνικό βίο, λιγότερο τον υλικό. Αμέσως προκύπτουν βέβαια οι αντίθετες φωνές, που λένε πως υλικός και άυλος πολιτισμός διαπλέκονται πολλαπλώς και δεν διαχωρίζονται καθόλου. Τα παραδείγματα περισσεύουν. Αυτά τα εννοιολογικά προβλήματα δυστυχώς αναπαρήγαγε και η UNESCO με τα προγράμματα στήριξης και προστασίας της άυλης και ένυλης (υλικής) κληρονομιάς, όπου και το αμήχανο “άυλο” συμφύρεται πολλαπλώς με το υλικό.
Η ασάφεια αυτή χαρακτηρίζει, με κάπως διαφορετικές εννοιολογικές αποχρώσεις, και τη συζήτηση στα ελληνικά. Πολιτισμός (νεολογισμός του Κοραή) και κουλτούρα δεν ταυτίζονται ακριβώς· η δεύτερη θεωρείται κι εδώ από μερικούς μελετητές ως μια υποκατηγορία του πρώτου. Η συζήτηση επιβαρύνεται και με τη λατινική καταγωγή της δεύτερης (cultura) που είχε και έχει και άλλες συνυποδηλώσεις που δεν σχετίζονται με τον πολιτισμό. Ο Μάριος Πλωρίτης αποφάνθηκε με αγανάκτηση στη δεκαετία του 1980: «πότε επιτέλους θα αντικαταστήσουμε την ξενική και κακόηχη λέξη κουλτούρα με τη θαυμάσια ελληνική και ταυτόσημη λέξη Παιδεία;» – Αμ, δεν είναι όμως ακριβώς το ίδιο. Στα 1980 η λέξη μπορεί να είχε ακόμα τον ξενικό ήχο των λατινικών και κάποιες υποτιμητικές συνυποδηλώσεις (κουλτουριάρης κτλ.), αλλά στο μεταξύ έχει αποκτήσει κι άλλες χρήσεις, διαστάσεις και αποχρώσεις, που πιο εμφαντικά δηλώνουν τώρα μια δέσμη συμπεριφορών, αξιών, ακόμα και θεσμών, και δίνουν στην απλή υποκατηγορία του γενικού πολιτισμού μιαν ιδιαίτερη θέση: η κουλτούρα του περιθωρίου, της νεολαίας, των κρασοπατέρων και τσιπουρομανάδων, η κουλτούρα της συζήτησης, της γαστρονομίας, των μπάνιων του λαού, της βραδινής βόλτας, του φλερτ, του αστικού σαλονιού, της παραδοσιακής επίσκεψης, της φιλοξενίας, των social media, κτλ. κτλ. Η αντίστιξη με τον πολιτισμό στην καθημερινή χρήση δεν είναι καθόλου σαφής.
Παρά ταύτα θεώρησα ότι, για τις χρήσεις αυτού του σημειώματος, η λέξη κουλτούρα εκφράζει καλύτερα εκείνα τα φαινόμενα στο οποία εκδηλώνονται πιο έντονα οι αλλοιώσεις που έχουν επιφέρει οι τεχνοκρατικές και φιλοκερδείς πρακτικές του σημερινού κόσμου. Π.χ. παραδοσιακές έννοιες και συμπεριφορές: το φιλότιμο, η λεβεντιά, η φιλοξενία, η αλληλοβοήθεια, αγροτικά στοιχεία στον αστικό χώρο, το κουτσομπολιό μεταφέρθηκε στον τύπο και τα ΜΜΕ, η τελετουργία του τραπεζώματος, η επίσκεψη, η παραδοσιακή έξοδος, το φίλεμα, η ελεημοσύνη, η κουλτούρα του καφενείου, η κουλτούρα της συζήτησης, των δημοκρατικών ηθών και εθίμων (δημογεροντία, αυτοδιoίκηση επί τουρκοκρατίας) κτλ. κτλ. Η λαίλαπα του αχαλίνωτου και ληστρικού νεοκαπιταλισμού έχει συμπαρασύρει και βάναυσα απλοποιήσει πολλές “κουλτούρες” σε όλα τα επίπεδα: οι κοινωνικές τάξεις διαχωρίζονται πλέον μόνο με γνώμονα το εισόδημα και την περιουσία, καθώς και την επίδειξη του πλούτου, η γυμνή απληστία έχει παραμερίσει την παραδοσιακή εμπιστοσύνη που ρύθμιζε το εμπόριο ανάμεσα σε έθνη και λαούς· με τους εθνικισμούς του 19ου αιώνα εδραιώθηκε το δόγμα τον ανταγωνισμού σε όλα τα επίπεδα, και η καλλιτεχνία και ο αθλητισμός, αντί να ενώσει τους λαούς συχνά τους διχάζει. Η χίμαιρα της αειφόρας ανάπτυξης έχει μεταφέρει τον ανταγωνισμό τον μεγάλων δυνάμεων ήδη στο φεγγάρι, κι ο καυγάς για την Ανταρτική (σε ποιον ανήκει;) είναι ante portas.
Και μέσα στις οικογένειες: στη συρρίκνωση της μεγάλης των 3-4 γενεών, που έφτασε πλέον στην πυρηνική οικογένεια, το χάσμα των γενεών έχει πάρει πολύ μεγάλες και δυσδιαχειρίσιμες διαστάσεις, με την σταδιακή απόσχιση της νεολαίας από τον οικογενειακό ιστό και την παραβατικότητα και βιαιοπραγία, η ψυχολογική κρίση ανάμεσα στα ζευγάρια με την κατακόρυφη αύξηση των διαζυγίων, την υπογεννητικότητα ως απόρροια των οικονομικών κρίσεων αλλά και με την έλλειψη ελπίδας και εμπιστοσύνης για το μέλλον (του ατόμου, της κοινωνίας, του πλανήτη). Υποκατάστατο στην ραγδαία απομάκρυνση του ανθρώπου από τις δυνάμεις της φύσης και της κοινής λογικής είναι η μέθη των τεχνολογικών επιτεύξεων (που δε θα λύσουν κανένα εσωτερικό πρόβλημα που προκύπτει από τη δυσαρμονία μεταξύ οργανισμού του ανθρώπου και «πολιτισμού» του, όπως τον έφτιαξε) και η μεταφυσική πλέον εμμονή στον πλουτισμό πάση θυσία, που δήθεν θα λύσει όλα τα προβλήματα: το αντίθετο μάλλον, τότε αρχίζουν τα δύσκολα. Θυμίζω εδώ μόνο τη σημαντική διαφορά που τόνισε σε τόσα βιβλία του ο Erich Fromm: την διαφορά ανάμεσα στο Έχω και στο Είμαι.
Και με τις διευκολύνσεις που φέρνουν τα τεχνολογικά επιτεύγματα, κρύβοντας μετά βίας το πανταχού παρόν κίνητρο της κερδοφορίας, τις διευκολύνσεις για την καθημερινότητα του ανθρώπου, που δεν χρειάζεται να σκέφτεται πλέον, γιατί όλα λύνονται απλά και σχεδόν από μόνα τους χωρίς τη συμμετοχή του και τη βούλησή του, κινδυνεύουμε να γίνουν πραγματικότητα οι κάπως σιβυλλικές προβλέψεις του Einstein, που είπε: Δύο πράγματα είναι άπειρα: το σύμπαν και η ανθρώπινη βλακεία· και για το σύμπαν δεν είμαι σίγουρος.

